Το όνομά της είναι γνωστό και ξακουστό και στη νέα γενιά των θεατρόφιλων, παρόλο που δεν υπάρχει κανένα οπτικό τεκμήριο για να μπορούν να την δουν έστω και για λίγο να παίζει. Την αποκάλεσαν «αγρίμι», «θηλυκό μάγκα», «επαναστάτρια», αλλά πάνω απ’ όλα «σπουδαία ηθοποιό». Και σε αυτόν τον τελευταίο χαρακτηρισμό κρύβεται η υστεροφημία της Μαρίκας Κοτοπούλη.

Σίγουρα έζησε δέκα ζωές, με έρωτες και πάθη, σε μια ταραγμένη περίοδο της χώρας. Αλλά αν δεν ήταν τόσο μεγάλη στην τέχνη της, όλα όσα συνέβησαν στη ζωή της θα ήταν απλώς ιστορίες μιας άλλης εποχής. Δυναμικές, συναρπαστικές, ενίοτε χαριτωμένες ή σκαμπρόζικες, αλλά ιστορίες. Ήταν η τέχνη της που την έκανε διαχρονική.
Η Μαρίκα Κοτοπούλη έφυγε σαν σήμερα το 1954. 72 χρόνια πριν. Τα μεγέθη προκαλούν δέος, ειδικά στην εποχή που ζούμε, που το viral της προηγούμενης εβδομάδας είναι σημερινό ρετρό. Αν το θυμόμαστε κιόλας.
Οι ρόλοι, οι ερμηνείες και οι ιστορίες ζωής της Μαρίκας Κοτοπούλη κυκλοφορούν εδώ και δεκαετίες και θα κυκλοφορούν παντού. Από τους τοίχους των θεάτρων στα οποία μεγαλούργησε, όπως το Ρεξ, όπου το Εθνικό Θέατρο έχει δώσει το όνομά της σε μια σκηνή, μέχρι την έπαυλή της στου Ζωγράφου, που έχει γίνει από το 1990 μουσείο.

Έχει εμπνεύσει και πολλούς δημιουργούς που έχουν γράψει έργα-βιογραφίες για τη σπουδαία ηθοποιό. Και για την ιστορία, στη Μαρίκα Κοτοπούλη πιστώνεται η φράση: «Ηθοποιός είναι ο ρόλος».
Τα πρώτα βήματα και η πρώτη κόντρα
Ο Δημήτρης και η Ελένη Κοτοπούλη (το γένος Σιλιβάκου), ηθοποιοί και οι δύο, ήταν οι γονείς της. Και στις 3 Μαΐου 1887 γεννήθηκε η κόρη τους Μαρίκα, επί σκηνής.
Η μητέρα Ελένη, «καταληφθείσα επί σκηνής από τας ωδίνας του τοκετού», όπως περιέγραφε μια εφημερίδα της εποχής, «μετεφέρθη κακώς έχουσα εις την οικίαν της, ένθα έφερεν εις φως τον τελευταίον γόνον των Κοτοπούληδων». Για την ιστορία, το έργο στο οποίο γεννήθηκε ήταν Ο αμαξάς των Άλπεων.
Η Μαρίκα είχε τρεις αδελφές, επίσης ηθοποιούς: τις δίδυμες Χρυσούλα Μυράτ ή Χρυσούλα Κοτοπούλη και Φωτεινή Κοτοπούλη-Λούη ή Φωτεινή Λούη, και την Πόπη Κοτοπούλη.

Επίσημα ανέβηκε στη σκηνή σε ηλικία 5 ετών και μέχρι το 1901 ήταν στον «Δραματικό Θίασο Πρόοδος», που είχαν δημιουργήσει οι γονείς της. Ο θίασος δεν ανέβαζε παραστάσεις μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά περιόδευε και σε άλλες ελληνικές πόλεις, καθώς και στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.
Το αξιοσημείωτο σε αυτή την περίοδό της ήταν πως, στην ηλικία των 11 ετών, υποδύθηκε τη γριά Γιάνναινα στον Αγαπητικό της βοσκοπούλας.
