Η εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου πακέτου μέτρων για τη διατροφή φαίνεται ότι συμβάλλει στη μείωση της παιδικής παχυσαρκίας, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet και εξετάζει την περίπτωση της Χιλής.
Η χώρα της Λατινικής Αμερικής, η οποία συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων με τα υψηλότερα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας παγκοσμίως, προχώρησε το 2016 σε μία από τις πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας στον τομέα της διατροφής.
Το νομοθετικό πλαίσιο στόχευσε τρόφιμα και ποτά με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη, αλάτι, θερμίδες και κορεσμένα λιπαρά.
Μεταξύ άλλων, θεσπίστηκαν υποχρεωτικές προειδοποιητικές ετικέτες στο μπροστινό μέρος των συσκευασιών, απαγορεύσεις πώλησης συγκεκριμένων προϊόντων στα σχολεία και περιορισμοί στη διαφήμιση τροφίμων που απευθύνεται σε παιδιά.
Έρευνα σε περισσότερα από 300.000 παιδιά
Οι ερευνητές από το Universidad Adolfo Ibanez, το Ινστιτούτο Διατροφής και Τεχνολογίας Τροφίμων του Πανεπιστημίου της Χιλής και το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας ανέλυσαν εθνικά δεδομένα που αφορούσαν περισσότερα από 300.000 παιδιά ηλικίας τεσσάρων έως έξι ετών.
Συγκρίνοντας στοιχεία πριν και μετά την εφαρμογή του νόμου, διαπίστωσαν ότι τα παιδιά που φοίτησαν στο σχολείο για 18 μήνες μετά την έναρξη εφαρμογής των μέτρων είχαν μικρότερη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα ή παχύσαρκα.
Στα κορίτσια ο κίνδυνος μειώθηκε κατά 2,9%, ενώ στα αγόρια κατά 2,4%.
Οφέλη καταγράφηκαν ακόμη και έπειτα από μόλις έξι μήνες εφαρμογής. Συγκεκριμένα, ο κίνδυνος υπερβολικού βάρους ή παχυσαρκίας ήταν μειωμένος κατά 1,9% στα κορίτσια και κατά 2,2% στα αγόρια.
Μικρές αλλαγές, σημαντικό αποτύπωμα
Αν και τα ποσοστά μπορεί να φαίνονται περιορισμένα, οι επιστήμονες τονίζουν ότι ακόμη και μικρές μειώσεις σε επίπεδο πληθυσμού μπορούν να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη δημόσια υγεία.
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η μελέτη εξετάζει μόνο την πρώτη φάση του νομοθετικού πλαισίου.
Οι αυστηρότερες ρυθμίσεις που τέθηκαν σε ισχύ το 2018 και το 2019 –με χαμηλότερα όρια για ζάχαρη, αλάτι, κορεσμένα λιπαρά και θερμίδες– δεν συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση, γεγονός που σημαίνει ότι η συνολική επίδραση των μέτρων ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη.
Οι συντάκτες της μελέτης καταλήγουν ότι η συνδυασμένη εφαρμογή πολλών πολιτικών –και όχι μεμονωμένων παρεμβάσεων– μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση της παιδικής παχυσαρκίας.
Στο συνοδευτικό σχόλιο του The Lancet, η καθηγήτρια Σιμόν Πετιγκριού και η δρ Ντέιζι Κόιλ από το George Institute for Global Health της Αυστραλίας σημειώνουν ότι τα ευρήματα αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία πολλές κυβερνήσεις διστάζουν να υιοθετήσουν αυστηρότερα μέτρα λόγω των αντιδράσεων της βιομηχανίας τροφίμων.
Όπως υπογραμμίζουν, η εμπειρία της Χιλής ενισχύει το επιχείρημα ότι η αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας απαιτεί συνολικές στρατηγικές που αλλάζουν το διατροφικό περιβάλλον των παιδιών, και όχι αποσπασματικές δράσεις.
















