Αν υπάρχει ένας τρόπος να πλησιάσει κανείς σήμερα τον Στέλιο Καζαντζίδη χωρίς να ξαναπεί την ίδια ιστορία, αυτός είναι να τον αφήσει να μιλήσει. Όχι να μιλήσουμε εμείς για τη φτώχεια που έζησε, αλλά να ακούσουμε τον ίδιο να θυμάται. Όχι να εξηγήσουμε εμείς γιατί η φωνή του είχε εκείνη την ιδιαίτερη πίκρα, αλλά να μας πει ο ίδιος από πού γεννήθηκε. Όχι να υποθέσουμε τι σήμαινε για εκείνον ο Πόντος, αλλά να διαβάσουμε τι είχε γράψει ο ίδιος όταν αποφάσισε να τραγουδήσει για την πατρίδα των γονιών του.
Σήμερα, 29 Αυγούστου, 95 χρόνια από τη γέννησή του, ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν χρειάζεται άλλη μία βιογραφία. Χρειάζεται να ξανακουστεί η φωνή του.
Και όταν τον ακούμε να μιλά μέσα από τις συνεντεύξεις του, καταλαβαίνουμε πως πίσω από τη «χρυσή» φωνή υπήρχε ένα παιδί που γνώρισε πολύ νωρίς την απώλεια, την ανάγκη και τη βιοπάλη. «Νομίζω τα βάσανα που τράβηξα -και τραβάω- είναι αυτά που κάναν τη φωνή μου τέτοια, να έχει γεμίσει πόνο» είχε πει σε συνέντευξή στη Γιάννα Λοϊζίδου, στο σπίτι του το καλοκαίρι του 1999. Δεν είναι ένας μεταγενέστερος χαρακτηρισμός. Είναι η δική του εξήγηση για το φαινόμενο Καζαντζίδης.

«Κατοχή, φτώχεια, μιζέρια, φόβοι…»
Όταν μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια, δεν τα ωραιοποιούσε. Δεν προσπαθούσε να τα μετατρέψει σε μια συγκινητική ιστορία που θα ταίριαζε στον μύθο του. Τα θυμόταν όπως ήταν. «Γιατί δεν θυμάμαι να γέλασα ποτέ στη ζωή μου αληθινά» είχε πει στην ίδια συνέντευξη. Και λίγο αργότερα συμπύκνωνε μέσα σε λίγες λέξεις ολόκληρη την εποχή στην οποία είχε μεγαλώσει: «Κατοχή, φτώχεια, μιζέρια, φόβοι…»
Ο ίδιος θυμόταν τον πατέρα του, Χαράλαμπο, που δεν μπορούσε να εργαστεί, την οικογένεια που δυσκολευόταν να εξασφαλίσει ακόμη και το ψωμί και τη στιγμή που, ακόμη παιδί, χρειάστηκε να βγει στη βιοπάλη. «Πήγαμε στο χωριό. Αρρώστιες. Ο πατέρας μου είχε έλκος. Γυρίσαμε, δελτίο, το ψωμί λίγο. Να βγω να βοηθήσω».
Ο Καζαντζίδης δεν μιλούσε σαν ο μεγάλος τραγουδιστής που κοίταζε πίσω τη ζωή του. Μιλούσε σαν το παιδί που είχε αναγκαστεί να μεγαλώσει πριν την ώρα του. Και οι δουλειές που έκανε δεν ήταν μία ή δύο. «Έκανα όλες τις δουλειές του κόσμου» είχε παραδεχτεί. Πούλησε νερό με στάμνα, τσιγάρα, κάστανα, εργάστηκε σε οικοδομές και εργοστάσια. Η ζωή που αργότερα έγινε τραγούδι, είχε προηγηθεί ως καθημερινότητα.

Ο πατέρας, η μάνα και το σπίτι που έπρεπε να κρατήσει όρθιο
Η απώλεια του πατέρα του δεν ήταν απλώς ένα τραυματικό γεγονός. Σήμαινε ότι ο Στέλιος έπρεπε να αναλάβει ευθύνες που δεν αναλογούσαν σε ένα παιδί. Ο ίδιος θυμόταν πως μετά τον θάνατο του πατέρα του είχε δίπλα του τη μητέρα του, Γεσθημανή, και τον μικρό αδελφό του. «Ανέλαβα σε νεαρή ηλικία μεγάλες ευθύνες».
