Ο Δημήτριος Ξενίδης ζούσε στον οικισμό Ντερέκιοϊ, κτισμένο σε ρεματιά (dere), σε υψόμετρο 900μ. και σε απόσταση 20χλμ. νοτιοδυτικά του Βεζίρκöπρü και 94 χλμ. νοτιοδυτικά της Σαμψούντας. Ο οικισμός είχε Έλληνες κατοίκους και Έλληνα μουχτάρη. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη Αμάσειας.
Οι κάτοικοι του οικισμού, περίπου 700 άτομα, κατάγονταν από τη Σινώπη και ήταν τουρκόφωνοι. Η περιοχή διέθετε πετρόκτιστη εκκλησία, την Κοίμηση της Θεοτόκου, και τριτάξιο μονοθέσιο δημοτικό σχολείο. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία (σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, ρεβίθια, φασόλια, ντομάτες, μήλα, βερίκοκα, καρύδια) και την κτηνοτροφία (βούτυρο, τυριά, γιαούρτια). Μετά την Ανταλλαγή εγκαταστάθηκαν στον Κούκο Κατερίνης.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Εγκατάλειψη του χωριού 1921. Στα βουνά 1921-1923. Ιούνιο μήνα βγήκαμε από το χωριό. Τελευταίες μέρες ήτανε του μήνα. Μόλις είχαμε τελειώσει το θερισμό. Σ’ άλλα χωριά ακόμη θερίζανε. Η χρονιά ήτανε 1921.
Ήρθε τούρκικος στρατός στα χωριά και δώσανε διαταγή να παραδοθούνε όλοι. Ύστερα δώσανε διαταγή να κάψουνε όλα τα χωριά. Η είδηση έτρεχε, αμέσως το μάθαμε. Οι «μεγάλοι» αποφασίσανε να φύγουμε αμέσως, να γλιτώσουμε. Να κρυφτούμε στα δάση, είπανε.
Εγώ ήμουνα ορφανός από πατέρα και από μητέρα. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει στα «αμελέ ταμπουρού», μέσα στο μεγάλο πόλεμο, 1916. Δεν άντεξε στην ταλαιπωρία και την αρρώστια. Η μητέρα μου είχε πεθάνει πιο νωρίς, δυο χρόνια πριν το Σεφερμπελίκ, εγώ ήμουνα μικρό παιδί ακόμα, πήγαινα στο σχολείο. Καλά, καλά δεν τη θυμούμαι. Ο πατέρας μου παντρεύτηκε πάλι.
Τότες που σηκωθήκαμε από το χωριό, εγώ ζούσα με την παραμάνα* μου και την αδελφή μου τη μικρή από τον δεύτερο γάμο του πατέρα μου. Μαζί βγήκαμε στα δάση και τα βουνά. Στις 20 Ιουνίου του 1921 βγήκαμε και μέχρι του 1923 την άνοιξη ζήσαμε έξω στα βουνά. Μαζί μας, από το σπίτι, λίγα πράματα πήραμε. Κάτι σκεπάσματα, κάτι ρούχα και όσα λεφτά έτυχε να έχει η παραμάνα μου. Πήραμε κι από σιτάρι δεμάτια όπως τα είχαμε θερισμένα.
Στα δύο χρόνια μέσα πολλές τοποθεσίες αλλάξαμε. Σ’ ένα μέρος δεν μπορούσαμε να μένουμε. Ερχόταν τούρκικος στρατός και μας κυνηγούσε. Δίναμε μάχες και τους διώχναμε.
Αναγκαστικά τα γυναικόπαιδα έπρεπε να προχωρούνε πιο εσωτερικά. Όλο τον καιρό στα δάση και τα βουνά του Ταφσάν Νταγ τον περάσαμε.
Εγώ ήμουνα τότες δεκαέξι δεκαεπτά χρονώ παλληκάρι, μαζί με τους άντρες ήμουνα στις μάχες με τους Τούρκους. Κάθε δέκα μέρες, κάθε είκοσι μέρες, έρχονταν οι Τούρκοι να κάνουνε επίθεση. Εμείς είχαμε όπλα. Τα είχανε αγοράσει από τουρκοχώρια.
Σε πολλά μέρη δώσαμε μάχες με τον Τούρκο. Μεγάλη μάχη δώσαμε στο Τσατάλγαγια. Εκεί σκοτώσαμε και τον διοικητή τους, τον αξιωματικό, και οπισθοχωρήσανε τότε όλοι τους. Ύστερα αποσυρθήκαμε προς το εσωτερικό. Κάνανε πρόχειρες καλύβες με ξύλα, με κλαδιά. Πρόχειρα πράματα, ίσα να φυλάγονται οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροι.
