Στους φακέλους των ανθρώπων που μεταφέρθηκαν από την Ουγγαρία σε σοβιετικές φυλακές μετά την εξέγερση του 1956, ο ιστορικός Άτιλα Σέρες (Attila Seres) συνάντησε δύο ελληνικά ονόματα: Γεώργιος Τσαρουχίδης και Δαμιανός Λαζαρίδης. Οι υπηρεσιακές αναφορές και τα πρακτικά ανακρίσεών τους είχαν διασωθεί στο αρχείο της ουκρανικής υπηρεσίας ασφαλείας, στο Κίεβο. Ο ερευνητής τα δημοσίευσε στο περιοδικό ArchívNet, το 2020.
Οι δύο νέοι είχαν φτάσει στην Ουγγαρία μέσα στη δίνη της ελληνικής προσφυγιάς του Εμφυλίου. Το φθινόπωρο του 1956 συνελήφθησαν από τους Σοβιετικούς και οδηγήθηκαν στο Ούζχοροντ, το ουγγρικό Ούνγκβαρ, στη σημερινή δυτική Ουκρανία. Η χώρα που τους είχε προσφέρει καταφύγιο έγινε η αφετηρία μιας νέας μεταφοράς πέρα από τα σύνορα, αυτή τη φορά ως κρατουμένων.

Σήμερα, 23 Οκτωβρίου, συμπληρώνονται 70 χρόνια από την έναρξη της ουγγρικής εξέγερσης. Στις 4 Νοεμβρίου 1956 η σοβιετική στρατιωτική επέμβαση έκρινε την έκβασή της. Περίπου 200.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν την Ουγγαρία· σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, 37 χώρες σε πέντε ηπείρους συμμετείχαν στην επανεγκατάσταση Ούγγρων προσφύγων. Ανάμεσα στις ανθρώπινες διαδρομές εκείνων των ημερών υπήρχαν και αυτές προσφύγων που είχαν ήδη αναγκαστεί να φύγουν από την Ελλάδα.
Το ελληνικό καταφύγιο στην Ουγγαρία
Περίπου 7.000 πρόσφυγες από την Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στην Ουγγαρία στα χρόνια του Εμφυλίου και μετά τη λήξη του. Η προσφυγική αυτή κοινωνία περιλάμβανε μαχητές, οικογένειες και παιδιά. Στη μελέτη του για τον προσφυγικό Τύπο, ο ιστορικός Κωνσταντίνος Τσίβος επισημαίνει ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 η επανένωση διασκορπισμένων οικογενειών, η εργασία και η εκπαίδευση απέκτησαν όλο και μεγαλύτερη σημασία στη ζωή των κοινοτήτων.
Η πιο αναγνωρίσιμη εικόνα αυτής της εγκατάστασης είναι το χωριό Μπελογιάννης. Ο σχεδιασμός και η κατασκευή του άρχισαν το 1950, κοντά στην Ιβάντσα, σε έκταση που προηγουμένως ήταν χωράφια. Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή του ίδιου του δήμου, περίπου 400 οικογένειες στεγάστηκαν προσωρινά σε καπνεργοστάσιο της Βουδαπέστης, ώσπου να ετοιμαστεί ο οικισμός τους.
Χτίστηκαν 418 κατοικίες, μαζί με σχολείο, νηπιαγωγείο, βιβλιοθήκη, ιατρείο και άλλες υποδομές. Το αρχικό όνομα, Γκέρεγκφαλβα (Görögfalva), σήμαινε «ελληνικό χωριό». Στις 3 Απριλίου 1952 ο οικισμός πήρε το όνομα του Νίκου Μπελογιάννη. Για τους ανθρώπους που εγκαταστάθηκαν εκεί, η προσφυγιά αποκτούσε διεύθυνση, καθημερινό πρόγραμμα και προοπτική οικογενειακής ζωής.

Η εξάρτηση από το πολιτικό περιβάλλον της χώρας υποδοχής ήταν, ωστόσο, βαθιά. Όπως περιέγραψε το Ελληνικό Ινστιτούτο της Ουγγαρίας σε συνέδριο που συνδιοργάνωσε με το Ιστορικό Αρχείο Κρατικής Ασφαλείας το 2023, η ζωή των προσφύγων οργανωνόταν σε μεγάλο βαθμό από το ΚΚΕ. Η περιορισμένη γνώση της ουγγρικής γλώσσας ενίσχυε την εξάρτησή τους από τις κομματικές δομές, ακόμη και για προσωπικές υποθέσεις.
Η ευγνωμοσύνη για τη φιλοξενία, οι πολιτικές πεποιθήσεις και η αγωνία για την ασφάλεια των οικογενειών τους συνυπήρχαν. Η εξέγερση έθεσε σε δοκιμασία ολόκληρο αυτό το πλέγμα σχέσεων. Οι Έλληνες πρόσφυγες έπρεπε να καταλάβουν τι συνέβαινε γύρω τους, ενώ η δική τους θέση παρέμενε επισφαλής.
