Στη Σμύρνη του 1922, εκπρόσωποι των δυνάμεων που είχαν σχεδιάσει τη μεταπολεμική ειρήνη μπορούσαν να παρακολουθούν τις φλόγες από τα καταστρώματα των πλοίων τους. Μπροστά τους η προκυμαία, όπου χιλιάδες άνθρωποι είχαν πίσω τους τη φωτιά και μπροστά τους τη θάλασσα. Σήμερα, με βάση την ιστορική έρευνα μπορούμε να πούμε ότι η προστασία τους περνούσε από έναν υπολογισμό στον οποίο οι μεγάλες διακηρύξεις έπρεπε να αναμετρηθούν με το κόστος της εφαρμογής τους.
Έτσι, οι συνθήκες ειρήνης δοκιμάστηκαν μαζί με τη βούληση εκείνων που είχαν αναλάβει να τις υπερασπιστούν.
Η βία παρήγαγε τετελεσμένα τα οποία οι Σύμμαχοι θα επικύρωναν με τη Συνθήκη της Λοζάνης του 1923. Δυστυχώς, οι… υπογραφές για τη μεταπολεμική τάξη αποδείχθηκαν λιγότερο ανθεκτικές από τα αποτελέσματα της παραβίασής της.

Σε αυτή την υποχώρηση εντοπίζει ο Φόλκερ Προτ (Volker Prott), ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Άστον, μια βασική εξήγηση της παγκόσμιας σημασίας της καταστροφής.
Όπως επισημαίνει στο pontosnews.gr, η Σμύρνη αποκάλυψε την έλλειψη δέσμευσης των Συμμάχων και των μεγάλων δυνάμεων να διατηρήσουν τη διεθνή τάξη που είχε διαμορφωθεί μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και να επιβάλουν την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου.
Η αποδοχή της έκβασης του ελληνοτουρκικού πολέμου και της μαζικής, υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών έδινε σε αυτή την αδυναμία συγκεκριμένο περιεχόμενο. «Αυτή η ανοχή αποκάλυψε την αδυναμία της μεταπολεμικής τάξης· μια αδυναμία που επιθετικά κράτη, όπως η φασιστική Ιταλία, η Ιαπωνία και η ναζιστική Γερμανία, θα εκμεταλλεύονταν μία δεκαετία αργότερα», εξηγεί.
Η οπτική αυτή συνδέεται με την ειδίκευσή του στην ιστορία του εθνικισμού και των συνόρων, την εθνοτική βία, την ανθρωπιστική πολιτική και τις ξένες επεμβάσεις. Στην πρώτη του μονογραφία, που εκδόθηκε από το Oxford University Press το 2016, μελέτησε την πολιτική της αυτοδιάθεσης και την αναδιαμόρφωση εδαφών και εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη την περίοδο 1917-1923.
Το ερώτημα ποιος χαράζει τα σύνορα και τι συμβαίνει στους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα τους διατρέχει, επομένως, την έρευνά του.
Τι κατέρρευσε από την τάξη των Παρισίων
Η παγκόσμια σημασία της πυρκαγιάς που κατέκαψε τη Σμύρνη βρίσκεται, κατά τον Φόλκερ Προτ, στο προηγούμενο που δημιούργησε: μια αναθεωρητική δύναμη μπορούσε να χρησιμοποιήσει γενοκτονική βία, να παραβιάσει και τελικά να ανατρέψει διεθνείς συνθήκες, διεκδικώντας εδαφικό έλεγχο στο όνομα του έθνους. Ήταν ένα πρότυπο που θα επαναλαμβανόταν.
«Η Σμύρνη κατέστρεψε την πίστη στην αντοχή των συνθηκών ειρήνης του Παρισιού», επισημαίνει, αναφερόμενος στο σύστημα ειρήνης που διαμορφώθηκε με τις συνθήκες μετά τον Μεγάλο Πόλεμο και έγινε γνωστό ως «τάξη των Παρισίων».