Η τελευταία σύζυγος της ζωής του, η Βάσω Καζαντζίδη είχε περιγράψει παλιότερα με τον δικό της τρόπο τι σήμαινε αυτό για τον Στέλιο: όταν πέθανε ο πατέρας του, ήταν ακόμη έφηβος και ο μικρός Στάθης ήταν μόλις οκτώ μηνών. «Ο Στέλιος ήταν ο άνδρας του σπιτιού», είχε πει χαρακτηριστικά σε κάποια από τις συνεντεύξεις της. Και πίσω από τον μεγάλο τραγουδιστή υπήρχε πάντα εκείνη η μάνα. Η Γεσθημανή. Η γυναίκα που γνώρισε την προσφυγιά, τη φτώχεια και την ανασφάλεια και που, όπως θυμόταν ο ίδιος, δεν ήθελε να τον δει να παρασύρεται από τη ζωή του καλλιτέχνη. Η Βάσω έχει πει ότι η Γεσθημανή παρέμεινε για εκείνον μια σταθερή δύναμη και ότι ακόμη και όταν ο Στέλιος απέκτησε χρήματα, εκείνη του έλεγε να κάνει οικονομία και να κρατά κάτι στην άκρη. Ίσως γι’ αυτό ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν έχασε ποτέ την επαφή του με εκείνη την πρώτη ζωή.
«Η ράτσα μου, η πιο πονεμένη ράτσα της γης»
Ο πατέρας του γεννήθηκε στα Κοτύωρα του Πόντου. Ο Στέλιος μεγάλωσε στη Νέα Ιωνία, σε μια προσφυγική κοινωνία όπου οι χαμένες πατρίδες δεν ήταν ιστορία. Ήταν οικογενειακή μνήμη. Και ο ίδιος αισθανόταν τον Πόντο όχι απλώς ως καταγωγή αλλά ως κομμάτι της ταυτότητάς του. Ο Γιώργος Λιάνης, ο οποίος τον γνώρισε, έγραψε για εκείνον το βιβλίο «Στέλιος Καζαντζίδης: Δεν με σβήνει κανένας» και μίλησε μαζί του για τον Πόντο, έχει καταγράψει μία από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις του: «Γιώργο Λιάνη, η ράτσα μου, η πιο πονεμένη ράτσα της γης».
Ο Λιάνης τον περιέγραφε συχνά στις αναφορές του στον Καζαντζίδη ως τον άνθρωπο που αισθανόταν «συγκλαδοκορμόριζα» -ευφάνταστη και λογοτεχνική λέξη του Καρκαβίτσα που σημαίνει «εκ θεμελίων»- Πόντιος και αναφερόταν στη βαθιά γνώση και το ενδιαφέρον του για την ιστορία του Πόντου. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια καταγωγή που προστέθηκε εκ των υστέρων στη… μυθολογία του. Ο ίδιος μιλούσε γι’ αυτήν. Και όταν ήρθε η ώρα να την τραγουδήσει, δεν το αντιμετώπισε σαν ακόμη έναν δίσκο.