Το 1902, η Μαρίκα είναι μόλις 15 ετών και προσλαμβάνεται στο Βασιλικό Θέατρο. Οι συνάδελφοί της δεν τη βλέπουν με καλό μάτι, κυρίως λόγω του νεαρού της ηλικίας της. Εκείνη την περίοδο έχουμε και την πρώτη κόντρα. Είναι με την ηθοποιό Άννα Φραγκοπούλου, που είναι η ευνοούμενη του παλατιού.
Τελικά η Κοτοπούλη επιβάλλεται με το ταλέντο της και, με τις πρώτες ερμηνείες της, αλλάζει το κλίμα υπέρ της. Όσο για τη Φραγκοπούλου; Θα συνυπάρξουν το 1905 στο έργο του Σίλερ Δον Κάρλος, Ινφάντης της Ισπανίας, που ανέβηκε σε σκηνοθεσία Θωμά Οικονόμου. Και μπορεί η Φραγκοπούλου να είχε την εύνοια του παλατιού, αλλά και η Κοτοπούλη ήταν βαμμένη βασιλικιά.
Νωρίτερα, και συγκεκριμένα το 1903, η Κοτοπούλη παίζει στην τριλογία του Αισχύλου Ορέστεια. Το συγκεκριμένο ανέβασμα, όμως, πέρασε στην ιστορία, καθώς για πρώτη φορά αρχαίο κείμενο απαγγέλθηκε στη δημοτική!
Σύμφωνα με τα στοιχεία, αυτή η ενέργεια προκάλεσε την οργή των οπαδών της καθαρεύουσας. Όπως φέρεται, οι τελευταίοι υποκινήθηκαν από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Γεώργιο Μιστριώτη. Αποτέλεσμα: Εισέβαλαν στον χώρο της παράστασης, όπου τα έσπασαν όλα. Εκτός δε από καταστροφές και τραυματίες, υπήρξε και ένας νεκρός. Φυσικά οι παραστάσεις δεν συνεχίστηκαν.

Και τα σκάνδαλα δεν σταματάνε εδώ για τη νεαρή ηθοποιό. Τα κουτσομπολιά της εποχής θέλουν τον Οικονόμου και την Κοτοπούλη να είναι ζευγάρι. Κάτι που επιβεβαιώθηκε όταν, το 1906, εκείνη εγκατέλειψε το Βασιλικό Θέατρο και τον ακολούθησε.
Οι δυο τους συνεργάστηκαν στον θίασο του πατέρα της, Δημήτρη Κοτοπούλη. Οι παραστάσεις που ανέβασαν απέσπασαν πολύ καλές κριτικές, θεωρήθηκαν άκρως πρωτοποριακές για την εποχή τους, αλλά αποδείχθηκαν παταγώδης αποτυχία στο ταμείο. Η Κοτοπούλη «επιβίωσε» μεν, αλλά όταν, ύστερα από έναν χρόνο περίπου, χώρισαν, εκείνη έφυγε για λίγο στο Παρίσι να ηρεμήσει.
Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν όταν ο Οικονόμου, για το ανέβασμα του Φάουστ, την υποχρέωσε να επισκέπτεται ασθενείς του φρενοκομείου για να βασίσει την απόδοση του ρόλου της στη συμπεριφορά τους.
Μετά το ναυάγιο συνεργασίας και σχέσης, άρχισε η πτώση του Οικονόμου. Η δικαίωσή του ήρθε πολλά χρόνια μετά, αλλά από τη θέση του καθηγητή υποκριτικής.

Ο τρελός έρωτας με τον Ίωνα Δραγούμη
Το 1908, ενώ βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για περιοδεία, η Κοτοπούλη ερωτεύτηκε τον πολιτικό και στοχαστή Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος υπηρετούσε εκεί ως Πρώτος Γραμματέας της Ελληνικής Πρεσβείας.
Εκείνος μάλιστα λέγεται ότι, εξαιτίας της, χώρισε την Πηνελόπη Δέλτα, με την οποία τότε είχε σχέση. Αν και είχαν γνωριστεί παλαιότερα, η συνάντηση στην Πόλη αποδείχτηκε μοιραία. Αφού πέρασαν από πολλά στάδια, το 1912 αποφάσισαν να συζήσουν χωρίς να επισημοποιήσουν τη σχέση τους με γάμο.
