Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού αίνος εις το πάθος». Διαβάστε το Μέρος Α’, το Μέρος Β’, το Μέρος Γ’, το Μέρος Δ’ και το Μέρος Ε’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
κθ’. «Πάψε, επιτέλους, άδικε και ασεβή και δόλιε τα δολερά σου λόγια»,
μίλησε ο άλλος μας εχθρός στον Άδη, κι έτσι του είπε και ύστερα συνέχισε:
«Παράτησέ τα, το λοιπόν. Άλλο μη βασιλεύεις πια, ως τύραννος, καημένε! Γιατί την άποψη
»που έχει αυτός στο θέμα μας την ξέρεις, την έχεις μάθει πια καλά,
»καθώς αυτός απ’ την αρχή μάς έχει προξενήσει τόσες και τόσες συμφορές.
»Τι θέλεις τώρα, το λοιπόν, και με σπουδή μεγάλη με λόγια του επιτίθεσαι και τον κακολογείς;
»Αφού στα αλήθεια δεν μπορείς του λόγου σου ν’ αντέξεις τις αντιλήψεις, τις αρχές που ο ίδιος του φανέρωσε διδάσκοντας τους πάντες.
»Γιατί αποδείχτηκε για εμάς καταστροφή μεγάλη του Σωτήρα ο σταυρός,
»καθώς σαν τον φυτέψανε, άπλωσε αυτός τις ρίζες του σ’ ολάκερη την κτίση.
»Έκανε μπόλι τον σταυρό και μπόλιασε το δέντρο και μέσω ετούτου του σταυρού τους πάντες θε να σώσει. Αυτό έκανες με το σταυρό,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
λ’. »Άρα, αυτό το ξύλο που έδειξε τότε, παλαιά, ο Κύριος στον Μωυσή, αυτό είναι που άνθισε κι ολάνθιστο όπως είναι, έγινε τώρα το έμβλημα ετούτου του πολέμου που ξέσπασε εναντίον μας.
»Αυτό το πράγμα, μάλιστα, αν το έχουν μάθει όλοι, τα σχέδια μας τώρα πια στα σίγουρα γκρεμίστηκαν,
»γιατί όλοι θα προστρέχουνε στο ξύλο και θα ευφραίνονται.
»Μακάρι να μην έπεφτα σε τούτην την παγίδα· γιατί παγίδα ήτανε, καθώς σ’ αυτό το ξύλο πιάστηκα κι εγκλωβίστηκα· μ’ αυτό με αιχμαλώτισε.
»Τι τα ήθελα τα βέβηλα τα λόγια αυτά που είπα στον Ιούδα και τον πλάνεψα, για να τον οδηγήσω να πάρει αναγκαστικά της προδοσίας το δρόμο;
»Τι το ’θελα και έλεγα σ’ εκείνον τον Πιλάτο, να τον καταδικάσει και να τον στείλει στο σταυρό;
»Ήθελα, βλέπεις, μ’ όλα αυτά την πλήρη εξουσία ‒ ακόμα και πάνω σ’ αυτόν τον βασιλέα Χριστό.
»Και τώρα, βέβαια, έχασα τα πάντα ‒πάνε όλα!‒ κι όλη την εξουσία μου την έκανε συντρίμμια.
»Εσύ με κατανίκησες,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
λα’. »Θέλω Άδη, να το ξέρεις ‒μιας κι είμαστε ομόφρονες‒, ότι όλα αυτά τα υπέφερε, γιατί είχε τον σκοπό του: να σώσει ήθελε αυτός το γένος των βροτών.
»Για τους ανθρώπους ήρθε ως άνθρωπος πάνω στη γη και πήρε σάρκα και οστά ‒ το θέλησε ο ίδιος‒,
»ώστε ως Θεός να δώσει ζωή και πάλι στον Αδάμ, το ίδιο και στην Εύα».
Θρηνώντας έτσι μίλησε στον Άδη ο Βελίαρ, μα δεν σταμάτησε σ’ αυτά και είπε κι άλλα ακόμα:
«Αν δεν βιαζόμουν τόσο για να σκοτώσω τον Χριστό, δεν θα μπορούσε αυτός ποτέ να μας κατανικήσει.
»Ένας ήταν ο στόχος μας: να τον αιχμαλωτίσουμε ‒λες κι ήτανε ένας θνητός όπως και όλοι οι άλλοι‒
»και να οχυρώσουμε γερά τις πύλες να κρατήσουν και να τις κλείσουμε γερά με σιδεριές κι αμπάρες.
»Μα έλα που τα βούλιαξε τα σχέδια μας όλα! Μας γκρέμισες τα σχέδια,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
λβ’. »Αυτό που μόλις πάθαμε ‒και την πατήσαμε σαν δυο άπειρα μαθητούδια‒ ας το καλοσκεφτούμε, για να το καταλάβουμε. Πώς έγινε, λοιπόν, αυτό κι εκεί πάνω στο μνήμα του βρέθηκαν να είναι κάποιοι
»που έλαμπαν λες και φλέγονταν και φόραγαν στολές λευκές
»κι από τα χείλη εκπέμπανε σαν αστραπές το φως;
»Αυτοί είναι που τότε, το φοβερό λιθάρι, τον βράχο τον τεράστιο που σφράγιζε τον τάφο, τον κάνανε και κύλησε και πήγε παραδίπλα.
»Αυτοί είναι που αφήσανε τους φύλακες παράλυτους και όλους τους ξαπλωμένους ‒ σαν πεθαμένοι ακίνητοι μείναν πάνω στον τάφο.
»Και μάλιστα τους είδανε και οι γυναίκες που ήρθανε, έτσι παραλυμένους.
»Κι είδαν και δυο απ’ τους πύρινους δίπλα από το λίθο που ήταν εκεί και φύλαγαν αυτοί τώρα τον τάφο.
»Και στις γυναίκες μίλησαν ετούτοι και τους είπαν: “Σηκώθηκε στα πόδια Του και έφυγε απ’ τον Τάφο”. Έτσι, τις πληροφόρησαν ότι είσαι αναστημένος,
»Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί».
λγ’. Με τη σφραγίδα πάνω μας του αγιασμένου ξύλου Σου, Δέσποτα, ανυμνούμε
Εσέ που έγινες άνθρωπος, για χάρη των ανθρώπων.
Και Σε αναγνωρίζουμε και Σε ομολογούμε αθάνατο μα και θνητό, Θεό αντάμα και βροτό, έναν Υιό, μοναδικό.
Γιατί, αν και οικονόμησε η θεία πρόνοιά Σου, το σώμα Σου τ’ ανθρώπινο να πάθει, να βασανιστεί,
όμως, Εσύ αχώριστος ήσουν και είσαι πάντοτε απ’ την Αγία Τριάδα.
Σ’ αυτήν την πίστη ακριβώς, Σωτήρα σού ζητάμε, την Εκκλησία Σου γερά, ακλόνητη και δυνατή, εκεί να στερεώσεις.
Και τον δικό Σου τον λαό στηρίζοντας να σώσεις, ως ο ένας και μοναδικός Οικτίρμονας στ’ αλήθεια,
ώστε όλοι να προσπέφτουμε στην άγια Σου Ανάσταση και να την προσκυνούμε.
Γιατί Εσύ παρέχεις σε όλους μας τον φωτισμό, τη γνώση μα και τη ζωή,
Εσύ που κατασύντριψες τα βέλη του Βελίαρ, του Άδη τα νικητήρια και του Θανάτου το κεντρί.
















