Ο ποιητής του τίτλου δεν είναι καλολογικό στοιχείο. Ο Ορέστης Λάσκος ήταν πρωτίστως ποιητής. Και ως ποιητής μπήκε στον χώρο του θεάματος.
Και παρόλο που με τον κινηματογράφο πήγε σε άλλη πίστα, ο ίδιος δεν ξέχασε ποτέ την αγάπη του για την ποίηση, παρότι για μια εικοσαετία, την πιο παραγωγική του κινηματογραφικά, σχεδόν σταμάτησε να γράφει.
Η τελευταία του δουλειά, πάντως, ήταν η ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε το 1974. Με τον κινηματογράφο είχε τελειώσει λίγα χρόνια πριν, όταν έβλεπε το ναυάγιό του να έρχεται.
Και έζησε με τις αναμνήσεις του, γράφοντας ασταμάτητα, ενώ τις περισσότερες ώρες τις περνούσε στο καλόγουστο μαγαζί που διατηρούσε η γυναίκα της ζωής του, η Μπεάτα Ασημακοπούλου. Εκεί, στη Φωκίωνος Νέγρη, όπου τόσα πράγματα είχαν ζήσει: πρεμιέρες, γεύματα, γλέντια, πλάκες.

Ο Ορέστης Λάσκος έζησε την άνθηση του εγχώριου κινηματογράφου, έβγαλε πολλά ονόματα, δημιούργησε κλασικές σήμερα ταινίες. Και όμως, έμεινε πιστός στους ανθρώπους και στα πιστεύω του, ενώ δεν δίστασε να ομολογήσει πως, κυρίως στον κινηματογράφο, «Όλα τα ’κανα για να ζήσω».
Ναι, ο Ορέστης Λάσκος, που έφυγε σαν σήμερα το 1992, ήταν πάνω απ’ όλα ποιητής. Και στην τέχνη, αλλά και στην ξεχωριστή ζωή του.
Με όνομα βαρύ
Γεννήθηκε το 1907 στην Ελευσίνα. Ήταν γιος ενός πλούσιου και τετραπέρατου, όπως έλεγε ο ίδιος, εμπόρου και κτηματία, του Επαμεινώνδα. Ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας, ο Βασίλης Λάσκος, ήταν ήρωας όχι μόνο για τους δικούς του.
Συγκεκριμένα, ήταν αντιπλοίαρχος του Πολεμικού Ναυτικού και τελευταίος κυβερνήτης του υποβρυχίου «Κατσώνης». Είχε λάβει μέρος σε νεαρή ηλικία στο Ναυτικό Άγημα της Σμύρνης το 1920. Αν και βενιζελικός αρχικά, διετέλεσε υπασπιστής του δικτάτορα στρατηγού Πάγκαλου, θέση την οποία δέχτηκε να αναλάβει πιθανότατα λόγω της κοινής, αρβανίτικης καταγωγής τους.
Όμως, ο Βασίλης Λάσκος ήταν το καμάρι της οικογένειάς του. Και ως μεγαλύτερος αδελφός, έριχνε βαριά τη σκιά του στα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια του. Και ειδικά στον κατά οκτώ χρόνια μικρότερό του Ορέστη.
Στον τελευταίο, από μικρό του, άρεσε να γράφει. Πώς το λες όμως αυτό στην οικογένεια ενός ήρωα; Έτσι, τελειώνοντας το σχολείο, για να μη βρεθεί στη Σχολή Ευελπίδων, συμβιβάστηκε με την Ιατρική. Στην Ιατρική, όμως, απλώς γράφτηκε. Το κατάλαβε η οικογένειά του και τον πήγαν στη Σχολή Ευελπίδων. Εκεί επέδειξε μέγιστο ηρωισμό από την αρχή, καθώς δραπέτευσε από το παράθυρο.
Είναι πλέον στην Αθήνα μεν, αλλά ως το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Οπότε, για να ζήσει, μπλέκει με το θέατρο. Αρχικά, το μόνο που θέλει είναι να απαγγείλει τα ποιήματά του, αλλά ως ωραίος και επικοινωνιακός γίνεται ηθοποιός και ολίγον τραγουδιστής. Κάνει όνομα ως εκκολαπτόμενος καλλιτέχνης στο βαριετέ, αλλά δεν είναι αυτό που ψάχνει.
Γράφοντας κινηματογραφική ιστορία
Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’20. Εκτός από το βαριετέ, έχει εμφανιστεί ως ηθοποιός στις βωβές ταινίες Έρως και κύματα, Το λιμάνι των δακρύων και Μακριά απ’ τον κόσμο, ενώ σε άλλες δύο, την πρώτη Αστέρω και το Ο παλιάτσος της ζωής, έχει γράψει το σενάριο.
Έχοντας κληρονομήσει το εμπορικό δαιμόνιο του πατέρα του, καταλαβαίνει ότι ο κινηματογράφος είναι η τέχνη της εποχής. Γι’ αυτό ιδρύει με φίλους του την εταιρεία παραγωγής «Άστρο Φιλμ».
Και το πρώτο φιλμ που σκηνοθετεί κάνει επανάσταση στα εγχώρια κινηματογραφικά νερά. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Πρόκειται για το Δάφνις και Χλόη, που από ιστορικούς του κινηματογράφου θεωρείται το πρώτο ευρωπαϊκό φιλμ με γυμνό. Καλλιτεχνικό γυμνό, βέβαια.

