Τα χωράφια έμειναν αθέριστα. Στη μαρτυρία του για την αναχώρηση από το Μετζινγκέρτ, χωριό της περιφέρειας του Καρς, ο Δημήτριος Αλεξανδρίδης θυμόταν πως οι κάτοικοι φόρτωσαν τα πράγματά τους στα αμάξια και έφυγαν «χωρίς να θερίσουμε ούτε να αλωνίσουμε».
Η αφήγησή του, καταγεγραμμένη στο Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού της Καλαμαριάς, κρατά μια λεπτομέρεια που δύσκολα χωρά στους διπλωματικούς χάρτες: τη σοδειά που εγκαταλείφθηκε μαζί με το σπίτι.
Στις 13 Οκτωβρίου 1921, στην πόλη του Καρς, υπογράφηκε η συνθήκη που καθόρισε τα σύνορα της κεμαλικής Τουρκίας με τις σοβιετικές δημοκρατίες του νότιου Καυκάσου.
Σήμερα, 105 χρόνια αργότερα, η επέτειος ανοίγει ξανά την ιστορία των Ποντίων που είχαν χτίσει εκεί μια δεύτερη πατρίδα. Όταν οι αντιπρόσωποι κάθισαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, πολλές ελληνικές οικογένειες είχαν ήδη εγκαταλείψει τα χωριά τους και αναζητούσαν τόπο να σταθούν.
Στο Καρς χτίστηκε μια δεύτερη πατρίδα
Η μεγάλη εγκατάσταση Ελλήνων στην περιοχή συνδέθηκε με τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878. Με τη Συνθήκη του Βερολίνου, στις 13 Ιουλίου 1878, το Καρς, το Αρνταχάν και το Βατούμ παραχωρήθηκαν στη Ρωσική Αυτοκρατορία.
Τα σύνορα μετακινήθηκαν και μαζί τους άλλαξαν οι προοπτικές των ανθρώπων που ζούσαν στις δύο πλευρές τους.
Έλληνες από τον Πόντο εγκαταστάθηκαν στα νέα ρωσικά εδάφη, συγκροτώντας κοινότητες που απέκτησαν σχολεία, εκκλησίες και τη δική τους κοινωνική ζωή. Το Καρς έγινε πατρίδα για παιδιά που γεννήθηκαν εκεί, ενώ οι γονείς και οι παππούδες τους κουβαλούσαν τις μνήμες παλαιότερων τόπων.

Στην έρευνά του Πρόσφυγες από τον Αντικαύκασο: Όψεις της πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας της ελληνικής κοινότητας του Καρς (1878-1921), ο Ανδρέας Αθανασιάδης καταγράφει 73 αμιγώς ελληνικά χωριά, έναν ελληνικό συνοικισμό και παρουσία Ελλήνων σε μικτούς οικισμούς. Ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν επίσης στις πόλεις του κυβερνείου, όπως το Καρς, το Αρνταχάν, η Όλτη και το Σαρίκαμις.
Κιουλεπέρτ, Ζέλετσα, Καράκλισε, Αζάτ, Καραουργκάν: ονόματα που αργότερα θα περνούσαν στις οικογενειακές αφηγήσεις των προσφύγων στην Ελλάδα. Για περίπου σαράντα χρόνια, οι κοινότητες αυτές είχαν τον χρόνο να οργανωθούν και να αποκτήσουν δεσμούς με τη γη όπου εγκαταστάθηκαν.
1918: Τα χωριά αδειάζουν
Η επανάσταση στη Ρωσία και η αποχώρησή της από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ανέτρεψαν αυτή την πραγματικότητα. Στις 3 Μαρτίου 1918, με τη Συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, η σοβιετική Ρωσία αποδεχόταν την αποχώρηση από τις περιοχές του Καρς, του Αρνταχάν και του Βατούμ.
Οι χριστιανικοί πληθυσμοί βρέθηκαν εκτεθειμένοι στην προέλαση του οθωμανικού στρατού και στις συγκρούσεις της περιοχής.
Η ταχύτητα της ανατροπής αποτυπώνεται στις καταγραφές του πρωθιερέα Γεωργίου Χαριτίδη, από το Καραουργκάν. Τον Νοέμβριο του 1917 έγραφε για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία του Καρς. Λίγους μήνες αργότερα, στις 2 Απριλίου 1918, περιέγραφε Έλληνες που εγκατέλειπαν τα χωριά και τις περιουσίες τους και «φεύγουν χωρίς να γνωρίζουν πού».
Στη μαρτυρία που παραθέτει ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης, ηλικιωμένοι, γυναίκες και παιδιά συγκεντρώνονταν γύρω από σιδηροδρομικούς σταθμούς, χωρίς στέγη και τροφή. Οι διαδρομές διακλαδώνονταν προς την Τιφλίδα, τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και τη νότια Ρωσία. Η προσφυγιά συνεχιζόταν από σταθμό σε σταθμό.
Μια μητέρα χάθηκε στο δρόμο της προσφυγιάς
Από τη Ζέλετσα, η φυγή οδηγούσε στο Καρς και από εκεί, με το τρένο, προς την Τιφλίδα. Στις μαρτυρίες που συγκέντρωσε ο Κωνσταντίνος Γ. Παυλίδης για την ιστορία του χωριού, η διαδρομή αυτή αποκτά πρόσωπα και ονόματα.