«Μια πατρίδα που δεν την έζησα, ούτε καν γνώρισα»
Το 1993, ο Στέλιος Καζαντζίδης συνεργάστηκε με τον επίσης αξέχαστο και αναντικατάστατο Χρύσανθο και κυκλοφόρησε τον δίσκο, Τα Αηδόνια του Πόντου. Για να καταλάβουμε τι σήμαινε αυτή η δουλειά για εκείνον, δεν χρειάζεται να κάνουμε ερμηνείες. Έγραψε ο ίδιος το κείμενο που συνόδευε το έργο. Μίλησε για το τραγούδι που μέχρι τότε είχε υπηρετήσει και για τη στιγμή που αισθάνθηκε ότι είχε έρθει η ώρα να στραφεί στην ιδιαίτερη πατρίδα των γονιών του. «Ήρθε όμως η ώρα, να ξεπληρώσω ένα μεγάλο χρέος απέναντι στην ιδιαίτερη Πατρίδα των γονιών μου» είχε γράψει. Και αμέσως μετά ήρθε η φράση που ίσως εξηγεί ολόκληρη τη σχέση του με τον Πόντο: «Μια πατρίδα που δεν την έζησα, ούτε καν γνώρισα». Αυτό είναι το παράδοξο αλλά και το μεγαλείο της σχέσης του με τον Πόντο. Δεν είχε ζήσει εκεί. Δεν είχε μεγαλώσει εκεί. Δεν είχε καν περπατήσει στους δρόμους των Κοτυώρων. Κι όμως αισθανόταν ότι του ανήκε. Και δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει αυτή την απόσταση. Την έκανε μέρος της εξομολόγησής του.
Έγραψε ακόμη ότι ήθελε ο δίσκος να λειτουργήσει ως μνημόσυνο για τα θύματα της καταστροφής και ως τιμή στους ανθρώπους που έφυγαν από τον Πόντο χωρίς να μπορέσουν να επιστρέψουν. Και κατέληγε με μια φράση που μοιάζει περισσότερο με εξομολόγηση παρά με καλλιτεχνική δήλωση: «Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο. Θα ήταν μια λύτρωση». Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά αυτής της ιστορίας, την οποία γνωρίζουμε από τη Βάσω Καζαντζίδη. Όταν σε συνέντευξή της είχε ερωτηθεί εάν είχαν ταξιδέψει ποτέ μαζί στον Πόντο, η απάντησή της ήταν ξεκάθαρη: «Δεν είχε πάει ούτε μόνος του να δει από πού κατάγεται ο πατέρας του». Εξηγούσε ότι ο Στέλιος το σκεφτόταν και το συζητούσε. Ήθελε να βρει παρέα, να νοικιάσουν πούλμαν και να κάνουν το ταξίδι οδικώς, καθώς δεν έμπαινε σε αεροπλάνο.

Ο κόσμος που δεν τον άφησε ποτέ μόνο
Ο Καζαντζίδης είχε πλήρη επίγνωση της σχέσης ανάμεσα στη ζωή του και στη φωνή του. Σε συνέντευξή του, όταν τον ρώτησαν για το ήθος και την αξιοπρέπειά του, απάντησε χωρίς να παρουσιάσει τον εαυτό του ως κάποιον που είχε κατασκευάσει μια εικόνα: «Εγώ είμαι αυτός που βλέπετε, αυτός που ακούτε… Είμαι τα τραγούδια μου».
Εκεί βρίσκεται ίσως το κλειδί για να καταλάβουμε γιατί οι άνθρωποι ταύτισαν τη φωνή του με τη δική τους ζωή. Δεν τους έλεγε ότι γνώριζε τον πόνο τους. Τους έδειχνε ότι είχε ζήσει τον δικό του. Σε άλλη συνέντευξη εξηγούσε ακόμη πιο καθαρά τι ήταν για εκείνον το τραγούδι: «Αυτά που είπα στα τραγούδια μου, ήταν η ζωή μου». Και ακριβώς μετά εξηγούσε ότι δεν θεωρούσε πως τραγουδούσε μόνο για τον εαυτό του, αλλά για χιλιάδες ανθρώπους που είχαν ανάλογες αγωνίες.
Η σχέση του με το κοινό ήταν για τον ίδιο σχεδόν υποχρέωση. Στη συνέντευξή του στη Σεμίνα Διγενή περιέγραφε ανθρώπους που έφταναν μέχρι το σπίτι του, από την Ελλάδα και το εξωτερικό, για να τον δουν. Και όταν τον ρωτούσαν γιατί εξακολουθούσε να τον αγαπά ο κόσμος, απαντούσε χωρίς ίχνος έπαρσης αλλά με την αλήθεια του: «Μ’ αγαπάει ο κόσμος γιατί δεν τον πρόδωσα ποτέ». Δεν ήταν μια δήλωση που αφορούσε μόνο τη δημοτικότητά του. Αφορούσε τη σχέση εμπιστοσύνης που πίστευε ότι είχε δημιουργήσει μέσα από τα τραγούδια του. Ο ίδιος θυμόταν ανθρώπους που έρχονταν να του πουν πως τα τραγούδια του τούς είχαν δώσει κουράγιο. Και γι’ αυτό, όπως έλεγε, δεν μπορούσε απλώς να κλείσει την πόρτα και να πει ότι δεν έχει χρόνο για εκείνους.