Στην αρχή, που είχαμε και τα τρόφιμα δικά μας, τα βολεύαμε. Ύστερα έγινε πολύ δύσκολη η ζωή. Μαρτύριο ήτανε. Κρύο είχε, χιόνια γεμάτο το βουνό, φαΐ δεν είχε τίποτε. Ούτε αλάτι δεν είχαμε.
Έφτανε ώρα που κόβανε αγκάθια, τα βράζανε και τα τρώγανε. Κατέβαιναν οι άνδρες στα τούρκικα χωριά, τις νύχτες, και κλέβανε τροφή, αλεύρια, βούτυρο, κανένα ζώο.
Άμα πιάνανε Τούρκο αιχμάλωτο, δεν τον πειράζανε. Ζητούσανε λύτρα για να τον αφήσουνε ελεύθερο. Παίρνανε τα χρήματα, κι αυτά πάλι σε Τούρκους τα δίνανε, για να πάρουνε τρόφιμα. Άμα βρίσκανε σιτάρι, βάζανε δυο πέτρες μεγάλες και στο μέσον το σιτάρι και το ζουλούσανε αντίς για μύλο. Έναν καιρό κάνανε κι ένα πρόχειρο μύλο.
Χειρότερο κι απ’ την πείνα ήτανε το χιόνι το χειμώνα. Έπρεπε να κάνουνε πορείες μέσα στα χιόνια. Μια φορά, σε μια τέτοια πορεία, αναγκαστήκαμε, δεκαπέντε μικρά παιδιά, που δεν μπορούσανε να προχωρήσουνε, και τ’ αφήσαμε. Είχαμε σκοπό να γυρίσουμε έπειτα και να τα πάρουμε. Όταν γυρίσαμε όμως, τα είχανε πάρει οι Τούρκοι. Μέσα σ’ αυτά τα παιδιά ήτανε και η δική μου αδερφή. Ευτυχία τη λέγανε. Από τότες δεν την είδαμε πια. Μάθαμε πως τη στείλανε εξορία μαζί με τους άλλους στη Μαλάτεια κι εκεί πέθανε.
Όσοι δεν βγήκανε στο βουνό, όπως εμείς, τους πιάσανε οι Τούρκοι και τους στείλανε εξορία στο Ντιάρμπεκιρ και στη Μαλάτεια.
Τον Μάρτιο του 1923 ήρθε Τούρκος απεσταλμένος και μας είπε ότι υπογράφηκε Ανταλλαγή και να κατεβούμε στο Σαμψούν να μπούμε σε πλοία, να φύγουμε για την Ελλάδα. Πρώτα παραδώσαμε τα όπλα στο Βεζίρκöπρü, μας δώσανε ένα χαρτί, άδεια για να φύγουμε, και κατεβήκαμε στο Σαμψούν. Εκεί ήτανε Αμερικάνοι, Ερυθρός Σταυρός ήτανε. Εγώ ορφανός ήμουνα και είκοσι χρονώ ακόμα δεν ήμουνα. Με γράψανε οι Αμερικάνοι στο Ορφανοτροφείο και φύγαμε μ’ ένα πλοίο όλα τα παιδιά.
Περάσαμε από Ισταμπούλ, σταματήσαμε εκεί δυο μέρες. Εμείς δε βγήκαμε καθόλου. Τούρκοι ανεβήκανε, κάτι διατυπώσεις κάνανε και φύγαμε.
Το καράβι μάς έβγαλε εδώ στην Ελλάδα, στην Εύβοια, στο Μύτικα. Εκεί μείναμε επτά μήνες και ύστερα μας στείλανε στον Πειραιά. Από κει άλλους στείλανε αλλού, άλλους σ’ άλλα μέρη. Τα μικρά παιδιά τα βάλανε σε ορφανοτροφεία. Εγώ έφυγα στη Δράμα, στο χωριό Εξοχή. Από το 1929 ήρθα εδώ στον Κούκο της Κατερίνης. Μου δώσανε με κλήρο χωράφια και κάνω καπνοκαλλιέργεια. Μ’ αυτό ζήσαμε.
Όσοι πήγανε εξορία και γλιτώσανε, ήρθανε στην Ελλάδα από το Χαλέπι. Ένα χρόνο πάνω κάτω αργότερα από μας ήρθανε.
















