Ο Ιορδάνης Ελευθεριάδης, ο Χρήστος Χατζησαββίδης και ο Δημήτριος Ασλανίδης ζούσαν στον οικισμό Σερίφελι (Σερεφέλη, Σερίφελου, Τατάρκαλε), ο οποίος βρισκόταν στην κοιλάδα του Ισταυρός-τσάι, 16 χλμ βορειοανατολικά της Κάβζας. Είχε περίπου 35 οικογένειες τουρκόφωνων Ελλήνων, με καταγωγή κυρίως από το Νεbιέν της Πάφρας και το Κιολπελέν της Σαμψούντας.
Στον οικισμό διατηρούσαν εκκλησία αφιερωμένη στη Γέννηση της Θεοτόκου, καθώς και σχολείο, ενώ ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ωστόσο ο καπνός αποτελούσε το βασικό εμπορικό προϊόν της περιοχής.
Η μαρτυρία τους περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Τον Ιούνιο του 1921 άδειασε το χωριό μας. Ακούγαμε και μαθαίναμε πως οι Τούρκοι καίνε τα χωριά και τους ανθρώπους. Ακούστηκε πως θα μας στείλουνε κι εξορία. Το κακό όσο πήγαινε ερχόταν κοντά μας. Τ’ αφήσαμε όλα, σπίτια, ζώα, τα πάντα, και φύγαμε στα βουνά. Πήγαμε προς τα βουνά της Πάφρας.
Όσοι αργοπορήσανε να φύγουνε, τους πήρανε εξορία. Τους πήγανε στα βάθη της Τουρκίας. Φτάσανε στη Μαλάτεια. Τέσσερα αδέλφια δικά μου [πληροφορία του Χρ. Χατζησαββίδη] φύγανε εξορία και απ’ αυτούς κανένας δεν γύρισε. Οι περισσότεροι πεθάνανε.
Εμείς πήγαμε στα βουνά. Στο Νεμπιέν πήγαμε. Άμα ακούσαμε πως φύγανε οι Τούρκοι, γυρίσαμε στο χωριό. Έρημο ήτανε, τίποτα δε βρήκαμε. Κανένα μήνα καθήσαμε. Πάλι οι Τούρκοι ήρθανε και φύγαμε.
Εμείς πήγαμε στα βουνά τα δικά μας. Σε μια τοποθεσία που λέγανε Σουλούdερε. Μέσα σε σπήλαια κρυφτήκαμε. Μπαίναμε και βγαίναμε. Αύγουστο μήνα του 1921 κάψανε τα χωριά. Μέσα σε μια μέρα τριανταέξι χωριά κάψανε. Από ένα ψηλό μέρος ήμαστε και βλέπαμε τις φλόγες και τους καπνούς. Τίποτε δεν έμεινε. Δύο χρόνια και περισσότερο μείναμε στα βουνά.
Του 1923 το Φεβρουάριο κατεβήκαμε στο Σαμψούν. Είπανε πως έκανε «σύμβαση» ο Βενιζέλος με τον Κεμάλ να φύγουμε στην Ελλάδα. Μείναμε στο Σαμψούν εννέα μήνες. Μας βάλανε σ’ εκκλησίες και σε σχολεία και μέναμε. Οι Αμερικάνοι δίνανε συσσίτιο και τρώγαμε.
Φύγαμε μ’ ελληνικό πλοίο, το «Αρχιπέλαγος». Περάσαμε από Κωνσταντινούπολη, Τσανάκκαλε, και ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη. Στην Κωνσταντινούπολη δεν βγήκαμε.
Μας βγάλανε στο Καράμπουρνου. Από κει μας πήγανε στην Αγία Παρασκευή, ύστερα στη Στεφανία, στο Κιλκίς και μετά στο Σιδηρόκαστρο κοντά, στο Μέταλλο. Από κει φύγαμε όταν ήρθανε οι Γερμανοί, στον πόλεμο.
Από το 1945 ήρθαμε εδώ στο Λιβαδοχώρι. Τότες το λέγανε Σακάφτσα.



![Ο έμπορος βαφών Ναζάρ Αγά Μανούσαγκιαν με την οικογένειά του στην Αντέπ, το 1912 (φωτ.: Hraztan Tokmadjian, Ayntabi Aseghnakordzoutyunu [The Embroidery of Ayntab], τ. 1, Χαλέπι-Ερεβάν, 2015)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/06/genoktonia-armenion-antep-360x180.jpg)












