Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα εμφανίστηκε στην χώρα μας η οπερέτα – ένα είδος που άνθησε και άφησε πίσω του θαυμαστά και για τους γνώστες του είδους κλασικά έργα. Και ναι μεν οι επιρροές ήταν από την ευρωπαϊκή σχολή, όμως είχε εμπλουτιστεί με ελληνικά στοιχεία. Αρκετοί μελετητές δε την θεωρούν συνέχεια του ελληνικού κωμειδυλλίου.
Στην ουσία η οπερέτα ήταν μια ανάλαφρη όπερα με αρκετά μέρη διαλόγου, κάτι σαν μιούζικαλ δηλαδή, με πιο αστική θεματολογία.
Ελαφρύ μεν, αλλά με πολλές απαιτήσεις από τους ερμηνευτές της καθώς έπρεπε να συνδυάσουν οπερετική φωνή με ερμηνευτικές ικανότητες. Από τους κορυφαίους δημιουργούς στην Ελλάδα ήταν ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, ή αλλιώς «ο πατέρας της ελληνικής οπερέτας» όπως τον αποκαλούν οι ιστορικοί. Δημιουργός σπάνιας φινέτσας και αισθητικής, που αν και είχε ευρωπαϊκές σπουδές, γνώριζε πως ήταν στην Ελλάδα. Κράτησε λοιπόν τη Δυτική φινέτσα, χωρίς όμως να ξεπέσει στον σουσουδισμό που υπήρχε τότε στο ελληνικό θέατρο.
Αλλά και μετά μπόρεσε και πέρασε και στην επιθεώρηση, πάντα με τη φινέτσα που τον διέκρινε και τον χαρακτήριζε, τόσο τον ίδιο όσο και το έργο του. Ωστόσο το φινάλε (πρωτίστως της καλλιτεχνικής του ζωής) δεν ήταν αντάξιο της λαμπρότητας που βίωσε τα προηγούμενα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά παραμένει ένας δημιουργός που άνοιξε νέους δρόμους και πήγε το μουσικό θέατρο ακόμα πιο πέρα.
Μουσικός από σόι
Γεννήθηκε στην Αθήνα, η καταγωγή του όμως ήταν από το Λιτόχωρο. Την πρώτη του επαφή με τη μουσική την είχε μέσω του πατέρα του, ιεροψάλτη, φιλoλόγου και διαπρεπή μουσικού Ιωάννη Σακελλαρίδη, ο οποίος υπήρξε μια ξεχωριστή μορφή στον τομέα, σε σημείο που να έφερε και επανάσταση με το έργο του. Πιο συγκεκριμένα ο Ιωάννης Σακελλαρίδης δίδαξε στα σημαντικότερα σχολεία των Αθηνών, εξέδωσε και δικές του παραλλαγές στους εκκλησιαστικούς ύμνους – κάτι που στην εποχή του είχε θεωρηθεί πολύ τολμηρό.
Και δεν έμεινε εκεί, καθώς μελοποίησε ποιήματα εκλεκτών Ελλήνων ποιητών του 19ου αιώνα. Αυτό κι ήταν ταμπού εκείνα τα χρόνια.
Τόσο ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης όσο και ο αδελφός του Άρης ασχολήθηκαν με την μουσική. Ο δεύτερος ήταν τενόρος. Οι τρεις άντρες (δηλαδή ο πατέρας Σακελλαρίδης και οι δυο γιοι του) έκαναν το 1902 επιτυχημένες συναυλίες στο Μόναχο, την Ιταλία και την Αίγυπτο. Μάλιστα για το κοντσέρτο που δόθηκε στο Βασιλικό Ωδείο του Μονάχου και στο μέγαρο της βαρώνης Αμελίας φον Πέρφαλ, παρουσία πολλών γαλαζοαίματων, μια σατιρική εφημερίδα έγραψε την 1η Δεκεμβρίου 1902: «Εκείνο το οποίον δέον να τονισθή ενταύθα, είναι η εμφάνισις του νεαρού, μόλις εικοσαετούς και συμπαθούς υιού του κ. Σακελλαρίδου, Θεοφράστου Σακελλαρίδου, όστις τους πάντας εξέπληξε παρασχών δείγματα συνθετικής ιδιοφυΐας, ουχί της τυχούσης, και διευθύνας ορχήστραν εξ 60 οργάνων με ικανότητα και ακρίβειαν ήτις ενεποίησεν εις τους φίλους μας Γερμανούς ευχάριστον εντύπωσιν».

