Τις τελευταίες ημέρες η δημόσια συζήτηση γύρω από τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου επανήλθε στο προσκήνιο, με αφορμή το πρόσφατο ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων της Πολιτείας της Πενσιλβάνιας. Οι περισσότεροι τίτλοι που κυκλοφόρησαν ανέφεραν ότι «η Πενσιλβάνια αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Ποντίων». Το ερώτημα όμως είναι απλό:
Τι σημαίνει πραγματικά «αναγνώριση»;
Δεν γράφω το παρόν άρθρο για να αμφισβητήσω ή να μειώσω καμία προσπάθεια. Πιστεύω όμως ότι έχει έρθει η στιγμή να ξεκαθαρίσουμε ορισμένες έννοιες, ώστε όλοι –πολίτες, δημοσιογράφοι, σύλλογοι και θεσμικοί φορείς– να χρησιμοποιούμε τους ίδιους όρους.
Κοινοβουλευτική ή νομοθετική αναγνώριση;
Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούμε τη λέξη «αναγνώριση» σαν να περιγράφει πάντοτε το ίδιο πράγμα. Δεν είναι όμως έτσι.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια κοινοβουλευτική αναγνώριση και σε μια νομοθετική αναγνώριση.
Η πρώτη αφορά συνήθως ένα ψήφισμα ενός κοινοβουλευτικού σώματος – μιας Βουλής ή μιας Γερουσίας. Εκφράζει επίσημα τη βούληση του συγκεκριμένου σώματος και έχει σημαντική πολιτική και ηθική αξία. Η δεύτερη αφορά την ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας που προβλέπει το σύνταγμα κάθε χώρας ή πολιτείας, ώστε το σχετικό κείμενο να αποκτήσει ισχύ νόμου. Η διάκριση αυτή δεν είναι θεωρητική αλλά ουσιαστική.
Γιατί πρέπει να γνωρίζουμε το θεσμικό σύστημα κάθε χώρας;
Κάθε χώρα διαθέτει διαφορετικό συνταγματικό και νομοθετικό σύστημα. Σε άλλες αρκεί μία Βουλή, σε άλλες απαιτούνται δύο νομοθετικά σώματα, ενώ στα ομοσπονδιακά κράτη, όπως οι ΗΠΑ ή η Αυστραλία, προστίθεται και η ιδιαιτερότητα των πολιτειών.
Επομένως, πριν χρησιμοποιηθεί ο όρος «αναγνώριση», είναι απαραίτητο να εξετάζεται ποιο όργανο έλαβε την απόφαση και ποια είναι η νομική της ισχύς.
Δεν μπορεί να αξιολογείται με τον ίδιο τρόπο ένα ψήφισμα μιας Βουλής σε μια χώρα και ένας νόμος που έχει ολοκληρώσει όλη τη συνταγματική διαδικασία σε μια άλλη.
Η περίπτωση της Πενσιλβάνιας
Η πρόσφατη συζήτηση ανέδειξε ακριβώς αυτό το ζήτημα. Το 2003 η Γερουσία της Πολιτείας της Πενσιλβάνιας υιοθέτησε σχετικό ψήφισμα, ενώ το 2026 ακολούθησε αντίστοιχο ψήφισμα από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Πρόκειται αναμφίβολα για δύο ιδιαίτερα σημαντικές θεσμικές εξελίξεις.
Δεν πρέπει όμως να συγχέονται με την ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας της Πολιτείας.
Τα δύο αυτά ψηφίσματα δημιουργούν πλέον μια πολύ ισχυρή θεσμική βάση πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί η επόμενη προσπάθεια που είναι η κατάθεση κανονικού νομοσχεδίου (House Bill ή Senate Bill), η ψήφισή του από τα αρμόδια νομοθετικά σώματα και η ολοκλήρωση όλων των σταδίων που προβλέπει το πολίτευμα της Πολιτείας.
Εκεί βρίσκεται λοιπόν ο επόμενος στόχος. Όχι επειδή τα ψηφίσματα δεν έχουν αξία. Αλλά επειδή μπορούν και πρέπει να αποτελέσουν το εφαλτήριο για την πλήρη θεσμική κατοχύρωση.
