Η Στέλλα Μαρμαροπούλου γεννήθηκε στον οικισμό Φαντάκ, κτισμένου σε μια πλαγιά του βουνού Κορού (Μερέδες), ο οποίος απείχε περίπου 5-6 ώρες από την Τραπεζούντα με κάρο. Εκκλησιαστικά άνηκε στη μητρόπολη Τραπεζούντας και ο ελληνικός πληθυσμός αριθμούσε γύρω στις 35 οικογένειες, οι οποίες κατοικούσαν στους τρεις μαχαλάδες του οικισμού: Του Άε-Σωμάτος ή Ποτουράντων, του Θοδωσάντων και του Πετράντων. Στον μαχαλά Θοδωσάντων υπήρχε η κεντρική εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Προκόπιο, ενώ ένας μικρότερος ναός, αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη, βρισκόταν στον μαχαλά Πετράντων.
Ο οικισμός διατηρούσε τετρατάξιο δημοτικό σχολείο και η οικονομία του βασιζόταν κυρίως στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι κάτοικοι διέθεταν τα προϊόντα τους στην αγορά της Τραπεζούντας και πολλοί, για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους, ξενιτεύονταν στη Ρωσία.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Όταν άρχισε η υποχώρηση των Ρώσων και σκεφτόμασταν να σηκωθούμε και να φύγουμε, οι αγάδες του γειτονικού μας χωριού, του Τσικανόι, κάλεσαν τον παπά του χωριού μας, το μουχτάρη και μερικούς άλλους μεγάλους και τους είπαν: -«Μη φεύγετε! Μείνετε εδώ. Θα ζήσουμε σαν αδέρφια. Αν φύγετε εσείς, δε θα έχουμε άλλους γείτονες καλούς σαν και σας». Ήρθαν στο χωριό άνθρωποι μας και το είπαν. Ησύχασαν όλοι και συμφώνησαν να μείνουν. Πέρασαν δυο μέρες και την τρίτη ήρθαν στο χωριό Τούρκοι Τσέτες1 και ξανακάλεσαν το μουχτάρη, τον παπά και τους μεγάλους του χωριού. Εν τω μεταξύ, οι Ρώσοι άρχισαν ν’ αδειάζουν την Τραπεζούντα2. Τα ελληνικά χωριά άρχισαν να φεύγουν και να κατεβαίνουν προς τα ‘κει. Στο χωριό έχουμε μια πλατεία που τη λέμε Ρακάν. Στην άκρη της πλατείας είναι ένα μεγάλο δέντρο, στρίδι3 ψηλό. Το στρίδι είναι δέντρο πιο άγριο απ’ την οξιά. Εκεί κάτω στο δέντρο κάθισαν οι Τούρκοι και οι Έλληνες που κάλεσαν και μιλούσαν. Εκεί που μιλούσαν λέει ο Τούρκος: -«Παιδιά, εσείς έχετε όπλα. Να τα παραδώσετε!». Ο μουχτάρης μας ο Γιωρίκας τότε είπε ότι δεν έχουν όπλα. -«Έχετε! Ο Χρύσανθος σάς όπλισε. Πηγαίνετε να τα φέρετε! Εσύ έχεις δύο κιόλας!».
Ο Γιωρίκας σηκώθηκε να πάει να φέρει το όπλο του. Με το έτσι που πήγαινε, του ρίχνουν από πίσω τρεις σφαίρες και δεν έπεσε. Παλληκάρι, θεριό ήταν, λεβεντάνθρωπος. Τον έφαγαν έτσι. Τρεις σφαίρες τον χτύπησαν και κείνος δεν έπεσε. Μόνο γύρισε πίσω το κεφάλι του και τους κοίταξε τους Τούρκους άγρια και θυμωμένα. Ύστερα έπεσε. Από πίσω του σκοτώσανε το Θοδόση Μαυρόπουλο, που ήταν παλιότερα μουχτάρης, και του Λευτέρη το γιο κι άλλον ένα. Ο παπάς γλίτωσε. Το έσκασε μέσα απ’ τα χέρια τους. Οι άλλοι που προσπάθησαν να φύγουν και τους χτύπησαν, έτρεξαν από μια μεριά, ο παπάς έτρεξε απ’ την άλλη. Μόλις το είδαν αυτό φώναξαν οι Τσέτες: –«Τον μεγάλο τον αφήσαμε κι έφυγε!». Του ρίξανε βροχή από πίσω τις σφαίρες. Κόντευαν να τον σκοτώσουν. Τον κυνήγησαν αλλά τον έσωσε ο γιος του, που βγήκε απ’ το σπίτι και με το όπλο του μόλις είδε ότι ρίχνανε πάνω στον πατέρα του. Άρχισε να ρίχνει κι κείνος μ’ ένα αυτόματο όπλο που είχε. Δέκα σφαίρες έριχνε με τη μία. Οι Τούρκοι φοβήθηκαν και έφυγαν. Έτσι γλίτωσε ο παπάς.
