Η λέξη «αρτίστα» του τίτλου, δεν είναι τυχαία. Ήταν η ταινία που την επέβαλε σαν πρωταγωνίστρια, και δη στα πρώτα βήματα της σύντομης –όπως αποδείχθηκε, και με δική της θέληση–, καριέρας. Πανέμορφη, ταλαντούχα και με πολύ δυνατές σπουδές, η Μαριάννα Κουράκου ήταν ένα κορίτσι που μπορούσε να πάει ακόμα πιο ψηλά.
Όμως, επέλεξε να τα αφήσει όλα προκειμένου να πραγματοποιήσει το όνειρο της ζωής της: Να κάνει οικογένεια. Και σήμερα που είναι τα γενέθλιά της, έχει τα τρία παιδιά και τα πέντε εγγόνια της για να τα γιορτάσει.

Η Μαριάννα Κουράκου έμεινε στα καλλιτεχνικά δρώμενα για μία δεκαετία περίπου. Αγάπησε το χώρο της υποκριτικής, αλλά δεν τον έβαλε σε πρώτη προτεραιότητα.
Και ως άτομο ισορροπημένο, δεν έχει απαξιώσει την περίοδο που ήταν σταρ, ούτε όμως την έχει εξυψώσει. Την έχει κρατήσει στο σωστό επίπεδο, σαν μια χαριτωμένη νεανική περίοδο που την έζησε και που σήμερα δεν έχει αφήσει ούτε απωθημένα, ούτε πίκρα.
Με προτροπή γιατρού
Η Μαριάννα Κουράκου γεννήθηκε σαν σήμερα – η οικογένεια έμενε στα Πατήσια. Η πρώτη της ενασχόληση με την τέχνη, έγινε με το χορό. Και αυτό κατόπιν προτροπής του… γιατρού.
«Ξεκίνησαν όλα τυχαία. Ασχολήθηκα από μικρή με το μπαλέτο, δεν είχα κάτι άλλο στο μυαλό μου. Με πήραν γιατί ήμουν άρρωστη, είχα αδενοπάθεια. Και ο γιατρός είπε στους γονείς μου, ή να κάνω γυμναστική ή να ασχοληθώ με το μπαλέτο».

Ξεκινάει λοιπόν στη σχολή της Έλλης Ζουρούδη. Και στα 16 της, την φωνάζουν να χορέψει σε μια ταινία. Ήταν ο Οιδίπους Τύραννος, σε σκηνοθεσία Τάσου Μελετόπουλου. Ένα φιλμ παραγωγής του 1958, που οι πληροφορίες θέλουν να μην έχει προβληθεί ποτέ και να έχει καταστραφεί.
Όταν η Μαριάννα πήγε για το δοκιμαστικό, δεν έγινε δεκτή γιατί ήθελαν κάποια μεγαλύτερη σε ηλικία. Γι’ αυτό και πήραν την Ντόρα Τσάτσου. Όμως κάπου δεν προχώρησε η συνεργασία. Τότε ο Μελετόπουλος επικοινώνησε με τη Ζουρούδη, να ξαναφέρει τη νεαρή Κουράκου.
Το τηλεφώνημα έγινε Παρασκευή και Δευτέρα ήταν το γύρισμα. Η πρώτη ερώτηση που έκανε το νεαρό κορίτσι ήταν πόσα χρήματα θα πάρει. Οι υπεύθυνοι εξεπλάγησαν και της είπαν πως η Ντόρα Τσάτσου δεν θα πληρωνόταν. Και η Κουράκου γύρισε και είπε: «Ε τότε, πάρτε την Ντόρα».

Τελικά έγινε το γύρισμα και έλαβε 3.500 δραχμές – σε μια εποχή που ο μέσος μισθός ήταν γύρω στις 1.000 δραχμές. Η ίδια πολλά χρόνια αργότερα, όταν το διηγήθηκε, αποκάλυψε ότι ήταν δική της πρωτοβουλία να ζητήσει χρήματα. Δεν της το είχαν πει ούτε οι γονείς της, ούτε η δασκάλα της.
Το κορίτσι του Εθνικού
Βρισκόμαστε προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950. «Οι γονείς μου επέμεναν να σπουδάσω, εμένα ούτε που μου περνούσε από το μυαλό η υποκριτική και όλα αυτά, ήθελα να κάνω παιδιά και οικογένεια», έχει πει σε συνέντευξή της η Μαριάννα Κουράκου.
Βέβαια θέατρο έβλεπε, και κυρίως μπαλέτο, ακόμα και και όταν ερχόντουσαν μεγάλα ονόματα του εξωτερικού στη χώρα μας. Αυτό το είχε… καταφέρει εξαιτίας του Γιώργου Κουράκου, του αδελφού του πατέρα της, που είχε καλλιτεχνικό γραφείο και έφερνε τους μεγάλους καλλιτέχνες.

