«Καθόμασταν κάτω από τα πλατάνια. Είχε έρθει και ο Τσιφόρος στο γύρισμα. Εμείς καθόμασταν κάτω από τα πλατάνια: Ο Νίκος Τζόγιας, ο Νάσος Κεδράκας, η Ειρήνη Παππά κι εγώ. Μαζί μας και κάνα-δυο κομπάρσοι. Φτάνοντας κοντά μας ο Τσιφόρος μας είπε γελώντας:
»”Βρε παιδιά, με κουτσούλησαν τα πουλιά. Πώς κατάλαβαν ότι είμαι καθίκι;” Ήταν πολύ χαριτωμένος!».
Τα παραπάνω τα είχε πει σε διήγησή της η Ελένη Ζαφειρίου. Και αναφερόταν στον Νίκο Τσιφόρο, τον δημιουργό που μαζί με άλλους, εξίσου σπουδαίους, άλλαξε ή μάλλον έβαλε τις βάσεις για την ελληνική κωμωδία, που ακόμα και σήμερα βλέπουμε και γενικά απολαμβάνουμε. Και διαβάζοντας την παραπάνω ιστορία, καταλαβαίνει ότι ο Τσιφόρος δεν είχε μόνο χιούμορ αλλά και απίστευτο αυτοσαρκασμό.
Όπως κλασική έχει μείνει και η στιχομυθία με την Γεωργία Βασιλειάδου. Μια φορά την ρώτησε ο Τσιφόρος: «Βρε Γεωργία, το σκέφτηκες ποτέ να κάνεις πλαστική προσώπου;» Και εκείνη γύρισε και του είπε: «Κι εσύ σκέφτηκες ότι τότε οι κωμωδίες σου θα πήγαιναν στράφι;».
Ο Νίκος Τσιφόρος, παρόλο που ήταν και σπουδασμένος και πολύγλωσσος και κοσμοπολίτης, έγινε συνώνυμος με την απλότητα και την αμεσότητα του λόγου. Kαι αυτό μπορεί να μην άρεσε στη διανόηση της εποχής, όμως όταν έχεις την αποδοχή του κόσμου και τη διαχρονικότητα, οι κριτικές περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Παρόλο που η μη αποδοχή του τον είχε πικράνει.
Ο Νίκος Τσιφόρος μεγαλούργησε για πάνω από δύο δεκαετίες. Και ίσως να ήταν και μεγαλύτερο το έργο του, αλλά δυστυχώς έφυγε νέος από την ζωή, και συγκεκριμένα λίγο πριν γίνει 62 ετών.
Όπως θα διαβάσετε παρακάτω, το φινάλε και στο έργο και στη ζωή του ήταν άκρως συγκινητικό. Και αυτό ήρθε σαν αντίθεση με έναν άνθρωπο που πρέσβευε την ανέμελη ζωή και το γέλιο.

Οι πρώτες δουλειές
Σαν σήμερα λοιπόν το 1909 (αν και κάποιοι υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε το 1912) έρχεται στον κόσμο ο Νίκος Τσιφόρος, στην Αλεξάνδρεια. Εκεί είχαν πάει κάποια χρόνια πριν ο πατέρας του Βασίλης και η μητέρα του Βιργινία (με καταγωγή από Λίμνη Ευβοίας και Κάρυστο, αντίστοιχα). Λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια φεύγει από την Αίγυπτο και γυρνάει στην Ελλάδα. Τόσο ο μικρός Νίκος όσο και η αδελφή του μεγάλωσαν σε εύπορη οικογένεια, αν και αργότερα στη δεκαετία του 1930 κάποιες επενδύσεις του πατέρα του κατέρρευσαν.
Βρισκόμαστε όμως στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’20. Αν και ο νεαρός Νίκος λάτρευε το γράψιμο, ο πατέρας του ήταν τέρμα αντίθετος με αυτή την κλίση του γιου του.
Τον ήθελε δικηγόρο, εξού και η Νομική ήταν μονόδρομος. Και όταν το 1928 ο Νίκος Τσιφόρος είδε τα πρώτα του κείμενα να γίνονται επιθεώρηση (που παίχτηκε σε ένα θέατρο στη Φρεαττύδα και ήταν τρελή αποτυχία), ο πατέρας του γύρισε στη μητέρα του και είπε εκνευρισμένος: «Ντρέπομαι θανάσιμα, γυναίκα. Να πάει να μπλέξει το παιδί μου με θεατρίνους;».