Ένας νεαρός από τον Έβρο στην ουγγρική Εθνοφρουρά
Η αναφορά της KGB με ημερομηνία 21 Νοεμβρίου 1956 περιγράφει τον Γεώργιο Τσαρουχίδη, καταγεγραμμένο στα ουγγρικά ως Georgiosz Caruhidisz, Έλληνας γεννημένος το 1937 στο χωριό Δωρικό. Εργαζόταν ως βοηθός θερμαστή σε κατασκευαστική επιχείρηση της Βουδαπέστης.

Σύμφωνα με την ίδια αναφορά, δήλωσε ότι στα τέλη Οκτωβρίου εντάχθηκε σε μονάδα της Εθνοφρουράς, πήρε αυτόματο όπλο και άδεια οπλοφορίας. Στις 2 Νοεμβρίου ακολούθησε ομάδα περίπου 45 ανθρώπων προς το Γκιορ (Győr) και κατόπιν το Σόμπατχεϊ (Szombathely). Ως αποστολή της ομάδας περιέγραψε την αφαίρεση όπλων από ανθρώπους που δεν είχαν άδεια.
Στο Σόμπατχεϊ συνελήφθη στις 4 Νοεμβρίου, την ημέρα της σοβιετικής επέμβασης. Η αναφορά καταγράφει επίσης τη δήλωσή του ότι δεν είχε διαπράξει φόνο και δεν γνώριζε οργανωτές της εξέγερσης ή πρόσωπα που είχαν έρθει από το εξωτερικό. Η τελευταία σημείωση ζητούσε έλεγχο των στοιχείων.
Ακόμη και σε αυτή τη σύντομη καταγραφή, η ένταξη σε ένοπλη ομάδα συνυπάρχει με την προσπάθεια περιορισμού της προσωπικής ευθύνης.
Ο Λαζαρίδης και οι αντικρουόμενες καταθέσεις
Ο Δαμιανός Λαζαρίδης, καταγεγραμμένος ως Damianosz Lazaridisz, είχε γεννηθεί το 1934. Στην πρώτη υπηρεσιακή αναφορά, της 29ης Νοεμβρίου 1956, περιγράφεται ως Έλληνας υπήκοος από την Καστοριά, με τεχνική εκπαίδευση, που είχε εργαστεί σε εργοστάσιο του Τσέπελ.
Η οικογενειακή του διαδρομή ήταν ήδη μια ιστορία διασποράς. Στην κατάθεση που συνοψίζει το έγγραφο ανέφερε ότι είχε μεταφερθεί στην Ουγγαρία το 1948 μαζί με την αδελφή του, μέσω Γιουγκοσλαβίας. Οι γονείς και τα αδέλφια του είχαν συμμετάσχει στο αντάρτικο· μέλη της οικογένειας βρίσκονταν πλέον στην Ουγγαρία και στη Σοβιετική Ένωση.
Για τη σύλληψή του έδωσε αρχικά μια απλή εξήγηση: πήγαινε στο εργοστάσιο για να μάθει πώς θα επέστρεφε στη δουλειά. Η ίδια η αναφορά σημείωνε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία για τους λόγους της σύλληψής του και ζητούσε περαιτέρω έλεγχο.

Μέχρι τις 24 Δεκεμβρίου, ο φάκελος είχε αλλάξει εικόνα. Σε νεότερη αναφορά καταγραφόταν ότι ο Λαζαρίδης συνελήφθη στις 6 Νοεμβρίου στο κτήριο του συμβουλίου του 8ου διαμερίσματος της Βουδαπέστης. Είχε προηγουμένως καταδικαστεί για συμμετοχή σε υπόθεση κλοπής και βρισκόταν στη φυλακή του Βατς, από όπου απελευθερώθηκε στη διάρκεια της εξέγερσης.
Η KGB επικαλούνταν καταθέσεις δύο συγκρατουμένων του για να τον συνδέσει με ένοπλες ενέργειες. Ο ίδιος αρνιόταν ότι είχε συμμετάσχει στις συγκρούσεις ή ότι είχε φέρει όπλο. Παραδεχόταν την παρουσία του στο κτίριο του συμβουλίου μέχρι τη σύλληψη και εξηγούσε ότι είχε προμηθευτεί εκεί ρούχα, ανάμεσά τους αστυνομική στολή.
Ο φάκελος διασώζει έτσι αντικρουόμενες εκδοχές για το ρόλο του. Οι ισχυρισμοί των ανακριτών και των άλλων κρατουμένων χρειάζεται να διαβάζονται ως τέτοιοι, μαζί με τις αρνήσεις του ίδιου. Η σύλληψη και η μεταφορά του σε σοβιετική φυλακή τεκμηριώνονται· η ακριβής συμμετοχή του στα γεγονότα παραμένει δυσκολότερο ερώτημα.