Η Βάσω και ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο
Η Βάσω Καζαντζίδη γνώρισε τον Στέλιο σε μια διαφορετική εποχή της ζωής του. Για εκείνη δεν ήταν μόνο η φωνή που γνώριζε όλη η Ελλάδα. Ήταν ο άνθρωπος του σπιτιού. Τον θυμάται να κάθεται με την κιθάρα του, να τραγουδά μόνος του και να φτιάχνει μελωδίες. Μάλιστα, όπως διηγείται, της έλεγε πειράζοντάς την: «Εάν ήξερε ο κόσμος μόνο ότι γρατζουνάω την κιθάρα μου, θα ήταν σκαρφαλωμένος στα μπαλκόνια». Η ίδια τον περιγράφει ως άνθρωπο που αγαπούσε το σπίτι, ψάρευε, περνούσε χρόνο με φίλους και ζούσε μια ήσυχη καθημερινότητα. Και όταν τη ρωτούσαν πόσο Πόντιος αισθανόταν ο Στέλιος, δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφιβολίας: «Ο Στέλιος ήταν κάργα Πόντιος» είχε δηλώσει στο pontosnews και στην Πόπη Παπαγεωργίου το 2014. Η ίδια εξηγούσε ότι ήταν περήφανος για την καταγωγή του και ότι ήθελε να αφήσει πίσω του ποντιακά τραγούδια και παρακαταθήκη.
Η τελευταία λέξη ανήκει στον ίδιο
Ίσως τελικά ο πιο σωστός τρόπος να θυμηθούμε τον Στέλιο Καζαντζίδη στα 95 χρόνια από τη γέννησή του είναι να μην προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε εμείς γιατί άντεξε στον χρόνο. Να τον αφήσουμε να το κάνει ο ίδιος. Έζησε την Κατοχή, τη φτώχεια και τον φόβο. Έχασε τον πατέρα του και βγήκε από παιδί στη βιοπάλη για να βοηθήσει τη μάνα του και τον μικρό αδελφό του. Μεγάλωσε μέσα σε μια προσφυγική γειτονιά, έχοντας πατέρα από τα Κοτύωρα και μητέρα με ρίζες από τη Μικρά Ασία. Και όταν ήρθε η ώρα να τραγουδήσει τον Πόντο, δεν είπε ότι γνώριζε την πατρίδα του. Είπε το αντίθετο. «Μια πατρίδα που δεν την έζησα, ούτε καν γνώρισα». Όμως την έκανε τραγούδι. Και όταν τον ρώτησαν ποιος είναι, δεν χρειάστηκε να κατασκευάσει καμία απάντηση. «Αυτός είμαι. Είμαι τα τραγούδια μου». Ίσως τελικά αυτό να είναι και το πιο ακριβές πορτρέτο του. Ένας άνθρωπος που δεν χρειάστηκε να παίξει τον ρόλο του λαϊκού τραγουδιστή, γιατί η ζωή του είχε ήδη γράψει τα τραγούδια. Ένας πρόσφυγας δεύτερης γενιάς που δεν γνώρισε ποτέ τη γη των προγόνων του, αλλά την κουβάλησε μέσα του. Ένας άνθρωπος που έζησε τη φτώχεια και την έκανε φωνή. Ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης που, όπως είχε πει και η Βάσω, ήταν «κάργα Πόντιος». Και ένας καλλιτέχνης που ακόμα και σήμερα, εξακολουθεί να «μιλά» στους ανθρώπους όχι επειδή εμείς τον εξηγούμε, αλλά επειδή εκείνος είχε ήδη πει τα πάντα μέσα από τα τραγούδια του.

