Και μπορεί η αρχή να ήταν καμένη από όλες τις απόψεις, όμως εκείνος συνέχιζε να το παλεύει. Αν και επίσημα θα βγει μπροστά λίγο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου. Όταν πήρε το πτυχίο της Νομικής, εργάστηκε για ένα μικρό διάστημα ως δικηγόρος και στη συνέχεια για δύο χρόνια στο Ελεγκτικό Συνέδριο, απ’ όπου παραιτήθηκε για να μπαρκάρει στα καράβια. Μέχρι και το 1939 δοκιμάστηκε σε διάφορα επαγγέλματα, όπως πλασιέ βιβλίων και εκτιμητής ποιότητας στα καπνά, ενώ, παράλληλα, κείμενά του δημοσιεύονταν σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες.
Το «μοιραίο» 1944
Το 1944 παρουσιάζει το θεατρικό έργο Η πινακοθήκη των ηλιθίων, που ανέβηκε από το θίασο του Δημήτρη Χορν και της Μαίρης Αρώνη. Το έργο, αν και πολύ μπροστά από την εποχή του, γίνεται τεράστια επιτυχία και τον καθιερώνει.
Όμως εκείνη τη χρονιά προέκυψε και κάτι που άλλαξε την ζωή του: Η γνωριμία του με τη μετέπειτα σύζυγό του, Χαρίκλεια Μπακαρούκα.
Αν και φανατικός εργένης, ύστερα από 3 χρόνια αρραβώνα, παντρεύονται το 1947, παρόλο που εκείνος πίστευε ότι αν παντρευόταν, θα δεσμευόταν. Σε τηλεοπτική της συνέντευξη το 1987 η σύζυγός του μεταξύ αστείου και σοβαρού είχε εξομολογηθεί ότι μετά την τελετή τής είπε: «Πήγαινε εσύ στο σπίτι και εγώ θα βγω να γλεντήσω με τον κουμπάρο».

Ο Αλέκος Σακελλάριος είχε διηγηθεί το παρακάτω περιστατικό: «Ταξίδευα με τον Φίνο προς το Ξυλόκαστρο και μέσα στο αμάξι ήταν ο Νίκος Τσιφόρος με τη Χαρίκλεια, τη γυναίκα του, την οποία λάτρευε και τον λάτρευε. Η Χαρίκλεια είχε πιει λιγάκι, ήτανε και καλοφαγού, της άρεσε το φαγητό, κι είχε γείρει και κοιμότανε. Σε μια στιγμή λέει ο Φιλοποίμην ενώ οδηγεί: “Φτάνουμε στο Κιάτο”. Και ακούγοντάς τον η Χαρίκλεια, ξυπνά, σηκώνει το κεφάλι και της λέει ο Τσιφόρος: “Κιάτο είπε, δεν είπε πιάτο”!».
Γενικώς ήταν ένας large άνθρωπος σε όλα του. Δούλευε συνέχεια, αλλά και περνούσε καλά συνέχεια. Ήταν άψογος σύζυγος και πατέρας για την κόρη του, Νάνσυ.
Σχεδόν κάθε βράδυ, αφού περνούσε από τα θέατρα –είτε παιζόταν έργο του, είτε όχι–, μετά πήγαινε σε κάποια ταβέρνα και μετά περνούσε από κάποιο (ή κάποια) μπαρ. Αγαπούσε τη ζωή, όχι όμως το χρήμα καθώς ήταν οπαδός τού ότι «τα λεφτά πρέπει να τα τρώμε φρέσκα, γιατί μετά μπαγιατεύουν!». Γι’ αυτό και δεν απέκτησε ποτέ δικό του σπίτι και έμενε στο ενοίκιο. Η ιδιοκτησία δεν τον αφορούσε, παρά μόνο να περνάει καλά. Και παρόλο που δεν το ‘χε με το χορό, χόρευε. Ομολογουμένως με έναν παράξενο και δικό του τρόπο.