Και εκεί, στην πρώτη κινηματογραφική του απόπειρα ως σκηνοθέτης, βγήκε από μέσα του ο ποιητής. Η ταινία τράβηξε τα πάνδεινα ώσπου να γυριστεί.
Στα εξωτερικά γυρίσματα, που πραγματοποιήθηκαν και εκτός Αττικής –στη Λέσβο, συγκεκριμένα–, ο Λάσκος είχε να αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα.
Στην Αγιάσο, οι (άντρες) κάτοικοι προσπαθούσαν να δουν την πρωταγωνίστρια Λούση Ματλή γυμνή στη θάλασσα, αναγκάζοντας το συνεργείο να βγάλει με τη μία τη λήψη. Ακόμη και την ημέρα της πρεμιέρας της ταινίας στην Αθήνα, ο οργισμένος πατέρας του πρωταγωνιστή Έντισον Βήχου ήθελε να σκοτώσει τον σκηνοθέτη.

Παρ’ όλα αυτά, αλλά και παρά τη σεμνοτυφία της εποχής, η ταινία γνώρισε επιτυχία και επέτρεψε στην εταιρεία να γυρίσει την επόμενη χρονιά το επίσης βωβό Ο πρίγκηψ των αλητών, με τον ίδιο πρωταγωνιστή.
Τη δεκαετία του ’30, ο Λάσκος εκδίδει τις πρώτες του τρεις ποιητικές συλλογές (Το φιλμ της ζωής, Αγριόχηνες και Τάα-Ρόα), ενώ συνεχίζει να κάνει καριέρα στη θεατρική σκηνή.
Το πρώτο στεφάνι
Στα χρόνια της Κατοχής, ο Λάσκος τολμά και ανοίγει το δικό του βαριετέ. Το περίφημο «Αλκαζάρ», κοντά στον σταθμό Λαρίσης. Ούτως ή άλλως, ταινίες δεν γυρίζονταν και σταματά να εκδίδει και τα ποιήματά του.
Και παρά τη φρίκη και την ανέχεια του πολέμου, ο κόσμος συρρέει στο «Αλκαζάρ», που έκλεισε το 1951. Εκεί συχνάζει μια νεαρή κοπέλα με τη μητέρα της. Τότε λεγόταν Στέλλα Λαγκαδά. Ο Λάσκος την έκανε Στέλλα Γκρέκα.
Η αξέχαστη τραγουδίστρια και ηθοποιός, σε συνέντευξή της, είχε αποκαλύψει: «Πήγαινα στο Βασιλικό Θέατρο να πάρω εισιτήρια, όταν βλέπω κάποιον να πηδάει από το τραμ, που ήταν εν κινήσει, και να τρέχει προς το μέρος μου. Ήταν ο Λάσκος. Μου λέει: “Ίσως με ξέρετε. Είμαι ο Ορέστης Λάσκος”. Εγώ ντράπηκα, ήθελα να το παίξω κουλ και του είπα: “Είναι το όνομά σας αυτό ή ψευδώνυμο;”. Και μου απάντησε στα ίσια: “Εσείς μια μέρα θα γίνετε γυναίκα μου”. Και έφυγε».
Και όπως το είπε ο Λάσκος, έτσι και έγινε. Παντρεύτηκαν το 1942, με κουμπάρο τον Φιλοποίμενα Φίνο, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειάς της.
«Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο Λάσκος, αλλά τρομερά ανεύθυνος. Ήταν νόστιμος άνθρωπος, αλλά ήμασταν δύο διαφορετικοί κόσμοι. Κι εγώ δεν μπορούσα να ζω με κάποιον που γύριζε στις 4 το πρωί, δεν ήξερα πού ήτανε, που έτρωγε όλα τα χρήματα με τους θιάσους», είχε πει η Γκρέκα στην ίδια συνέντευξη.
Πάντως, πριν χωρίσουν, την κάνει πρωταγωνίστρια στην πρώτη ομιλούσα ταινία του, που γύρισε το 1945. Ήταν το μελό Ραγισμένες καρδιές, που η ίδια η Γκρέκα είχε χαρακτηρίσει «μπούρδα». Και όμως, δεν ήταν ο Λάσκος που ήθελε να την κάνει πρωταγωνίστρια, αλλά ο Φίνος.
«Είχε βρει μία πρωταγωνίστρια πολύ ωραία, του κολεγίου, που την έλεγαν Λίλι Μακ. Μου ζήτησε στο δοκιμαστικό της να περπατήσω δίπλα της σε έναν κήπο. Έτσι πήγα, περπάτησα και όταν ο Φίνος είδε το δοκιμαστικό, του είπε: “Τι ψάχνεις; Δεν βλέπεις τη γυναίκα σου; Την έχει επισκιάσει την άλλη”», είχε πει η Γκρέκα.
Στην ίδια ταινία τραγούδησε δύο τραγούδια, παρόλο που ο Λάσκος ήθελε να χρησιμοποιήσει ντουμπλάζ για τη φωνή της. Τελικά, και εδώ επικράτησε ο Φίνος.

