Υπήρχε ένας τόπος στον Πόντο όπου το καλοκαίρι σχεδόν δεν είχε όνομα. Στα Κοτύωρα (τη σημερινή Ορντού στην Τουρκία), οι Έλληνες κάτοικοι διέκριναν λεκτικά μόνο τρεις εποχές, ενώ τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου και τις πρώτες του Αυγούστου τις θεωρούσαν «σάπιες»: απέφευγαν τη θάλασσα, φοβούνταν ότι οι πληγές δεν θα έκλειναν και πίστευαν ότι ακόμη και τα βρεγμένα ρούχα μπορούσαν να σαπίσουν.
Το ιδιαίτερο θερινό ημερολόγιο των Κοτυωριτών καταγράφει ο Ξενοφών Κ. Άκογλου, γνωστός και ως Ξένος Ξενίτας, στο έργο του Από τη ζωή του Πόντου – Λαογραφικά Κοτυώρων, που εκδόθηκε το 1939. Μέσα από τις σελίδες του αναδύεται ένας κόσμος στον οποίο οι εποχές, οι ημέρες και τα φυσικά φαινόμενα συνδέονταν με φόβους, απαγορεύσεις και δοξασίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά.

Το καλοκαίρι που το έλεγαν «άνοιξη»
Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα Άκογλου, στα Κοτύωρα υπήρχαν ιδιαίτερες ονομασίες μόνο για τρεις εποχές του χρόνου: την άνοιξη, το φθινόπωρο και τον χειμώνα.
Για το καλοκαίρι δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστό λεξιλογικό όρο. Το συμπεριλάμβαναν στην άνοιξη και μπορούσαν, για παράδειγμα, να πουν ότι πέρασαν «την άνοιξη» στο Τσάμπασι, εννοώντας τη θερινή περίοδο. Μόνο στα νεότερα χρόνια, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, άρχισαν να κάνουν τη διάκριση και να χρησιμοποιούν την ονομασία «καλοκαίρ’ς».
Ο χρόνος, όμως, δεν χωριζόταν μόνο σε εποχές και μήνες. Ορισμένες ημέρες αποκτούσαν ξεχωριστές ιδιότητες και θεωρούνταν ευνοϊκές ή επικίνδυνες για συγκεκριμένες εργασίες, για τα ταξίδια και κυρίως για τη ζωή στη θάλασσα.
Ο Ξενοφών Άκογλου διευκρινίζει ότι οι ημερομηνίες και οι γιορτές που παραθέτει στο εορτολόγιο του βιβλίου βασίζονται στο παλιό ημερολόγιο.
Οι δώδεκα «σάπιες μέρες»
Τις ημέρες από τις 26 έως τις 31 Ιουλίου, καθώς και τις πρώτες έξι ημέρες του Αυγούστου, οι Κοτυωρίτες τις ονόμαζαν «τσουρουκλούκ».
Η λέξη, σύμφωνα με την ερμηνεία που δίνεται στα Λαογραφικά Κοτυώρων, προερχόταν από το τουρκικό τσουρούκ, που σημαίνει «σάπιος». Οι δώδεκα αυτές ημέρες θεωρούνταν επικίνδυνες, καθώς πίστευαν ότι έκρυβαν «κακές ώρες», ικανές να προκαλέσουν συμφορές.
Για τον λόγο αυτόν απέφευγαν τα μπάνια στη θάλασσα, ιδιαίτερα όταν ο καιρός ήταν κακός ή επικρατούσε τρικυμία. Η θάλασσα ήταν ούτως ή άλλως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής των Κοτυωριτών, αλλά μέσα σε αυτό το δωδεκαήμερο έμοιαζε ακόμη πιο απρόβλεπτη και απειλητική.
Οι θαλασσινοί και οι ταξιδιώτες είχαν διαρκώς τον νου τους. Πίστευαν ότι μια από αυτές τις «κακές ώρες» μπορούσε να συναντήσει κάποιον μέσα στη θάλασσα και να τον πνίξει.
Τα ρούχα που μπορούσαν να σαπίσουν και οι πληγές που δεν έκλειναν
Οι απαγορεύσεις δεν περιορίζονταν στη θάλασσα. Τις ημέρες του «τσουρουκλούκ» δεν άφηναν βρεγμένα ρούχα να παραμένουν άστεγνωτα, επειδή θεωρούσαν ότι μπορούσαν να σαπίσουν.
Ανάλογη ήταν η αντίληψη και για το ανθρώπινο σώμα. Μια πληγή που άνοιγε μέσα σε αυτό το δωδεκαήμερο, πίστευαν, θα δυσκολευόταν να γιατρευτεί και να κλείσει.
Απέφευγαν επίσης να φτιάξουν τυρί, φοβούμενοι ότι η παρασκευή του θα αποτύγχανε ή ότι το προϊόν θα χαλούσε. Έτσι, οι «σάπιες μέρες» επηρέαζαν από τις μετακινήσεις και τη σωματική φροντίδα έως τις καθημερινές οικιακές εργασίες.
Ο Ξενοφών Άκογλου σημειώνει ότι παρόμοια περιστατικά εξακολουθούσαν να διηγούνται οι άνθρωποι ακόμη και την εποχή κατά την οποία συγκέντρωνε το λαογραφικό υλικό του. Οι αφηγήσεις αυτές λειτουργούσαν ως επιβεβαίωση της παλιάς πίστης, κρατώντας ζωντανό τον φόβο γύρω από τις συγκεκριμένες ημέρες.
Γιατί δεν έκοβαν εγκάρσια το καρπούζι
Μια ακόμη ιδιότυπη αυγουστιάτικη απαγόρευση συνδεόταν με την 29η Αυγούστου, ημέρα της Αποτομής της κεφαλής του Ιωάννη του Προδρόμου.
Η ημέρα θεωρούνταν μεγάλη και αυστηρή νηστεία. Οι Κοτυωρίτες δεν απέφευγαν μόνο συγκεκριμένες τροφές, αλλά πίστευαν ότι δεν έπρεπε να κόψουν τίποτα με μαχαίρι.
Όταν με τα χρόνια η απαγόρευση έγινε ελαστικότερη, διατηρήθηκε ένας ιδιαίτερος τρόπος κοπής του καρπουζιού. Δεν το έκοβαν εγκάρσια, κάθετα προς τον μακρύ άξονά του, επειδή η κίνηση και το αποτέλεσμα θύμιζαν αποκεφαλισμό. Αντίθετα, το έκοβαν κατά μήκος, ακολουθώντας –όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο– τη φορά που έχουν τα τόξα των μεσημβρινών πάνω στη σφαίρα.
Την ίδια ημέρα απέφευγαν επίσης να φάνε κόκκινα ή μαύρα σταφύλια και να πιουν κόκκινο κρασί. Όλες αυτές οι απαγορεύσεις είχαν συμβολικό χαρακτήρα και εξέφραζαν τον σεβασμό στη μνήμη και τον τραγικό θάνατο του Ιωάννη του Προδρόμου.
Πηγή: Ξενοφών Κ. Άκογλου (Ξένος Ξενίτας), Από τη ζωή του Πόντου – Λαογραφικά Κοτυώρων, Αθήνα 1939, σσ. 249, 251, 268

