Για την κοινωνία της εποχής φαίνεται ότι ήταν μεγαλύτερο σκάνδαλο να παντρευτούν ένας πολιτικός και μια… θεατρίνα, έστω και πρώτης γραμμής. Υπήρχε και ταξικό θέμα, κυρίως από την πλευρά της οικογένειας εκείνου.
Η πολύκροτη σχέση τους υπήρξε σκανδαλώδης για τα δεδομένα της εποχής.
Το ζευγάρι από τον Ιούνιο του 1912 συζούσε, χωρίς να παντρευτούν, κάτι που όμως έτσι κι αλλιώς ήταν αδύνατον λόγω της ταξικής διαφοράς που υπήρχε ανάμεσά τους και της επακόλουθης αντίδρασης της μεγαλοαστικής οικογένειας του Δραγούμη.
Μάλιστα, αυτή η σχέση ήταν η αιτία που τον «αποκλήρωσε» η οικογένειά του, η οποία, μεταξύ άλλων, αρνήθηκε και να γνωρίσει την ηθοποιό. Από την άλλη, η Κοτοπούλη ήταν εθισμένη στη μορφίνη, κάτι που σταμάτησε εξαιτίας εκείνου.
Αυτό φαίνεται και από τις επιστολές που έστελναν ο ένας στον άλλον, ειδικά τη διετία 1917-1919, που εκείνος ήταν εξόριστος στην Κορσική. «Ξέρω ότι σε αγαπώ με πάθος, σαν το ζώο» και εκείνη του απαντούσε λέγοντας: «Σε γνώρισα την ίδια μέρα που γνώρισα και τη μορφίνη. Ευτυχώς τη μορφίνη την έκοψα. Δεν μπορώ να κάμω το ίδιο και μ’ εσένα».
Η σχέση τους θα ήταν αυτό που θα λέγαμε σήμερα «ελεύθερη». Αυτό μεταφραζόταν στο ότι δεν είχαν απαιτήσεις ο ένας από τον άλλον. Όπως έλεγε η Κοτοπούλη: «Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να αλλάξω τον Ίωνα, όπως δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να αλλάξει εκείνος εμένα».
Παρ’ όλα αυτά, δεν δίσταζε να λέει πως: «Κάθε φορά που πλάγιαζα μαζί του, ένιωθα ότι πλάγιαζα με τον Ερμή».

Ο Δραγούμης, πολιτικά, αν και στην αρχή ήταν με τη μεριά του Ελευθέριου Βενιζέλου, στην πορεία διαφώνησε μαζί του και έγιναν όχι απλά αντίπαλοι, αλλά σχεδόν εχθροί. Φανταστείτε την έκπληξη της «βασιλικιάς» Μαρίκας, όταν την επισκέφτηκε στο καμαρίνι της ο Βενιζέλος. Συνέβη στην πρεμιέρα του Ντυμπούκ, μισή ώρα πριν αρχίσει η παράσταση.
Μάλιστα, οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν: «Μεγάλο γεγονός αυτό. Ο Βενιζέλος στο Θέατρο Κοτοπούλη! Ο Βενιζέλος σε παράσταση της πιο “φανατικής αντιβενιζελικής” ηθοποιού της Ελλάδος».
Τι συνέβη σε εκείνη τη θρυλική συνάντηση; Ο Βενιζέλος την θεωρούσε σπουδαία ηθοποιό, αδιαφορώντας για τα πολιτικά της φρονήματα.
Η Κοτοπούλη τον δέχτηκε με κάποια στενοχώρια, βέβαια, και με αρκετή αμηχανία, μα με μεγάλη ευγένεια. Άρχισε λοιπόν η κουβέντα Βενιζέλου και Μαρίκας γύρω από καλλιτεχνικά θέματα και συζητούσαν με μεγάλη εγκαρδιότητα. Η Μαρίκα είχε καταγοητευτεί από τον πρόεδρο και ο πρόεδρος από τη Μαρίκα.