Το πλήγμα, προσθέτει, έφτανε βαθύτερα: συνέτριψε την ελπίδα ότι ο μεταπολεμικός κόσμος θα στηριζόταν σε ειρηνικές και δημοκρατικές διαδικασίες. Μετά την πυρκαγιά, το όραμα του Γούντροου Ουίλσον για μια διαρκή ειρήνη και έναν κόσμο «ασφαλή για τη δημοκρατία» έμοιαζε πλέον πολύ μακρινό.
Οι πρώτες εστίες και η εξάπλωση της φωτιάς
Στο ερώτημα της ευθύνης για την πυρκαγιά, ο ιστορικός διακρίνει δύο διαφορετικά στάδια. Η έρευνά του, όπως εξηγεί, στηρίχθηκε σε ευρύ φάσμα πηγών, ανάμεσά τους μαρτυρίες αυτοπτών από τον τοπικό πληθυσμό, δυτικών διπλωματών, τουριστών και πυροσβεστών.
Το πρώτο στάδιο αφορά την αυθόρμητη, μη προσχεδιασμένη εκδήλωση αρκετών πυρκαγιών. Κατά την εκτίμησή του, αυτές πιθανότατα προέκυψαν από συγκρούσεις ανάμεσα σε τουρκικά στρατεύματα και αμάχους υποστηρικτές τους, από τη μία πλευρά, και χριστιανούς κατοίκους, ενδεχομένως και ομάδες ληστών ή παραστρατιωτικών, από την άλλη.
«Εδώ δεν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία προσχεδιασμένου εμπρησμού», διευκρινίζει.
Το δεύτερο στάδιο, όμως, αφορά τη συστηματική εξάπλωση των πυρκαγιών. Αυτή, σύμφωνα με τα ευρήματά του, ήταν κατά πάσα πιθανότητα αποτέλεσμα οργανωμένης δράσης των τουρκικών στρατευμάτων και των τοπικών υποστηρικτών τους. Αφού οι φωτιές είχαν ξεσπάσει από απροσχεδίαστες τοπικές συγκρούσεις και ο άνεμος ήταν ευνοϊκός, Τούρκοι στρατιώτες και αξιωματικοί αξιοποίησαν την ευκαιρία για να μεταδώσουν τις φλόγες στα ευρωπαϊκά και χριστιανικά τμήματα της πόλης.
Η διάκριση είναι ουσιώδης: η απουσία αδιάσειστων στοιχείων για προσχεδιασμένο εμπρησμό στην αρχή της ακολουθίας δεν αναιρεί την εκτίμησή του για σκόπιμη και συστηματική επέκταση της καταστροφής στη συνέχεια.
Τα πλοία ήταν κοντά
«Η προστασία των μειονοτήτων είναι ζήτημα ισχύος», παρατηρεί ο Φόλκερ Προτ. Η Σμύρνη έδειξε, για ακόμη μία φορά, πόσο συγκεκριμένα ήταν τα όρια της ανθρωπιστικής επέμβασης όταν η προστασία των ανθρώπων προϋπέθετε την ανάληψη στρατιωτικού κινδύνου.
Οι συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις παρακολουθούσαν τις φλόγες από κοντινή απόσταση. Μια ουσιαστική επέμβασή τους, εξηγεί, ενείχε τον κίνδυνο κλιμάκωσης σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με τα τουρκικά στρατεύματα.
Καθώς ο συσχετισμός ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο μετατοπιζόταν υπέρ των Τούρκων εθνικιστών, οι υπεύθυνοι για τις συμμαχικές αποφάσεις επιδίωκαν να αποφύγουν τέτοιες συγκρούσεις και να οικοδομήσουν καλές σχέσεις με τους νέους κυρίαρχους της Μικράς Ασίας.
Η προοπτική των νέων σχέσεων βάραινε ήδη περισσότερο από τις παλιές δεσμεύσεις.
Όπως και στην περίπτωση της ίδιας της πυρκαγιάς, ο Φόλκερ Προτ στρέφει την προσοχή του στο ρόλο επιμέρους πρωτοβουλιών. Λίγοι θαρραλέοι διοικητές των συμμαχικών ναυτικών δυνάμεων έσωσαν τελικά τη ζωή χιλιάδων κατοίκων που είχαν συνωστιστεί στην προκυμαία, με τις φλόγες να μαίνονται πίσω τους και τη θάλασσα μπροστά τους.