Η πρώτη του θεατρική απόπειρα έγινε το 1903 με την όπερα Υμέναιος, και την επόμενη χρόνια έγραψε μουσική για τις Εκκλησιάζουσες του Αριστοφάνη, που ανέβηκε στη «Νέα Σκηνή» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου – μια δημιουργία που στο σύνολο της απαξιώθηκε από τους ειδικούς.
Ναι, το 1904 σίγουρα ήταν πολύ τολμηρό να χρησιμοποιήσει έναν αμανέ κι ένα ζεϊμπέκικο στη μουσική για ένα έργο αρχαίου δράματος. Και μια μικρή σημείωση: Από την νιότη του, ο Σακελλαρίδης ήταν οπαδός της δημοτικής γλώσσας.

Και εγένετο η οπερέτα
Εκτός από τα δικά του έργα, για βιοπορισμό έκανε και διασκευές ξένων τραγουδιών και μουσικής για τις επιθεωρήσεις Τα Παναθήναια, από το 1907 μέχρι το 1913. Νωρίτερα, και συγκεκριμένα το 1911, γνωρίζει την πρώτη επιτυχία με την όπερα Περουζέ (το όνομα μιας γαλλικής κοινότητας, αλλά και της τσιγγάνας ηρωίδας του έργου) που παιζόταν επί δύο χρόνια.

Με το χώρο της οπερέτας είχε αρχίσει να πειραματίζεται από το 1909 με το Σία και αράξαμε. Οι κριτικές ήταν μουδιασμένες, γιατί αυτό το νέο υβρίδιο σε πολλούς έμοιαζε ακόμα και βέβηλο. Η καθολική επιτυχία ήρθε το 1914 με την οπερέτα Στα παραπήγματα.
Και φτάνουμε στο 1918. Τότε παρουσιάζει το έργο που αποδείχτηκε όχι μόνο η μεγαλύτερη, αλλά και η πιο διαχρονική επιτυχία του. Μιλάμε φυσικά για τον Βαφτιστικό, που μαζί με τους Απάχηδες των Αθηνών του Νίκου Χατζηαποστόλου θεωρούνται οι κορυφαίες οπερέτες.
Μέσα από μια φαρσική, σκαμπρόζικη υπόθεση, ο Σακελλαρίδης παρουσίασε μια δημιουργία υψηλής αισθητικής, με ελληνικότατο χαρακτήρα και με πολλά υπόγεια μηνύματα – από τη γυναικεία χειραφέτηση, μέχρι βέβαια και το αντιπολεμικό μήνυμα που πέρασε.
Το έργο ανεβάστηκε πρώτη φορά στις 18 Ιουλίου 1918, λίγους μήνες πριν από τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου πολέμου. Χαρακτηριστικό είναι ότι το εμβατήριο «Ψηλά στο μέτωπο» τραγουδιόταν πολλά χρόνια μετά, από τους στρατιώτες στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Και δεν ήταν το μόνο τραγούδι που έκανε αυτόνομη καριέρα από τον Βαφτιστικό.

Η διαχρονικότητα του έργου αποδεικνύεται μεταξύ άλλων και από το ότι μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1952, από την Μαρία Πλυτά, αλλά και το πλήθος από ανεβάσματά του, ακόμα και στις μέρες μας, μετά από πάνω από έναν αιώνα.
Τα χρόνια της Κατοχής
Γνώστης της ελληνικής μουσικής, όσοι λίγοι, δεν είχε πρόβλημα να περάσει, παράλληλα με τα δικά του έργα, και στην επιθεώρηση, σε μια περίοδο που το είδος μπορεί να ήταν δημοφιλέστατο, αλλά είχε βιώσει ταυτόχρονα και την απαξίωση από τους ειδικούς της μουσικής. Την περίοδο 1937-1945 συνεργάστηκε με την κορυφαία συγγραφική δυάδα Αλέκου Σακελλάριου και Δημήτρη Γιαννουκάκη. Και εκεί υπήρξαν τραγούδια που ξέφυγαν από την παράσταση και έκαναν αυτόνομη καριέρα.