Η σημασία των λέξεων
Συχνά οι δημοσιογράφοι, από την επιθυμία τους να δώσουν έναν σύντομο και ελκυστικό τίτλο, γράφουν: «Η τάδε Πολιτεία αναγνώρισε τη Γενοκτονία».
Ίσως όμως ο ακριβέστερος τίτλος να είναι: «Η Βουλή των Αντιπροσώπων της τάδε Πολιτείας υιοθέτησε ψήφισμα για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου».
Ίσως είναι λιγότερο εντυπωσιακός, είναι όμως θεσμικά ακριβέστερος, και όταν μιλάμε για ένα τόσο σοβαρό ιστορικό ζήτημα, η ακρίβεια έχει μεγαλύτερη αξία από τον εντυπωσιασμό.
Το τέλος ή η αρχή;
Εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο σημείο: μια κοινοβουλευτική αναγνώριση δεν αποτελεί το τέλος της προσπάθειας, αλλά την αρχή της επόμενης φάσης του αγώνα. Η πολιτική βούληση που εκφράζεται μέσα από ένα ψήφισμα πρέπει να αποτελέσει το εφαλτήριο για την πλήρη και ουσιαστική θεσμική κατοχύρωση της αναγνώρισης.
Θέλω να τονίσω με απόλυτη σαφήνεια ότι κάθε κοινοβουλευτική πράξη που τιμά τη μνήμη των 353.000 θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου έχει αξία.
Κάθε ψήφισμα αποτελεί μια σημαντική νίκη και αποτέλεσμα ανθρώπων που αφιέρωσαν χρόνο, αγώνα και προσπάθεια. Δεν μειώνουμε καμία αναγνώριση· αντίθετα, τιμούμε όλες τις προσπάθειες και γι’ αυτό ακριβώς οφείλουμε να γνωρίζουμε με ακρίβεια σε ποιο στάδιο της διαδρομής βρισκόμαστε.
Ο αγώνας για τη διεθνή αναγνώριση δεν ολοκληρώνεται με την πρώτη κοινοβουλευτική απόφαση. Ολοκληρώνεται όταν, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο κάθε χώρας, η αναγνώριση αποκτήσει την πληρέστερη δυνατή νομική και πολιτειακή κατοχύρωση.
Αυτός πρέπει να είναι ο κοινός μας στόχος: όχι η υποβάθμιση των προηγούμενων βημάτων, αλλά η αξιοποίησή τους ως βάση για ακόμη ισχυρότερες κατακτήσεις. Η ιστορική μνήμη των προγόνων μας απαιτεί ακρίβεια, σοβαρότητα και επιμονή, ώστε η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου να προχωρά με σταθερά, ουσιαστικά και αδιαμφισβήτητα βήματα.
Και τι συμβαίνει στην Ελλάδα;
Η ίδια ανάγκη για θεσμική ακρίβεια υπάρχει και όταν συζητάμε για την Ελλάδα. Κατά καιρούς διατυπώνεται η άποψη ότι η Ελληνική Δημοκρατία «δεν έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, αλλά απλώς έχει θεσπίσει την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης».
Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί.
Το 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το νόμο 2193/1994 με τον οποίο αναγνώρισε την Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης αυτής. Το ίδιο το περιεχόμενο του νόμου προϋποθέτει την αναγνώριση της ιστορικής πραγματικότητας στην οποία αναφέρεται. Εξάλλου, δεν μπορεί να υπάρξει Ημέρα Μνήμης μιας Γενοκτονίας, εάν προηγουμένως δεν αναγνωρίζεται ότι η Γενοκτονία αυτή υπήρξε. Θα χρησιμοποιήσω ένα απλό παράδειγμα.
Κανείς δεν μπορεί να γιορτάζει τα γενέθλιά του χωρίς να αναγνωρίζει ότι έχει γεννηθεί. Η ημέρα των γενεθλίων δεν δημιουργεί τη γέννηση· αποτελεί την επίσημη υπενθύμιση ενός γεγονότος που αναγνωρίζεται ως υπαρκτό. Ακριβώς το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση της 19ης Μαΐου. Η καθιέρωση Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου δεν αποτελεί υποκατάστατο της αναγνώρισης. Αποτελεί τη θεσμική της έκφραση και τη διαρκή υπενθύμισή της από την ελληνική πολιτεία.