Τελικά, το ζευγάρι χώρισε το 1947. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, το 1943, είχε σκοτωθεί ο αδελφός του, Βασίλης Λάσκος, σε εμπλοκή με γερμανικό καταδιωκτικό υποβρυχίων. Το 1950, ο Ορέστης Λάσκος αφιέρωσε στη μνήμη του αδελφού του την ποιητική συλλογή Πλοίαρχος Λάσκος κι’ άλλα ποιήματα.

Η ζωή με την Μπεάτα
Μετά το χωρισμό του με την Γκρέκα, ο Λάσκος συνέχισε την μποέμικη ζωή του. Όχι ότι την απαρνήθηκε ποτέ. Μπαίνει πλέον για τα καλά στον κινηματογράφο και σιγά σιγά περνά και στην κωμωδία.
Στη φιλμογραφία του, πάντως, έχει και ένα κλασικό δράμα, την ταινία Η άγνωστος, με την Κυβέλη. Στην ίδια ταινία έκανε το ντεμπούτο της και η Μάρθα Καραγιάννη, η οποία, μέχρι τις τελευταίες της συνεντεύξεις, πάντα τον μνημόνευε και τον ευχαριστούσε.

Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’50. Ο ελληνικός κινηματογράφος αρχίζει να ανθίζει, ενώ ο κόσμος θέλει να ξεχάσει την καταστροφική δεκαετία του ’40. Η κωμωδία, αλλά και η επιθεώρηση μπαίνουν σε έναν άλλο δρόμο και γίνονται αγαπημένα λαϊκά θεάματα.
Και το θεατρικό προπύργιο της επιθεώρησης ήταν τότε το θέατρο «Ακροπόλ». Σε αυτό βρίσκεται μια νεαρή ηθοποιός που έχει αρχίσει να παίζει και στο σινεμά και γενικώς είναι σε ανοδική πορεία. Η Μπεάτα Ασημακοπούλου.
Ο Ορέστης Λάσκος την εντοπίζει και την ερωτεύεται. Όμως, έχουν 25 χρόνια διαφορά. Ο σκηνοθέτης βάζει τον Βασίλη Αυλωνίτη να τους γνωρίσει.
Μάλιστα, ο Λάσκος έχει έτοιμη και την ταινία που θέλει να κάνει μαζί της. Ήταν μια νέα βερσιόν του Δάφνις και Χλόη. Εκείνη, λόγω της τολμηρότητας του έργου, έχει κάποιες ενστάσεις, αλλά τελικά δέχεται. Η ταινία δεν γυρίστηκε τότε –έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’60, με άλλους ηθοποιούς–, αλλά το φλερτ του Λάσκου συνεχίστηκε. Και απέδωσε καρπούς.
Ο συγγραφέας Λάκης Μιχαηλίδης είχε αναφέρει το παρακάτω περιστατικό, που συνέβη στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας Γερακίνα, όπου πρωταγωνίστρια ήταν η Μπεάτα και σκηνοθέτης ο Λάσκος.
Τότε οι επίσημες πρεμιέρες γίνονταν με άλλο τρόπο. Μέχρι και αναγγελία υπήρχε για το ποιος έμπαινε στην αίθουσα. Όπως έλεγε λοιπόν ο Μιχαηλίδης:
«“Κυρίες και κύριοι… Αυτή τη στιγμή εισέρχεται στην αίθουσα η πρωταγωνίστριά μας, Μπεάτα Ασημακοπούλου… Η Γερακίνα!” Ακολούθησε έντονο χειροκρότημα. Ο Νίκος Τσιφόρος, που καθόταν δίπλα μου, σηκώθηκε και χειροκροτούσε όρθιος. “Ακολουθεί, κυρίες και κύριοι, ο Ορέστης Λάσκος, ο σκηνοθέτης της Γερακίνας…” Και πριν προλάβει το κοινό να ξεσπάσει σε χειροκροτήματα, φωνάζει δυνατά ο Νίκος: “Δηλαδή, ο γέρο… κείνος…”».
Φυσικά, γέλασαν και η πρωταγωνίστρια και ο σκηνοθέτης.
Το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1960 και απέκτησε έναν γιο, τον Βασίλη. Δεν χώρισαν ποτέ. Ο μποέμ και γλεντζές Ορέστης Λάσκος συνέχισε να ξενυχτά μεν, αλλά αυτή τη φορά μαζί με τη σύζυγό του.
Τις περισσότερες ταινίες της εκείνη τις έκανε μαζί του, παρόλο που είχε προτάσεις και από άλλους σκηνοθέτες. Και οι δύο έβαλαν πάνω απ’ όλα την οικογενειακή τους ευτυχία και όχι την καριέρα. Και όπως είχε πει σε συνέντευξή του ο Λάκης Μιχαηλίδης: «Ο Ορέστης ήταν ένας έφηβος ως το τέλος της ζωής του».