Ώσπου, για μια στιγμή, επάνω στον ενθουσιασμό της, η Μαρίκα πετάγεται όρθια, αφήνει σύξυλο τον πρόεδρο και, ανοίγοντας την πόρτα του καμαρινιού της, άρχισε να φωνάζει έξαλλη, απευθυνόμενη στον Μήτσο Μυράτ, που ντυνόταν στο διπλανό καμαρίνι:
– Βοήθεια… Σώστε με! Μήτσο, τρέχα να με γλιτώσεις. Πέντε λεπτά ακόμη αν μείνει ο πρόεδρος στο καμαρίνι μου θα γίνω… βενιζελική χωρίς να το καταλάβω!.. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, σκασμένος στα γέλια, μόλις τ’ άκουσε, σηκώθηκε βιαστικά και, φιλώντας το χέρι της Μαρίκας, έσπευσε να απομακρυνθεί από το καμαρίνι της, λέγοντάς της:
– Φεύγω για να γλιτώσετε από εκείνο που φοβάσθε! Καληνύχτα. Πηγαίνω να σας χειροκροτήσω στην πλατεία!…

Δυστυχώς, όμως, ο φανατισμός που κυριαρχούσε τότε στη χώρα έγινε αιτία της δολοφονίας του Ίωνα Δραγούμη από ορκισμένους βενιζελικούς. Χωρίς, φυσικά, τη συγκατάθεση του Βενιζέλου. Ο τελευταίος είχε δεχτεί δολοφονική απόπειρα στο Παρίσι.
Για αντίποινα, οι βενιζελικοί δολοφόνησαν τον Δραγούμη στην Αθήνα στις 31 Ιουλίου του 1920, όταν έβγαινε από το σπίτι της Κοτοπούλη, στην οδό Ξενίας στους Αμπελοκήπους. Ο ίδιος ο Βενιζέλος, στο Παρίσι, όταν του ανήγγειλαν τη δολοφονία του Δραγούμη, αναφώνησε συγκλονισμένος: «Φρικτό! Φρικτό! Φρικτό!»
Κυβέλη ή Κοτοπούλη;
Και φτάνουμε στη μητέρα των θεατρικών μαχών. Κυβέλη ή Κοτοπούλη. Η μεγάλη προπολεμική κόντρα του εγχώριου θεάτρου, που, ξέχωρα από τη θεατρική αντιζηλία των δυο γυναικών, αποδεικνύει για πολλοστή φορά πως ως λαός μάς αρέσουν οι κόντρες και οι διχασμοί.
Όχι ότι οι ίδιες δεν αρέσκονταν σε αυτή την κόντρα, που τα είχε όλα. Ακόμα και κατασκόπους, όπως θα δείτε παρακάτω.
Και δεν ήταν μόνο η κοινή τους θεατρική πορεία, γιατί ακολουθεί και το παρακάτω… μπέρδεμα. Αρχικά ο Μήτσος Μυράτ είχε παντρευτεί την Κυβέλη, με την οποία έκαναν δύο παιδιά. Όμως εκείνη τον άφησε για τον θεατρικό επιχειρηματία Κώστα Θεοδωρίδη.
Αλλά και ο Μυράτ παντρεύτηκε τη Χρυσούλα Κοτοπούλη, αδελφή της Μαρίκας. Με τη Χρυσούλα ο Μυράτ απέκτησε δυο παιδιά (είχε και άλλα δυο), ένα εκ των οποίων ήταν ο Δημήτρης Μυράτ.
Ο τελευταίος, σε συνέντευξή του στον Φρέντι Γερμανό, είχε πει τα περί κατασκόπων. Συγκεκριμένα, η Κυβέλη ετοιμαζόταν να ανεβάσει ένα φρέσκο γαλλικό έργο, το οποίο όμως στην πορεία το ήθελε και η Κοτοπούλη. Το φέρνουν από το Παρίσι οι δικοί της κατάσκοποι, μεταφράζεται μέσα σε μία μέρα. Ανακοίνωσε την πρεμιέρα εσπευσμένα κι οι ηθοποιοί την τρίτη πράξη την έπαιξαν με υποβολέα, καθώς δεν είχε προλάβει καν να τυπωθεί για να το διαβάσουν και να μάθουν τα λόγια τους.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι το «προκάτ» της Κοτοπούλη έσκισε εισπρακτικά, σε αντίθεση με την παράσταση της Κυβέλης.

