Αν η Μέση Ανατολή ειρηνεύσει, μετά τον πόλεμο στο Ιράν θα διαμορφωθεί ένα νέο γεωπολιτικό τοπίο. Η περιοχή δεν επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση – εισέρχεται σε φάση όπου ο πόλεμος μετατοπίζεται από τα μέτωπα στα δίκτυα: ενέργεια, μεταφορές, λιμάνια, αγωγοί, σιδηρόδρομοι, καλώδια δεδομένων, χρηματοδοτήσεις και στρατιωτική κινητικότητα.
Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να βάζουν ξανά το Ιράν στο παιχνίδι. Όχι ως σύμμαχο ή φίλο, αλλά ως ελεγχόμενο παράγοντα ενός νέου περιφερειακού συστήματος.
Αν το Ιράν μείνει εκτός, θα το απορροφήσουν η Κίνα και η Ρωσία. Αν παραμείνει αποκλεισμένο, θα συνεχίσει να απειλεί τα Στενά του Ορμούζ, το Ισραήλ, τον Κόλπο και τις ενεργειακές ροές. Αν όμως μπει σε πλαίσιο συμφωνίας, χρηματοδότησης, επιτήρησης και οικονομικών κινήτρων, τότε η Ουάσινγκτον αποκτά μοχλό ελέγχου πάνω του. Κάτι σαν τις χώρες που βρίσκονται σε συμφωνία σύνδεσης με την ΕΕ.
Το πακέτο των 300 δισ. δολαρίων για το Ιράν, έχει ακριβώς αυτή τη σημασία. Είναι μηχανισμός δέσμευσης. Το Ιράν καλείται να ανταλλάξει την πολεμική του λειτουργία με οικονομική επανένταξη. Όμως οι ΗΠΑ δεν θέλουν να πληρώσουν οι ίδιες – θέλουν να πληρώσουν οι αγορές, οι χώρες του Κόλπου και τα ιδιωτικά κεφάλαια. Με άλλα λόγια, ο Τραμπ επιχειρεί να μετατρέψει την απώλεια του πολέμου σε συμφωνία επενδύσεων. Δεν αγοράζει απλώς ειρήνη. Αγοράζει πρόσβαση και έλεγχο.
Γιατί το κάνουν οι ΗΠΑ; Για να ανοίξουν και να σταθεροποιήσουν τα Στενά του Ορμούζ· για να αποφύγουν παρατεταμένη πολεμική εμπλοκή· για να αποσπάσουν το Ιράν από το ρωσοκινεζικό μπλοκ· για να δώσουν στις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου ρόλο στη νέα τάξη· για να ανοίξει ο δρόμος σε διαδρόμους όπως ο IMEC, οι οποίοι δεν μπορούν να λειτουργήσουν αν η περιοχή από τον Κόλπο μέχρι την Ανατολική Μεσόγειο είναι διαρκές πολεμικό πεδίο.
Αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα ρήγμα με το Ισραήλ. Το Ισραήλ ήθελε ένα Ιράν στρατηγικά γονατισμένο, όχι ένα Ιράν με πρόσβαση σε κεφάλαια, υποδομές και διεθνή επανένταξη. Ο Νετανιάχου πόνταρε στην πλήρη ταύτιση με τον Τραμπ. Όμως ο Τραμπ, όταν κρίνει ότι το συμφέρον του αλλάζει, αλλάζει και γραμμή. Σήμερα χρειάζεται συμφωνία και την επιδιώκει ανεξαρτήτως της ισραηλινής βούλησης. Χρειάζεται εικόνα νικητή και ειρηνοποιού, όχι προέδρου που σύρεται από τις ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο, στη Γάζα και στο Ιράν.
Το φιλοϊσραηλινό λόμπι στις ΗΠΑ θα αντιδράσει, αλλά ο Τραμπ θα προσπαθήσει να παρουσιάσει τη συμφωνία όχι ως παραχώρηση στο Ιράν, αλλά ως σκληρή συμφωνία: χωρίς αμερικανικά χρήματα, με έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος, με όρους για τους πληρεξουσίους του Ιράν και με χρηματοδότηση από τρίτους. Θα επιχειρήσει να διαχωρίσει τη στήριξη προς το Ισραήλ από τη στήριξη προς τον Νετανιάχου.
Σε αυτό το περιβάλλον ο IMEC, (India – Middle East – Europe Economic Corridor), ο Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης, δεν είναι απλώς εμπορικός διάδρομος από την Ινδία προς την Ευρώπη.