Ο Κωνσταντίνος και η Κυριακή Χατζη(γ)ερίδη επιβιβάστηκαν στο τρένο με τα πέντε παιδιά τους: τη Μαρία, την Αναστασία, τον Σοφοκλή, τον Σωκράτη και τον Νικόλαο. Στον δρόμο η μητέρα αρρώστησε βαριά. Γιατρός δεν υπήρχε και η Κυριακή πέθανε.
Η οικογένεια απέκρυψε το θάνατό της από τις Αρχές του τρένου. Όπως εξηγούσαν στη μαρτυρία τους, φοβούνταν ότι θα τους κατέβαζαν όλους στη μέση της διαδρομής, όπως είχε συμβεί σε άλλες οικογένειες. Σε μια στάση κοντά στα σύνορα της Γεωργίας την έθαψαν, χωρίς να μπορέσουν να κρατήσουν τον τόπο στη μνήμη τους.
«Πού την θάψαμε δεν ξέρω. Ο τάφος της μητέρας μας, μάς είναι άγνωστος».
Μια άλλη οικογενειακή ανάμνηση διασώζει μια σημαντική λεπτομέρεια: η Βίκη Τσαχουρίδου, ανιψιά του Σοφοκλή Χατζηγερίδη, θυμόταν ότι η γιαγιά Κυριακή είχε ταφεί δίπλα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μτσχέτα, κοντά στην Τιφλίδα.
Η αποστολή του Καζαντζάκη και η αναμονή στα λιμάνια
Το 1919 η ελληνική κυβέρνηση ανέθεσε στον Νίκο Καζαντζάκη, διευθυντή και κατόπιν γενικό διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως, αποστολή στον Καύκασο για τη μεταφορά των Ελλήνων που κινδύνευαν. Μαζί του βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο διπλωμάτης Γιάννης Σταυριδάκης και ο Γιώργης Ζορμπάς. Ο Σταυριδάκης πέθανε στην Τιφλίδα κατά τη διάρκεια της αποστολής.

Στο Ψηφιακό Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου σώζεται τηλεγράφημα του 1919, από τον Έλληνα αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη Ευθύμιο Κανελλόπουλο προς τον Νικόλαο Πολίτη. Μετέφερε πληροφορίες που είχε λάβει από τον Καζαντζάκη μετά την περιοδεία του, για τον Πόντο και τους πρόσφυγες. Το τεκμήριο προέρχεται από το Αρχείο Βενιζέλου του Μουσείου Μπενάκη.
Η μεταφορά στην Ελλάδα απαιτούσε πλοία, συνεννοήσεις και χρόνο. Οι πρόσφυγες περίμεναν στα λιμάνια, ήδη εξαντλημένοι από προηγούμενες μετακινήσεις.
Ο Δημήτριος Αλεξανδρίδης περιέγραφε αναμονή τριών μηνών στο Βατούμ μέχρι να φτάσει το πλοίο από την Ελλάδα. Στο διάστημα ανάμεσα στην απόφαση να φύγουν και στην επιβίβαση, οι οικογένειες προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τροφή και στέγη, συχνά με τη βοήθεια άλλων Ελλήνων.
Η προσφυγιά μέσα στη Συνθήκη του Καρς
Η συνθήκη της 13ης Οκτωβρίου 1921 υπογράφηκε από την κυβέρνηση της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας και τις σοβιετικές δημοκρατίες της Αρμενίας, του Αζερμπαϊτζάν και της Γεωργίας, με τη συμμετοχή της σοβιετικής Ρωσίας. Επανέλαβε σε μεγάλο βαθμό τις ρυθμίσεις της Συνθήκης της Μόσχας, που είχε προηγηθεί τον Μάρτιο του ίδιου έτους.
Το Καρς και το Αρνταχάν παρέμεναν στην τουρκική πλευρά των συνόρων, ενώ το Βατούμ αναγνωριζόταν στη Γεωργία, με ειδικές προβλέψεις για την περιοχή και τη διέλευση τουρκικών εμπορευμάτων από το λιμάνι του.
Μέσα στο κείμενο εμφανίζονται και οι άνθρωποι που είχαν βρεθεί ανάμεσα στις αλλαγές κυριαρχίας. Το άρθρο 13 προέβλεπε ότι οι κάτοικοι εδαφών που ανήκαν στη Ρωσία πριν από το 1918 και στα οποία αναγνωριζόταν τουρκική κυριαρχία μπορούσαν, εφόσον επιθυμούσαν να αποποιηθούν την τουρκική υπηκοότητα, να φύγουν ελεύθερα, παίρνοντας τα υπάρχοντά τους ή το προϊόν της πώλησής τους.
Το άρθρο 14 όριζε ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα συνήπταν, μέσα σε έξι μήνες, ειδικές συμφωνίες για τους πρόσφυγες των πολέμων του 1918 και του 1920. Οι διατάξεις αυτές κατέγραφαν μια μετακίνηση πληθυσμών που βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη.