«Τα παιδιά της πιάτσας» και άλλοι ήρωες
Ένα μεγάλο μέρος των έργων του είχαν ως ήρωες ανθρώπους του υποκόσμου. Όχι με το φολκλόρ της εποχής, ως οι περιθωριακοί που τους απαξίωναν οι νοικοκυραίοι, αλλά σαν μια διαφορετική κάστα ανθρώπων που όμως είχαν τα ίδια δικαιώματα και το ίδιο μερίδιο στην ζωή και στην ευτυχία.
Όταν σκέφτηκε λοιπόν να γράψει Τα παιδιά της πιάτσας, έφυγε από το σπίτι του και για έναν ολόκληρο μήνα έζησε στην Τρούμπα. Και εκεί άρχισε να κάνει παρέα με όλους τους τύπους ανθρώπων που ζούσαν και δρούσαν στο λιμάνι.
Και μπορεί σήμερα να θεωρούνται κλασικά τα έργα του όπως τα εν λόγω παιδιά, ή το Παραμύθι πίσω από τα κάγκελα, αλλά όταν κυκλοφόρησαν, συνάντησε πολύ αρνητική κριτική, ακόμα και από καταξιωμένους συναδέλφους του. Παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος του «περιθωρίου» τον εμπιστευόταν. Γιατί μίλησε τη γλώσσα τους και τους προσέγγισε με ανθρωπιά, κατανόηση – και πολύ χιούμορ, φυσικά. Όταν τον ρώταγαν γι’ αυτούς τους «ήρωες», εκείνος είχε πει: «Ρωτάνε καμιά φορά γιατί υπάρχει υπόκοσμος. Είναι απλό: γιατί υπάρχει και κόσμος. Η κοινωνία είναι ένα είδος κλίμακας…». Για να καταλάβετε την ευφυΐα του Τσιφόρου, στα Παιδιά της πιάτσας υπήρχε ξεχωριστό κεφάλαιο με το γλωσσάρι των ηρώων. Δηλαδή την αργκό της εποχής.

Στο πλαίσιο της «πειραιώτικης περιόδου» ανήκει και η ταινία του Το ποντικάκι, η πρώτη που γύρισε η Αλίκη Βουγιουκλάκη. Όπως είχε γράψει στο βιβλίο του ο Γιώργος Λαζαρίδης: « Η Αλίκη ήταν η τελευταία που έκανε δοκιμαστικό. Και ήταν επιλογή του Τσιφόρου. Όταν η “αποκάλυψη” μπήκε στο πλατό, η αλήθεια είναι ότι δεν μου έκανε καμία απολύτως εντύπωση. Ήταν ένα κοριτσόπουλο τρομαγμένο με μαύρα μαλλιά, με ένα φουστανάκι, κάτι ίσια παπούτσια, που αν το έβλεπες αντίκρυ σου να περνάει στο δρόμο, δεν θα του έδινες καμία σημασία. Και όταν η Αλίκη στάθηκε στο κέντρο του πλατό και άναψαν τα φώτα, το “αδιάφορο” για τον περαστικό που θα το έβλεπε στο δρόμο, το πανικόβλητο κοριτσόπουλο, έλαμψε ολόκληρο».
Ο πολυγραφότατος
Μπορεί το μεγαλύτερο μέρος του έργου του να ήταν κωμωδίες, όμως είχε κάνει και δράματα. Όπως η Τελευταία αποστολή που έγινε η πρώτη ελληνική ταινία που διαγωνίστηκε στο Φεστιβάλ των Καννών. Η ταινία είχε μια περιπετειώδης πρεμιέρα, καθώς σύμφωνα με το σενάριο (που υπέγραφε ο Τσιφόρος, όπως και τη σκηνοθεσία) η ηρωίδα πυροβολεί τη μητέρα της επειδή είχε καταδώσει τον πατέρα της στην Γκεστάπο. Στις πρώτες μέρες προβολών της ταινίας, έγινε ο κακός χαμός, αφού το κοινό δεν μπορούσε να ανεχτεί μια Ελληνίδα να προδίδει τον σύζυγό της, στον κατακτητή.
Ο Φίνος ως παραγωγός και ο Τσιφόρος ως δημιουργός, δέχτηκαν απειλές ακόμα και για την ζωή τους.
Τελικά η ταινία αποσύρθηκε, άλλαξε το σενάριο, γυρίστηκε εκ νέου, και η μητέρα έγινε ουγγρικής καταγωγής. Και έτσι κατέβηκε το 1950 στις Κάννες.