Πώς όμως βρέθηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου; «Στη γειτονιά μου έμενε η οικογένεια του Μήτσου Μυράτ. Με σταμάτησε μια μέρα η Φωτεινή Λούη [σ.σ. αδελφή της δεύτερης γυναίκας του Μυράτ, της Χρυσούλας Κοτοπούλη], και μου λέει: “Eίσαι κούκλα, θα σε κάνουμε ηθοποιό”. “Δεν μπορώ να γίνω ηθοποιός, δεν έχω φωνή”, της απάντησε. “Πώς δεν έχεις φωνή, αφού σε ακούω να μιλάς”».
Μετά από αυτόν τον εποικοδομητικό διάλογο, η Φωτεινή Λούη έστειλε το νεαρό κορίτσι να το ακούσει ο Μυράτ. Εκείνος ενθουσιάστηκε με την νεαρή κοπέλα και της πρότεινε να δώσει εξετάσεις για τη σχολή του Εθνικού. Η Κουράκου πήγε με έναν μονόλογο της Αντιγόνης και πέρασε τις εξετάσεις.
Και φτάνουμε λίγο πριν από το τέλος της τρίτης χρονιάς στη σχολή. Τότε είχε συμφωνήσει να παίξει δίπλα στην Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, στη Θυσία του Αβραάμ που ανέβηκε στο Ηρώδειο. Μόνο που οι εξετάσεις έκρυβαν μια δυσάρεστη έκπληξη.
«Η Άννα Συνοδινού με βαθμολόγησε με 0 στα 10, και όταν τη ρώτησαν γιατί, απάντησε: “Ας της βάλουμε 5”. Αυτό μου άλλαξε όλη μου τη ζωή και όλη μου την πορεία. Ένας λόγος που δεν συνέχισα ήταν αυτός. Εγώ την θαύμαζα τόσο πολύ… αλλά τελικά την εκδικήθηκα. Ήταν κακία αυτό που μου έκανε, το μηδέν δεν ήταν κριτική, ήταν κριτική κακίας, ενώ είχα πάρει απ’ όλους άριστα. Μια επιτροπή με Κυβέλη, Καραντινό, μεγάλους. Την συγχώρησα όμως, γιατί της το είπα ευθέως», αποκάλυψε τον Οκτώβριο του 2025 η ηθοποιός, σε τηλεοπτική της συνέντευξη.
Για την ιστορία, αυτός που της είπε την ενέργεια της Συνοδινού ήταν ο τότε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, Αιμίλιος Χουρμούζιος. Σύμφωνα με την τότε νομοθεσία, οι αριστούχοι της σχολής προσλαμβάνονταν στο Εθνικό.
Περνάμε καλά στα καμαρίνια
Το καλοκαίρι του 1964 κάνει το επίσημο θεατρικό της ντεμπούτο υποδυόμενη τη Νίνα, την κόρη της Χαρτοπαίκτρας, που είχε ανεβάσει στο θέατρο της η κυρία Κατερίνα. Στον κινηματογράφο είχε προηγηθεί το 1962 η ελληνογαλλική Πολιορκία.
Ακολούθησαν αρκετές ταινίες, κυρίως μελό. «Στην ταινία Κλάψε φτωχή μου καρδιά, το μισό σενάριο το έγραψα εγώ. Αυτά που έγραφε μέσα δεν διαβαζόντουσαν. Ο σκηνοθέτης, ο συγχωρεμένος Κώστας Στράντζαλης, με άφησε να κάνω ό,τι θέλω» έχει αποκαλύψει.
Κατά βάση τις περισσότερες ταινίες της τις έκανε στην «Καραγιάννης-Καρατζόπουλος», με σκηνοθέτη τον Κώστα Καραγιάννη. Για τον τελευταίο έχει πει ότι αισθάνονταν τύψεις, γιατί είχε επενδύσει απάνω της και εκείνη προτίμησε την προσωπική της ευτυχία.
Και επειδή ήταν ένα πανέμορφο κορίτσι που έπαιξε δίπλα σε μεγάλα ονόματα του χώρου, έπρεπε να υπάρξει και ειδύλλιο με έναν εξίσου διάσημο. Μάλιστα, της είχαν προτείνει να στήσουν ένα ειδύλλιο με κάποιον ξένο πρίγκιπα. Φυσικά εκείνη δεν δέχτηκε.
«Υπήρχε πολύς ανταγωνισμός αλλά δεν με ενδιέφερε, εγώ έκανα τη δουλειά μου. Δεν άκουγα τίποτα, αν και έλεγαν διάφορα. Το χειρότερο που έχω ακούσει ήταν ότι ήμουν λεσβία, επειδή δεν εμφάνιζα κάποια σχέση μου», δήλωσε στην ίδια τηλεοπτική εκπομπή.
Και συνέχισε: «Δεν μου έκανε καμία εντύπωση όταν μου έλεγαν ότι θα παίξω με τον Κακαβά ή τον Μπάρκουλη, εγώ έκανα τη δουλειά μου. Δεν αγχώθηκα ποτέ. Ο Άλκης Γιανακάς ήταν ένα παιδί πολύ χαμηλών τόνων, δεν ήθελε να προβάλλεται παρότι ήταν κούκλος – για μένα, ο πιο όμορφος από όλους. Δεν ήξερα πόσο όμορφη ήμουν, δεν ασχολιόμουν ούτε με τα παρασκηνιακά».