Παράλληλα, θεωρώ ότι η αμφισβήτηση αυτής της πραγματικότητας αδικεί έναν ιστορικό αγώνα δεκαετιών. Η αναγνώριση του 1994 δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτέλεσμα της επίμονης προσπάθειας του αείμνηστου Μιχάλη Χαραλαμπίδη, των συνεργατών του και πολλών ακόμη ανθρώπων που αγωνίστηκαν για τη δικαίωση της ιστορικής μνήμης των προγόνων μας.
Η άποψη, επομένως, ότι «η Ελλάδα δεν έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου» δεν απαξιώνει μόνο το νομοθετικό έργο της Βουλής των Ελλήνων, αλλά και την παρακαταθήκη όλων όσοι συνέβαλαν στην ιστορική αυτή κατάκτηση.
Ποιος είναι, τελικά, ο στόχος της διεθνούς αναγνώρισης;
Συχνά χρησιμοποιούμε τον όρο «διεθνής αναγνώριση» χωρίς να προσδιορίζουμε τον τελικό του στόχο. Κατά τη γνώμη μου, ο αγώνας αυτός δεν εξαντλείται στην ψήφιση ενός ακόμη ψηφίσματος ή στην προσθήκη ενός ακόμη κράτους στον σχετικό κατάλογο. Κάθε δήμος, περιφέρεια, πολιτεία, κοινοβουλευτική απόφαση και εθνικός νόμος αποτελούν σημαντικά βήματα μιας ευρύτερης στρατηγικής πορείας.
Ο τελικός στόχος είναι η δημιουργία μιας ισχυρής και ευρείας διεθνούς θεσμικής βάσης, ώστε το ζήτημα της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου να μπορεί να τεθεί με ακόμη μεγαλύτερη πολιτική και διπλωματική ισχύ σε διεθνές επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Για να επιτευχθεί αυτό, απαιτείται η διαμόρφωση ενός ευρέος διεθνούς μετώπου κρατών από διαφορετικές ηπείρους, τα οποία θα έχουν αναγνωρίσει, σύμφωνα με τις δικές τους θεσμικές διαδικασίες, την ιστορική αυτή πραγματικότητα.
Η αναγνώριση κάθε χώρας, επομένως, δεν αποτελεί τον τερματισμό της προσπάθειας, αλλά έναν ακόμη σημαντικό σταθμό στη διαδρομή προς τη μέγιστη δυνατή διεθνή θεσμική κατοχύρωση. Κάθε βήμα έχει αξία, όχι ως το τέλος του δρόμου, αλλά ως η δύναμη που οδηγεί στο επόμενο και ισχυρότερο βήμα.
Συνοψίζοντας
Η ουσία δεν βρίσκεται στους εντυπωσιακούς τίτλους, αλλά στη θεσμική πραγματικότητα.
• Η ολοκληρωμένη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου –όπως κάθε γενοκτονίας που έχει σημαδέψει την ανθρωπότητα– επιτυγχάνεται όταν ενσωματώνεται στην έννομη τάξη ενός κράτους μέσω δεσμευτικής νομοθετικής πράξης και όχι μόνο μέσω ψηφισμάτων ή δηλώσεων πολιτικής βούλησης.
• Η κοινοβουλευτική αναγνώριση αποτελεί ένα εξαιρετικά σημαντικό βήμα, αλλά όχι το τέλος της διαδρομής. Αποτελεί τη βάση για τη συνέχιση του αγώνα μέχρι την πλήρη θεσμική κατοχύρωση.
• Η διεθνής αναγνώριση δεν κρίνεται από μεμονωμένες αποφάσεις κρατών, περιφερειών ή πολιτειών. Ο τελικός στόχος είναι η διαμόρφωση μιας ευρείας διεθνούς συναίνεσης που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την επίσημη αναγνώριση από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών.
Αυτός είναι ο δρόμος που έχουμε μπροστά μας. Και όσο καλύτερα γνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα σε μια κοινοβουλευτική και μια νομοθετική αναγνώριση, τόσο πιο αποτελεσματικά μπορούμε να χαράξουμε τη στρατηγική για την επίτευξη του τελικού μας στόχου.

