Την ίδια μέρα ο παπάς κατέβηκε στην Τραπεζούντα. Νύχτα έφτασε και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας. Ο πατέρας μου σηκώθηκε ν’ ανοίξει. Εμείς φοβηθήκαμε. Η μητέρα μου του είπε μάλιστα να μην ανοίξει. -«Ποιος είναι!» φώναξε από μέσα ο πατέρας μου. -«Εγώ!» απάντησε ο παπάς. Τον γνώρισε απ’ τη φωνή του και του άνοιξε.
Πίσω απ’ τον παπά σηκώθηκε όλο το χωριό να κατέβει στην Τραπεζούντα. Την ίδια νύχτα έκαψαν και το σπίτι μας οι Τσέτες απ’ το χωριό Τσικανόι. Μόλις είδαν το δίπατο σπίτι μας, που έμοιαζε σαν κάστρο, ερεθίστηκαν. -«Γκιαουρλάρ! Εδώ πάνω στα βουνά, κοίταξε τι όμορφο σπίτι έκαναν. Πώς το έκαναν;». Ρίξανε έναν τενεκέ πετρέλαιο και το κάψανε. Φωταγώγησε όλο το χωριό. Νύχτα που έφευγε ο κόσμος για την Τραπεζούντα, απ’ τους δρόμους, απ’ τα σοκάκια του χωριού, το σπίτι μας που καιγόταν τους έκανε φως.
Ο παπάς είχε φτάσει στο σπίτι μας της Τραπεζούντας η ώρα δώδεκα της νυκτός. Όταν μπήκε μέσα, τον είδαμε και τρομάξαμε. το ράσο του ήταν τρύπιο από τις σφαίρες.
-«Σφαγή γίνεται στο χωριό!» είπε μόλις μπήκε μέσα. Ύστερα ήρθαν κι άλλοι χωριανοί απ’ τους μαχαλάδες Ποτουράντων και Θοδωσάντων. Όλη τη νύχτα η πόρτα μας χτυπούσε. Μαζεύτηκαν σε μας μέχρι δέκα οικογένειες. Με την ψυχή μονάχα ήρθαν. Δεν πήραν μαζί τους τίποτε. Οι Πετράντ’ απ’ το μαχαλά Πετράντων έφυγαν στην Όλασα.
Κοντύτερα σε κείνους πέφτει η Όλασα. Την άλλη μέρα κατέβηκαν και κείνοι στην Τραπεζούντα.
Γενάρης μήνας ήταν. Οι Ρώσοι έφευγαν. Τα βαπόρια ήταν έτοιμα. Ο κόσμος προσπαθούσε να βγάλει χαρτιά, να βρουν θέσεις στα καράβια. Τη μισή Τραπεζούντα την είχαν Τούρκοι και τη μισή Ρώσοι. Οι Ρώσοι είχαν το λιμάνι. Οι Τούρκοι δεν πείραζαν τους Ρώσους, είχαν ανακωχή. Εμάς μισούσαν, που θέλαμε να κάνουμε Ελεύθερο Πόντο. Μας μισούσαν γιατί κι οι δικοί μας δεν κάθισαν ήσυχα όταν ήρθαν οι Ρώσοι. Οι Ρώσοι έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών, έπαιρναν ό,τι έπαιρναν, κι από πίσω ορμούσαν οι δικοί μας και άρπαζαν. Ο δεσπότης έλεγε να μην πειράζουμε καθόλου, τους συγκρατούσε, αλλά μερικοί δεν άκουγαν. Γι’ αυτό μας μισούσαν.
Στις 2 Φεβρουαρίου μπήκαμε στο βαπόρι και φτάσαμε στο Βατούμ. Καθίσαμε δεκαπέντε μέρες. Άρχισαν οδομαχίες: οι μπολσεβίκοι κι οι αντίθετοί τους. Σηκωθήκαμε και πήγαμε στη Θεοδόσια. Μείναμε πέντε μήνες. Σηκωθήκαμε κι από κει και πήγαμε στη Σεβαστόπολη. Εκεί ήρθαν ελληνικά βαπόρια, η «Έλλη», η «Αντιγόνη» και φόρτωναν Έλληνες του Πόντου για την Ελλάδα. Η «Έλλη» βομβάρδισε τη Σεβαστόπολη. Ήρθαν μαζί με τους συμμάχους και χτύπησαν με κανόνια την πόλη. Στη Σεβαστόπολη ήταν χιλιάδες Πόντιοι. Οι Ρώσοι μετά τους βομβαρδισμούς της «Έλλης» θύμωσαν μαζί μας. Μας μίσησαν. Εκείνοι πάντα μας προστάτευαν, αλλά όταν είδαν τον βομβαρδισμό, μας μίσησαν. Στην αγορά πιάστηκαν ένας Ρώσος κι ένας Πόντιος και χτυπήθηκαν.
Τον Απρίλιο του 1919 μπήκαμε στο καράβι και ήρθαμε στην Ελλάδα, στο Βόλο. Μείναμε στο Βόλο δώδεκα χρόνια και στα 1931 ήρθαμε στην Καλαμαριά.
