Η δισέγγονη της Κυβέλης, Βαλεντίνη Ποταμιάνου, είχε πει σε συνέντευξή της:
«Υπήρχε μια πολύ βαθιά εκτίμηση ανάμεσα τους! Κάποτε στην Αίγυπτο σε μια δεξίωση μια θαυμάστρια της Κυβέλης της είπε μπροστά σε όλο τον κόσμο: “Εσείς κυρία Παπανδρέου είστε ανώτερη από την κυρία Κοτοπούλη!”. Ακούγοντας αυτό η Κυβέλη της απάντησε: “Η Κοτοπούλη είναι η μεγαλύτερη Ελληνίδα ηθοποιός! Και θα σας παρακαλούσα όταν μου μιλάτε για το θέατρο να μην με προσφωνείτε κυρία Παπανδρέου!”.
»Είχε πολύ μεγάλη εκτίμηση η Κυβέλη για την Κοτοπούλη. Άλλωστε την εποχή που η Κυβέλη γύρισε τσακισμένη από το χωρισμό της με τον Παπανδρέου η Κοτοπούλη την στήριξε με τον τρόπο της. Θα σας αφηγηθώ γι’ αυτό ένα περιστατικό που μου το μετέφερε η αείμνηστη ηθοποιός Άννα Συνοδινού.
»Έκαναν πρόβα σ’ ένα έργο με τον θίασο της Κοτοπούλη και όταν έφθασε η Συνοδινού είδε να έχει “στηθεί” ένας μπουφές με εδέσματα και κρασί. Ρώτησε λοιπόν τους υπόλοιπους συναδέλφους της αν θα ερχόταν και κάποιος άλλος για να δει την πρόβα και τότε της απάντησαν πως θα έρθει η Κυβέλη μετά από πρόσκληση της Κοτοπούλη. Εκείνη αγχωμένη αναφώνησε “Ωχ! Δεν μας φθάνει η Κοτοπούλη θα δει και την πρόβα και η Κυβέλη!”.
»Όταν τελείωσε η πρόβα και η Κυβέλη παίνεψε τόσο την πρόβα, το έργο αλλά και τους ηθοποιούς στην Κοτοπούλη εκείνη γύρισε και της είπε: “Τι το θέλω εγώ αυτό το έργο! Εγώ δεν έχω και παιδιά! Παρ’ το να το παίξεις εσύ!”. Και της έδωσε έναν έτοιμο θίασο για να ξαναμπεί στο θέατρο, μετά από ένα μεγάλο διάστημα αποχής από αυτό».
Αυτό συνέβη στην επιστροφή της Κυβέλης. Όμως οι δυο τους συνεργάστηκαν και νωρίτερα, και συγκεκριμένα τη διετία 1932-1934. Η «ένωση» των δυο μεγάλων ηθοποιών έγινε για να αντιμετωπίσουν τη δημιουργία του Εθνικού Θεάτρου, που είχε ιδρύσει ο τότε υπουργός Παιδείας και μετέπειτα σύζυγος της Κυβέλης, Γεώργιος Παπανδρέου! Τι μικρός που είναι ο κόσμος.
Εκείνη την περίοδο οι δυο τους πρωταγωνίστησαν σε μια ταινία, τη μία και μοναδική στην οποία έπαιξε η Κοτοπούλη: Ο Κακός δρόμος, αν και είχε τις δυο σπουδαίες ηθοποιούς και ήταν πανάκριβη παραγωγή (και δη ελληνοτουρκική), αποδείχτηκε αποτυχία μεγατόνων. Και πλέον είναι και χαμένη, πλην ελάχιστων σκηνών.
Ο γάμος και η έπαυλη
Το 1923 παντρεύτηκε τον θεατρικό επιχειρηματία Γεώργιο Χέλμη, με τον οποίο έμεινε ως το τέλος της ζωής της. Ως δώρο γάμου, ο σύζυγός της της χάρισε την έπαυλη στου Ζωγράφου. Μάλιστα, εκείνη την εποχή την περιοχή την λέγανε Κουπόνια. Η έπαυλη βρίσκεται στη λεωφόρο Αλεξάνδρου Παναγούλη 17.
Όπως καταλαβαίνει κανείς, η βίλα αποτέλεσε κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου ένα από τα σημαντικότερα κοσμικά και πνευματικά κέντρα της Αθήνας, όπου συγκεντρωνόταν όλη η πνευματική, καλλιτεχνική και πολιτική ελίτ της χώρας.