Όσον αφορά το συγγραφικό του έργο, έγραψε περισσότερα από 50 θεατρικά έργα, αρκετά εκ των οποίων σε συνεργασία με τον Πολύβιο Βασιλειάδη. Και όχι μόνο, αλλά και σενάρια για φιλμ και είχε στήλη σε περιοδικά και εφημερίδες.
Το «δικό του» φινάλε
Σύμφωνα με την κόρη του, Νάνσυ, ο Τσιφόρος συνήθιζε να την πηγαίνει βόλτα σε ένα στέκι που είχε με την παρέα του στη Φωκίωνος Νέγρη. Εκεί μαζεύονταν ο Σακελλάριος, ο Χορν, ο Λάσκος και άλλοι από την αθηναϊκή ελίτ της εποχής, όπου περνούσαν χαλαρά και με πολύ κέφι τις όποιες στιγμές δεν είχαν δουλειά. Στη δουλειά του ήταν ιδιαίτερα νευρικός, αλλά και πάντα συνεπής στις προθεσμίες του.
Σε συνέντευξή της η κόρη του είχε πει ότι ως πατέρας τού άρεσε να της μαθαίνει πράγματα, ενώ την έβαζε να συγκρατεί τους αριθμούς των πινακίδων από αμάξια προκειμένου να την κάνει παρατηρητική.
Ο Τσιφόρος ήταν επίσης φανατικός οπαδός του Παναθηναϊκού. Κάθε Τετάρτη έπαιρνε την κόρη του μετά το σχολείο και την πήγαινε να δουν την ομάδα στην προπόνηση, ενώ τα κυριακάτικα μεσημέρια παρέμεναν νηστικοί προκειμένου να μη χάσουν κανέναν αγώνα!

Όλα αλλάζουν γύρω στο 1965 όταν διαγνώστηκε με καρκίνο. Σιγά-σιγά άρχισε να απομακρύνεται και να περιορίζονται κατά πολύ οι επισκέψεις στο σπίτι του. Εξακολουθούσε να έχει το χιούμορ του, μόνο που σιγά-σιγά γινόταν πιο μαύρο. Από ένα σημείο και μετά τα μόνο που τον έκαναν χαρούμενο, ήταν η εγγονή του η Νικόλ και η δημιουργία.
Και φτάνουμε στο Αγάπη μου παλιόγρια, το τελευταίο του έργο.
Όταν το έγραψε, φώναξε τον Νίκο Ρίζο και του είπε: «Κοντέ, θέλω εσύ να το ανεβάσεις». Όπως και έγινε. Στην πρεμιέρα το ζεύγος Τσιφόρου δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τη συγκίνησή του.
Έφυγε στις 6 Αυγούστου 1970. Και ένα από τα παράπονα, ήταν που δεν μπόρεσε να πάει στην Ασία (λάτρευε τα ταξίδια). Νέος, αλλά έχοντας εισπράξει την αγάπη του κόσμου και των ανθρώπων του χώρου που εκείνος εκτιμούσε. Τρανό παράδειγμα, τα λόγια που είπε στην κηδεία του ένας εξίσου μεγάλος δημιουργός, ο Κώστας Πρετεντέρης:« Για όλους μπορώ να φαντασθώ ότι μπορεί να πεθάνουν. Για τους γύρω μου, για τον εαυτό μου, για όλους. Μου είναι αδύνατον, όμως, να αφομοιώσω την σκέψη ότι πέθανε ο Τσιφόρος, που ήταν η ίδια η έκφραση της ζωής. Δεν είναι δυνατόν να βραδιάσει απόψε και να μην ακουστούν τα χιουμοριστικά σχόλια του Νίκου στη Φωκίωνος Νέγρη».

Σπύρος Δευτεραίος

