Η αποτίμηση του έργου
Ο Ορέστης Λάσκος υπήρξε ένας αξιοπρεπέστατος μάστορας του εγχώριου κινηματογράφου. Και όταν ο τελευταίος έγινε βιομηχανία, ο Λάσκος ήξερε ότι οι πειραματισμοί δεν είχαν θέση.
Δεν είναι τυχαίο ότι για δύο δεκαετίες περίπου δεν εξέδωσε καμία ποιητική συλλογή. Τις δύο τελευταίες του (Αγριόχηνες. Ποιήματα Άπαντα και Γυμνή μούσα) τις έβγαλε τη δεκαετία του ’70, όταν είχε τελειώσει με τον κινηματογράφο.

Και μπορεί επίσημα να γύρισε την τελευταία του ταινία το 1972, όμως τέσσερα χρόνια αργότερα, στην ταινία Happy Day του Παντελή Βούλγαρη, ο Διονύσης Σαββόπουλος, που είχε γράψει τη μουσική, μελοποίησε ένα από τα ποιήματα του Λάσκου από τον κύκλο «Νινόν».
Ο ποιητής Νίκος Παππάς είχε γράψει για την ποίηση του Λάσκου: «Οραματιστής με απόλυτη αντίληψη, πλήρους ζωτικότητας, υπερπληθωρικός, αγέρωχος, μεστός από βίαιο πάθος, γνωρίζει την ποίηση να τη γράψει όσο και να τη ζει. Όπως άμεσα και απροκάλυπτα χαίρεται ένα γεγονός, έτσι φέρνει και την ποίησή του».
«Από τη στιγμή που ήταν αναγνωρισμένος από τον κόσμο, δεν ενδιαφερόταν αν τον αναγνώρισε η πολιτεία», είχε πει σε συνέντευξή της η Μπεάτα Ασημακοπούλου, δέκα χρόνια μετά το θάνατό του.
Η Μπεάτα. Πόσο τον αγάπησε! Μέχρι το τέλος της ζωής της, το 2009, δεν είχε βγάλει το όνομά του από το κουδούνι του σπιτιού τους στην Κυψέλη.
Και όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και η Μπεάτα πήγαινε καθημερινά να τον δει, εκείνος, παρόλο που κάθε μέρα χειροτέρευε, σήκωνε το χέρι του, τη χάιδευε και της έλεγε: «Είσαι όμορφη».
«Ο Λάσκος έκανε όλες του τις αγάπες ποιήματα», είχε γράψει κάποιος σε μια κριτική του. Και ως ποιητής της ζωής, την έζησε μέχρι το τέλος.
Ήρθ’ ο καιρός, που ο Ουρανός σαν Τροβατόρε αλλοτινός,
θλιμμένος φόρεσε ξανά τη σκοτεινή του μπέρτα,
και παίζει ατέρμονα σολίστ μια κάποια σύνθεση του Λιστ,
ο βιρτουόζος ο άνεμος στα βραδινά κονσέρτα!…


