Μετά το θάνατό της το 1954, η έπαυλη εγκαταλείφθηκε. Από το 1960 έως το 1989, το κτίριο εκμισθώθηκε από το ελληνικό Δημόσιο και στέγαζε το Αστυνομικό Τμήμα Ζωγράφου. Επί χούντας έγινε χώρος κράτησης.
Το 1990 ο Δήμος Ζωγράφου, σε συνεργασία με το ΣΕΗ, διέσωσε το οίκημα, το αναπαλαίωσε και πλέον στεγάζονται εκεί το Μουσείο Μαρίκας Κοτοπούλη και η Δημοτική Πινακοθήκη.

Τι ήταν τελικά η Μαρίκα Κοτοπούλη; Όπως είχε γράψει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, «υπήρξε ένας ακρογωνιαίος λίθος στην ιστορία του θεάτρου στον αιώνα μας. Δεν ήταν μόνο η μεγάλη ηθοποιός που κατόρθωσε να αφομοιώσει όλα τα στυλ και να παίξει με άνεση κωμειδύλλιο, φάρσα, δράμα, τραγωδία και επιθεώρηση δεν ήταν μόνο η δυναμική θιασάρχις που σε μια εποχή ανδροκρατίας διηύθυνε θίασο και κατηύθυνε τα καλλιτεχνικά πράγματα του τόπου».

Αν και αγαπημένη της διανόησης, ήταν απίστευτα βωμολόχα, αλλά είχε και απίστευτο χιούμορ. Τρανό παράδειγμα η παρακάτω συνέντευξη που έδωσε το 1936 στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα:
«Πότε πρωτοπαίξατε στο Θέατρο;»
– Κάθε βράδυ πρωτοπαίζω.
«Ποιο ελληνικό έργο προτιμάτε;»
– Το φράγμα του Μαραθώνος.
«Ποιο απ’ όλα τα βιβλία προτιμάτε;»
– Τον Τσελεμεντέ.
«Ποιος συγγραφέας σας αρέσει;»
– Ο λογιστής του θεάτρου μου όταν το έργο έχει επιτυχία.
«Σας αρέσουν τα ταξίδια;»
– Του Ιουλίου Βερν.
«Ποια είναι η καλύτερη στιγμή της ημέρας σας;»
– Η νυξ.
«Πόσες ώρες κοιμάσθε;»
– Εννοείτε ορθία;
«Γυμνάζεσθε καθόλου;»
– Εις την Αγγλικήν.
«Σας αρέσει ο περίπατος;»
– Οι ορειβασίες, ξυπόλητη.
«Ποια είναι η αναψυχή σας;»
– Δύο παραστάσεις την ημέρα.
«Ποιαν ηθοποιό προτιμάτε;»
– Την Κυβέλη, υπό τον όρο κι εκείνη να πει εμένα.
«Τι αγαπάτε πιο πολύ στον κόσμο;»
– Τον πολύ κόσμο στο θέατρό μου.
«Είσθε προληπτική;»
– Όταν βλέπω άδειο το θέατρό μου υποπτεύομαι πως κάτι κακό συμβαίνει.
«Τί θα παίξετε τώρα;»
– Κουμ – καν.
«Ποιες είναι οι επιδιώξεις σας;»
– Να κερδίσω».
Δυναμική, ατίθαση, γεμάτη αντιθέσεις (σύμφωνα με τον Γιάννη Τσαρούχη, παρότι είχε τις γνωστές πολιτικές απόψεις, είχε βοηθήσει πολλούς αριστερούς, όχι μόνο κρύβοντάς τους, αλλά προσφέροντάς τους δουλειά, και έφτανε στο σημείο να ζητάει, μέσω των πολιτικών γνωριμιών της, ακόμα και να τους φέρουν πίσω από την εξορία), ζούσε και λάτρευε το θέατρο, αλλά ήξερε να ζει και τη ζωή της.
Ανεξάρτητη, ελεύθερη, μακριά από την υποκρισία και έτοιμη να συγκρουστεί για ό,τι πίστευε και ό,τι αγαπούσε. Και ό,τι έκανε είχε τη σφραγίδα και το πάθος της. Και όπως έλεγε και η ίδια: «Να με λέτε Μαρίκα Κοτοπούλη, έτσι σκέτα. Όλα τα άλλα είναι υπερβολές».
Σπύρος Δευτεραίος

