Για πολλούς Πόντιους του Καρς, η αναχώρηση είχε προηγηθεί. Η συνθήκη επισφράγιζε τις εδαφικές ανατροπές που είχαν διαλύσει τον κόσμο τους.
Καλαμαριά: Η άφιξη έφερε καινούργιες δοκιμασίες
Στην Καλαμαριά, οι πρόσφυγες βρήκαν στρατιωτικούς θαλάμους και σκηνές. Η περιοχή, με τις εγκαταστάσεις που είχαν αφήσει οι συμμαχικές δυνάμεις του Α’ Παγκοσμίου, μετατράπηκε σε τόπο υποδοχής ανθρώπων που έφταναν από τη νότια Ρωσία και τον Καύκασο.
Ο Σίμος Λιανίδης περιέγραφε το χώρο των θαλάμων και των σκηνών ως «περιφραγμένη με ισχυρό συρματόπλεγμα» έκταση. Στις εξόδους υπήρχαν στρατιωτικά φυλάκια, ώστε οι πρόσφυγες να μην περνούν στη Θεσσαλονίκη, καθώς ο τύφος δημιουργούσε φόβο μετάδοσης στην πόλη. Η περίθαλψη, η πείνα και οι ασθένειες έγιναν μέρος της καθημερινότητάς τους.
Στις 10 Δεκεμβρίου 1920, η εφημερίδα Μακεδονία δημοσίευε το άρθρο «Το ζήτημα των Καυκασίων», που διασώζεται στο ηλεκτρονικό ανθολόγιο του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων. Καλούσε τις Αρχές, τη Μητρόπολη, τα φιλανθρωπικά ιδρύματα και τους πολίτες να βοηθήσουν τους πρόσφυγες.
Το δημοσίευμα κατήγγελλε την «άστοργος εκείνη επί εξ ολοκλήρους ημέρας διακοπή της αρτοδοσίας αυτών». Για ανθρώπους που είχαν επιβιώσει από πολέμους και διαδοχικές μετακινήσεις, ακόμη και το καθημερινό ψωμί μπορούσε να πάψει να φτάνει.
Στις γραμμές της εφημερίδας οι πρόσφυγες εμφανίζονταν να ζητούν «ξηρόν άρτον και ένα τάφον εις την πατρώαν γήν». Η φράση συμπύκνωνε την εξάντληση όσων είχαν φτάσει στην Ελλάδα και εξακολουθούσαν να αγωνίζονται για την επιβίωσή τους.
Από το Κιουλαπέρτ στη Μεταμόρφωση
Η εγκατάσταση στην Ελλάδα προχώρησε σταδιακά. Οι πρόσφυγες αναζητούσαν γη, εργασία και έναν τόπο όπου θα μπορούσαν να ξαναστήσουν τα νοικοκυριά τους.
Στη Μεταμόρφωση Κιλκίς, η τοπική ιστορία διατηρεί τη διαδρομή των οικογενειών από το Κιουλαπέρτ του Καρς.
Μετά την παραμονή τους στα Απολυμαντήρια της Καλαμαριάς, 70 οικογένειες κατευθύνθηκαν βόρεια. Η αντιπροσωπεία τους εντόπισε τον παλιό οικισμό Τσιτεπλή, με το ποτάμι, τα πλατάνια, τις καρυδιές και τις μουριές του.
Το νέο όνομα, Μεταμόρφωση, παρέπεμπε στην εκκλησία που είχαν αφήσει στο χωριό τους. Έχτισαν σχολείο και ναό και άρχισαν να οργανώνουν τα σπίτια τους με την αργατεία, τη συλλογική εργασία που ένωνε τις οικογένειες. Η μνήμη της πατρίδας μπήκε στα θεμέλια του καινούργιου χωριού.

Δεκαετίες αργότερα, ο ερευνητής Πέτρος Σιδηρόπουλος επέστρεψε στο Κιουλαπέρτ αναζητώντας το σπίτι του πατέρα του. Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο pontosnews.gr και στην Αλεξία Ιωαννίδου, περιέγραψε πώς πήρε, με τη συγκατάθεση του ανθρώπου που χρησιμοποιούσε πλέον το σπίτι, τον μικρό σοφρά όπου έτρωγε η οικογένεια του πατέρα του.
Τον δώρισε στο Μουσείο της Μεταμόρφωσης. Μαζί με τον Νίκο Αμοιρίδη είχαν φέρει από το χωριό νερό και χώμα· μέρος του χώματος το έριξαν στα κοιμητήρια της Μεταμόρφωσης.
«Ένιωθα πως είχα σώσει κάτι από το σπιτικό μας στο Κιουλαπέρτ», διηγήθηκε.

















