Ένα απρόσμενο νέο πεδίο ανοίγει για τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2: ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι ενδέχεται να μειώνουν την επιθυμία και την κατανάλωση αλκοόλ, επηρεάζοντας τους μηχανισμούς ανταμοιβής του εγκεφάλου.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι αγωνιστές των υποδοχέων GLP-1 και οι νεότεροι διπλοί αγωνιστές GIP/GLP-1, οι οποίοι φαίνεται ότι δεν δρουν μόνο στην όρεξη και στο μεταβολισμό, αλλά πιθανώς και στις εξαρτητικές συμπεριφορές.
Όπως ανέφερε στο Πρακτορείο FM η επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ Σταυρούλα Πάσχου, τα έως τώρα ευρήματα από προκλινικές έρευνες, μελέτες παρατήρησης και τις πρώτες κλινικές δοκιμές είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Σε ορισμένους ασθενείς καταγράφεται μείωση τόσο της έντονης επιθυμίας για αλκοόλ όσο και της συνολικής κατανάλωσής του. Ωστόσο, η ίδια ξεκαθαρίζει ότι τα στοιχεία δεν επαρκούν ακόμη ώστε τα συγκεκριμένα φάρμακα να θεωρηθούν καθιερωμένη θεραπεία για τη διαταραχή χρήσης αλκοόλ.
Ποιοι φαίνεται να ωφελούνται περισσότερο
Τα συμπεράσματα προκύπτουν από συστηματική ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας που ολοκλήρωσε η ερευνητική ομάδα της Ενδοκρινολογικής Μονάδας του Νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» και πρόκειται να δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό Therapeutic Advances in Psychopharmacology.
Σύμφωνα με την κ. Πάσχου, μεγαλύτερο όφελος φαίνεται να έχουν άνθρωποι που βιώνουν τον λεγόμενο «food noise» ή «alcohol noise» – έναν επίμονο «θόρυβο» στο μυαλό, που τους κάνει να σκέφτονται διαρκώς τι θα φάνε ή τι θα πιουν.
«Φαίνεται ότι ωφελούνται περισσότερο αυτοί που έχουν έναν “θόρυβο” στο μυαλό τους και συνεχώς αναζητούν τι θα φάνε ή τι θα πιουν», εξήγησε.
Στο μικροσκόπιο και άλλες εξαρτήσεις
Το επόμενο βήμα της ερευνητικής ομάδας είναι να εξετάσει κατά πόσο τα ίδια φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν και άλλες εξαρτητικές συμπεριφορές, όπως το κάπνισμα και η χρήση ουσιών.
Η σχετική μελέτη βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και, σύμφωνα με τη Σταυρούλα Πάσχου, αναμένεται σύντομα να υποβληθεί προς δημοσίευση και αξιολόγηση από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Τα πρώτα στοιχεία, επομένως, γεννούν προσδοκίες, αλλά όχι ακόμη θεραπευτικές βεβαιότητες. Η πιθανότητα, πάντως, ένα φάρμακο που περιορίζει την πείνα να μπορεί να περιορίζει και την έντονη επιθυμία για αλκοόλ αλλάζει ήδη τα ερευνητικά δεδομένα γύρω από τις εξαρτήσεις.
