Ο άντρας και η απόφαση ζωής
Ένα καλοκαίρι που παραθέριζε με τη μητέρα της στο Μαρμάρι Εύβοιας, και συγκεκριμένα στο πλοίο της επιστροφής, γνώρισε τον επιχειρηματία Γιώργο Μοίρα. Το παραθαλάσσιο χωριό ήταν ο τόπος καταγωγής και της μητέρας της και της μητέρας του. Εκείνος φυσικά την ήξερε από τις ταινίες και τα εξώφυλλα των περιοδικών. Εκείνη πάλι τον είχε ακουστά, αλλά τον φανταζόταν εντελώς διαφορετικό και σίγουρα πολύ μεγαλύτερο σε ηλικία.
Όταν έφτασαν στη Ραφήνα, και καθώς ούτε η ηθοποιός ούτε η μητέρα της ήξεραν να οδηγούν, εκείνος προθυμοποιήθηκε να τις πάει στο σπίτι τους με το δικό του αυτοκίνητο, αφού έμεναν και κοντά. Οδηγώντας ο επιχειρηματίας άρχισε να τραγουδάει. Η Μαριάννα δεν ήξερε τα συγκεκριμένα τραγούδια και εκείνος της είπε ότι τα έγραφε εκείνη τη στιγμή, για εκείνη.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε το ειδύλλιο που κατέληξε σε γάμο. Η ηθοποιός σκέφτηκε ότι με τους ρυθμούς που είχε λόγω δουλειάς δεν θα μπορούσε να υπερασπιστεί και τη δημιουργία οικογένειας. Και έτσι με την ταινία Η επιστροφή της Μήδειας, που είναι και η αγαπημένη της, αποχαιρέτησε το χώρο της υποκριτικής.
Ο μύθος μιας γυναίκας
Η ίδια δεν είχε κανένα πρόβλημα να πει αντίο στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Από τότε έκανε μόλις δύο τηλεοπτικές εμφανίσεις. Η μία τη δεκαετία του ’80 στο «Καλλιτεχνικό καφενείο» και η άλλη τον Οκτώβριο του 2025 στο «Στούντιο 4». Και εκεί, εκτός του ότι έγινε viral, μίλησε για όλα. Χωρίς φόβο και εντελώς ακομπλεξάριστη
Μεταξύ άλλων εξομολογήθηκε: «Δεν θέλαμε τότε να παίζουμε σε ταινίες, τις σνομπάραμε. Δεν είναι όπως τώρα που λένε για τον ελληνικό κινηματογράφο. Υπήρχε πολύς ανταγωνισμός αλλά δεν με ενδιέφερε, εγώ έκανα τη δουλειά μου».
Επιπλέον, δεν δίστασε να ομολογήσει ότι ονειρευόταν κλασικούς ρόλους στο θέατρο, αλλά προέκυψε ο κινηματογράφος και η επιτυχία που γνώρισε σε αυτόν. «Δεν ήθελα να γίνω σταρ. Μπήκα σε ένα σύστημα που δεν μου άρεσε. Αλλά πέρασα καλά».

Δεν έκρυψε ότι την πρώτη φορά που προβλήθηκε ταινία της στην τηλεόραση, γύρω στα τέλη των ’70s, τα παιδιά της που ήταν τότε μικρά, φώναζαν. Και εκείνη, κάθισε και είδε τον εαυτό της πως ήταν πριν από λίγα χρόνια.
Κάνοντας την αυτοκριτική της, δεν δίστασε να ομολογήσει ότι δεν της έλειψε το θέατρο. Και όταν παντρεύτηκε δεν κλείστηκε στο σπίτι της, αλλά εργάστηκε στις επιχειρήσεις του συζύγου της. Και κατέληξε σε μια φράση, τόσο απλή αλλά και αληθινή: «Εγώ έναν στόχο είχα: Να κάνω οικογένεια. Και δεν μετάνιωσα ποτέ».

