Πώς έβλεπε την εξέγερση η προσφυγική κοινότητα
Οι ατομικές αυτές υποθέσεις φωτίζουν και τις δυσκολίες μιας συλλογικής αποτίμησης. Η προσφυγική κοινότητα είχε τις δικές της εσωτερικές διαφορές και ζούσε υπό κομματική καθοδήγηση. Η πολιτική της στάση και η πραγματική συμμετοχή μελών της στις συγκρούσεις είναι διαφορετικά ζητήματα, που χρειάζονται ξεχωριστή τεκμηρίωση.
Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Τσίβος, εξετάζοντας εφημερίδες των πολιτικών προσφύγων στην ανατολική Ευρώπη, παρακολουθεί την αμηχανία και τις μεταβολές της επίσημης αφήγησης. Στον Δημοκράτη της Πολωνίας και στον Αγωνιστή της Τσεχοσλοβακίας, η ενημέρωση για την Ουγγαρία περνούσε μέσα από τις πολιτικές προτεραιότητες των κομματικών μηχανισμών. Μετά τη σοβιετική επέμβαση, τα έντυπα στήριξαν τη νέα κυβέρνηση του Γιάνος Κάνταρ.
Στην ίδια μελέτη, που αξιοποιεί και αρχειακό υλικό του ΚΚΕ, καταγράφεται ότι μέρος των προσφύγων εγκατέλειψε την Ουγγαρία για άλλες σοσιαλιστικές χώρες μετά την κρίση. Η ασφάλεια των Ελλήνων είχε γίνει αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ κομματικών ηγεσιών. Για ορισμένους, η ανατροπή της καθημερινότητας έφερε ξανά το ενδεχόμενο μιας μετακίνησης σε άλλη χώρα.
Τι μπορούμε να μάθουμε από μια ανάκριση
Οι δύο ελληνικοί φάκελοι ανήκουν σε μια ευρύτερη ιστορία μεταφοράς κρατουμένων στη Σοβιετική Ένωση μετά την επέμβαση. Η ερευνήτρια Νατάλια Βάραντι (Natália Váradi) έχει μελετήσει καταλόγους και ανακριτικό υλικό από τα αρχεία της KGB. Τα έγγραφα καταγράφουν ανθρώπους που μεταφέρθηκαν στο Ούζχοροντ και στο Στρι, καθώς και περιπτώσεις επιστροφής τους στις ουγγρικές αρχές.
Η ίδια επισημαίνει τις δυσκολίες αυτών των πηγών: χειρόγραφα ονόματα στη ρωσική γλώσσα, διαφορετικές καταγραφές και ανακρίσεις που συχνά ακολουθούσαν προκαθορισμένα σχήματα. Η ύπαρξη ενός φακέλου προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για τον μηχανισμό καταστολής, αλλά η αξιολόγηση των κατηγοριών απαιτεί διασταύρωση. Το υπηρεσιακό έγγραφο αποτελεί και προϊόν της εξουσίας που το συνέταξε.
Στην περίπτωση των δύο Ελλήνων, ο Σέρες καταγράφει την επιστροφή τους στην Ουγγαρία στα τέλη του 1956 και στις αρχές του 1957. Η μεταγενέστερη πορεία τους έχει κενά, ιδιαίτερα του Λαζαρίδη. Οι δημοσιευμένες πηγές δεν επιτρέπουν να παρουσιάσουμε μια πλήρη βιογραφία τους ή να θεωρήσουμε ότι η επιστροφή από το Ούζχοροντ ισοδυναμούσε με αποκατάσταση της προηγούμενης ζωής τους.
Γιατί οι φάκελοι επιστρέφουν στη δημόσια συζήτηση
Η έρευνα για την ελληνική παρουσία στα γεγονότα συνεχίστηκε και μετά τη δημοσίευση των δύο υποθέσεων. Στις 7 Φεβρουαρίου 2025 παρουσιάστηκε στη Βουδαπέστη συλλογικός τόμος για την επανάσταση του 1956 και την ελληνική πολιτική προσφυγιά, βασισμένος σε συνέδριο του Ελληνικού Ινστιτούτου και του Ιστορικού Αρχείου Κρατικής Ασφαλείας.
Το ίδιο το Αρχείο υπογράμμισε τότε ότι οι μελέτες είχαν αναδείξει Έλληνες νέους που βρέθηκαν στο πλευρό της εξέγερσης. Η διαπίστωση αυτή προσθέτει συγκεκριμένες ατομικές διαδρομές στην ιστορία της κοινότητας και επιτρέπει να εξεταστούν προσεκτικότερα οι γενικεύσεις για τη στάση της.
Στη φετινή επέτειο προστίθεται και μια νέα εξέλιξη: η προγραμματισμένη διεύρυνση της δημόσιας πρόσβασης στα αρχεία της ουγγρικής κρατικής ασφάλειας, με πρώτο στάδιο στις 4 Νοεμβρίου 2026. Η δημοσιοποίηση προβλέπει διαδικτυακή αναζήτηση σε στοιχεία της κομμουνιστικής περιόδου.

