Είναι η δυτική απάντηση στην κινεζική Belt and Road και το οικονομικό σκέλος της νέας ειρήνευσης. Αν συνδεθεί με την Πρωτοβουλία Τριών Θαλασσών (Three Seas Initiative ή 3SI), γεωπολιτική και οικονομική πρωτοβουλία χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που βρίσκονται ανάμεσα σε τρεις θάλασσες: Βαλτική, Αδριατική και Μαύρη Θάλασσα, δεν θα είναι απλώς γραμμή μεταφοράς. Θα γίνει ευρωπαϊκό σύστημα.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να περιμένει να της αναθέσουν ρόλο οι άλλοι. Όταν οι άλλοι σχεδιάζουν, εντάσσουν την Ελλάδα εκεί που τους συμφέρει. Όταν η Ελλάδα προτείνει, επιλέγει η ίδια το ρόλο της. Και σήμερα ο ρόλος αυτός δεν μπορεί να είναι μόνο ο Πειραιάς. Ο Πειραιάς είναι σημαντικός, αλλά δεν αρκεί.
Η Βόρεια Ελλάδα προσφέρει βαλκανικό βάθος, πρόσβαση προς Κεντρική Ευρώπη, σύνδεση με τη Μαύρη Θάλασσα και ενεργειακούς κόμβους. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να παρουσιαστεί ως ο φυσικός βαλκανικός εγκέφαλος του IMEC–3SI. Δεν είναι μόνο λιμάνι. Είναι πόλη πανεπιστημίων, τεχνολογίας, διπλωματίας, διεθνούς παρουσίας και βαλκανικών δικτύων. Από εκεί μπορεί να περάσει η σύνδεση της Ανατολικής Μεσογείου με τα Βαλκάνια, τη Βαλτική και την Κεντρική Ευρώπη.
Αλλά αυτό προϋποθέτει επανασύνδεση των Βαλκανίων. Με κάθε προσπάθεια πρέπει η Θεσσαλονίκη να ξαναγίνει κέντρο των Βαλκανίων. Η προσέλκυση βαλκάνιων φοιτητών και νέων επιστημόνων στα ΑΕΙ μας είναι κρίσιμη. Για να μας προτιμήσουν, πρέπει να διατηρήσουμε το κύρος της χώρας και της πόλης. Είναι δύσκολο να μετατραπεί η Βόρεια Ελλάδα σε εμπορευματικό hub αν δεν ανοίξουν οι δρόμοι – και κυρίως αν δεν δημιουργηθεί αξιόπιστος σιδηρόδρομος. Πρέπει να συνδεθεί αξιόπιστα η Αθήνα με τη Θεσσαλονίκη και η δυτική με την ανατολική Ελλάδα.
Η Καβάλα μπορεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεσος βιομηχανικός και ενεργειακός κρίκος. Με σιδηροδρομική σύνδεση και αναβάθμιση του λιμένα «Φίλιππος Β’» μπορεί να καλύψει το κενό της Ανατολικής Μακεδονίας. Η Αλεξανδρούπολη είναι το στρατηγικό άκρο: ενέργεια, Βουλγαρία, Ρουμανία, Μαύρη Θάλασσα, Ουκρανία. Προς το παρόν, όμως, το φορτίο της παραμένει σε μεγάλο βαθμό στρατιωτικό, ενώ και η προτεραιότητα στην Καβάλα συνδέεται με ανάγκες στρατιωτικής κινητικότητας. Η εξυπηρέτηση του ΝΑΤΟ δεν αρκεί από μόνη της ως οικονομική στρατηγική.
Ο IMEC δεν πρέπει να σταματήσει σε ένα λιμάνι, αλλά σε σύστημα λιμένων.
Πειραιάς ως άφιξη, Θεσσαλονίκη για τη βαλκανική και κεντροευρωπαϊκή διανομή, Καβάλα για τον ενδιάμεσο ενεργειακό και βιομηχανικό κρίκο, Αλεξανδρούπολη για τη στρατηγική έξοδο προς Μαύρη Θάλασσα.
Αν η Ελλάδα κινηθεί αργά, άλλοι θα σχεδιάσουν τους διαδρόμους γύρω της. Αν κινηθεί γρήγορα, μπορεί να γίνει η χώρα που συνδέει τη μεταπολεμική Μέση Ανατολή με την ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Στη νέα εποχή, η ισχύς θα ανήκει σε όσους ελέγχουν τις διαδρομές. Και η Βόρεια Ελλάδα μπορεί να γίνει μία από αυτές.
