Και το 1940 μια σύνθεση του, με τη φωνή της Σοφίας Βέμπο, ξεσηκώνει τα πλήθη. Μιλάμε για το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», που ήταν από τα τραγούδια-σύμβολα και εμψύχωσης στον πόλεμο του ’40. Η μελωδία του βασίστηκε στο δημοτικό τραγούδι «Πλέκει η Βάσω το προικιό της».
Ωστόσο δεν ήταν μόνο αυτό. Έγραψε μεταξύ άλλων «Το τραγούδι του Μωριά» («Γεια και χαρά σας Μωραΐτες αδελφοί») και η «Χωριάτα» όπως και το «Ντούτσε-Ντούτσε» που ερμήνευσε ο Νίκος Γούναρης (στίχοι επίκαιροι γραμμένοι πάνω στο σκοπό του τραγουδιού του «Μάρω, Μάρω μια φορά είν’ τα νιάτα»).
Και όπως έλεγε και ο ίδιος: «Η ελληνική οπερέτα έδωσε στο λαό το τραγούδι του, στο σαλόνι το ταγκό του και στον στρατιώτη το πολεμικό του εμβατήριο».
Τι μένει;
Παραγωγικότατος (υπολογίζεται ότι έχει γράψει πάνω από 80 έργα), αεικίνητος, άψογος επαγγελματίας, σκορπούσε αισιοδοξία, χαμόγελο –όπου χρειαζόταν– αλλά και την εκλεπτυσμένη φινέτσα και ηρεμία με το έργο του. Αν και γνώστης της ευρωπαϊκής μουσικής, κατάφερε και έκανε τα έργα του πρωτίστως ελληνικά, κάτι που για τον ίδιο αποτελούσε τιμή.
Άλλωστε, όπως είχε δηλώσει σε συνέντευξή του, «Εγώ γράφω με αθηναϊκήν έμπνευσιν. Όταν ακούωμεν μίαν οπερέτα του Λέχαρ [σ.σ.: ο δημιουργός μεταξύ άλλων και της Εύθυμης χήρας] λέγομεν: Μυρίζει Βιέννην. Εάν μεθαύριον ειπούν και περί των έργων μου ότι μυρίζουν Αθήνα, επιτρέψατέ μου να το θεωρήσω ως εκπλήρωσιν του καλλιτεχνικού μου ονείρου».

Και μπορεί να άνοιξε δρόμους και το έργο του να αποδείχτηκε πρωτοπόρο και διαχρονικό, όμως τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπήρξαν άγρια και σχεδόν απαξιωτικά. Χτυπημένος από καρκίνο του ήπατος, από ένα σημείο και μετά είδε όλες τις πόρτες κλειστές. Έχοντας να παλέψει και την ασθένειά του, αλλά και να ζήσει την οικογένειά του (είχε έναν γιο, τον συνθέτη και πιανίστα Γιάννη Σακελλαρίδη), αναγκάστηκε να παίζει πιάνο σε λαϊκά θέατρα και σε αναψυκτήρια της εποχής.
Πικραμένος, έσβηνε μέρα με τη μέρα. Το βιολογικό του τέλος ήρθε στις 2 Ιανουαρίου 1950. Και φυσικά τότε τον θυμήθηκαν.

Δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει στις νέες μεταπολεμικές μουσικές απαιτήσεις; Δεν θέλησε να κάνει συμβιβασμούς στην τέχνη του; Κανείς δεν ξέρει. Πάντως η αξία του παραμένει αναλλοίωτη. Και όπως έγραψε λίγες μέρες μετά το θάνατό του ο ιστορικός του θεάτρου Γιάννης Σιδέρης στο περιοδικό Νέα εστία:
«Μας άφησε έναν τρόπο καλλιτεχνικού βίου αληθινά τιμημένο και άξιο για μίμηση. Ως συνθέτης έκανε στην oπερέτα ό,τι ο Γρηγόριος Ξενόπουλος στην πρόζα».
Σπύρος Δευτεραίος

