Όταν ο ξεριζωμός ονομάστηκε λύση
Η λογική του εθνοτικού διαχωρισμού, της «απομίξης των λαών», δεν γεννήθηκε στις στάχτες της Σμύρνης. Ο ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Άστον υπενθυμίζει ότι είχε ήδη διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια: στην αρχή του Α’ Παγκοσμίου υπήρχαν σχέδια ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε πολύ μικρότερη, πάντως, κλίμακα.
Η πυρκαγιά και η ανταλλαγή που ακολούθησε, με την έγκριση της Κοινωνίας των Εθνών, έδωσαν νέα ποιότητα σε αυτή την προσέγγιση: ο ξεριζωμός πληθυσμών μπορούσε να παρουσιαστεί ως μέσο σταθεροποίησης της διεθνούς τάξης.
Πολλοί δυτικοί διπλωμάτες και νομικοί επιστήμονες επαίνεσαν την ελληνοτουρκική ανταλλαγή ως επιτυχημένη επίλυση μιας μεγάλης διεθνούς σύγκρουσης. Στη γλώσσα αυτής της επιτυχίας, η απώλεια της πατρίδας είχε γίνει εργαλείο ειρήνης.
Η επιρροή του προηγουμένου ήταν τέτοια, σημειώνει, ώστε δυτικοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής εξακολουθούσαν να το επικαλούνται και μετά το 1945, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της διαίρεσης της Ινδίας το 1947. Οι μετασεισμοί αυτού του τρόπου «επίλυσης» των συγκρούσεων έγιναν αισθητοί βαθιά μέσα στον 20ό αιώνα, ιδίως κατά τους πολέμους της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990.
Ο Φόλκερ Προτ επιμένει, ωστόσο, και σε μια διευκρίνιση που αφορά το σήμερα. Οι περισσότεροι ιστορικοί και δυτικοί πολιτικοί αναγνωρίζουν πλέον το τεράστιο ανθρώπινο, οικονομικό και πολιτικό κόστος τέτοιων πολιτικών και τείνουν να υποστηρίζουν άλλες προσεγγίσεις, όπως την προστασία των μειονοτήτων, τις ομοσπονδίες και την πολιτισμική αυτονομία.
Η Σμύρνη πέρα από το ελληνοτουρκικό κάδρο
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, η πυρκαγιά εξακολουθεί να μνημονεύεται κυρίως ως μέρος της εθνικής ή της ελληνοτουρκικής ιστορίας. Αυτή είναι, κατά τον Φόλκερ Προτ, η βασική ανεπάρκεια στον τρόπο με τον οποίο την κατανοούμε διεθνώς.
«Θα έπρεπε να τη μελετούμε ως ένα γεγονός ευρωπαϊκής και, πράγματι, παγκόσμιας σημασίας», υποστηρίζει.
Από αυτή την οπτική, το 1918 δεν αρκεί ως καταληκτική ημερομηνία για να κατανοήσουμε τη βίαιη αναδιαμόρφωση του κόσμου που άφησε πίσω του ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η Μικρασιατική Εκστρατεία, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1919-1922 και η ειρήνη που ακολούθησε εντάσσονται σε αυτή τη μακρύτερη διαδικασία, την οποία εξετάζει και ο συλλογικός τόμος στον οποίο συμμετέχει ο Φόλκερ Προτ.
Στην ανάγνωσή του, η Σμύρνη φανερώνει τους κινδύνους των άστοχων αποφάσεων αποικιακού τύπου.
Οι Σύμμαχοι, επιδιώκοντας τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παραχώρησαν στην Ελλάδα την εξαιρετικά ποικιλόμορφη περιοχή της Σμύρνης, με την εκτεταμένη μουσουλμανική ενδοχώρα της, χωρίς να προσφέρουν διαρκή και ενιαία υποστήριξη. Οι γραμμές στο χάρτη συνοδεύονταν από λιγότερες εγγυήσεις απ’ όσες υποδήλωνε η χάραξή τους.
Παράλληλα, αναδεικνύει τον κίνδυνο ενός ριζοσπαστικού και βίαιου εθνικισμού που θεμελιώνεται στον αποκλεισμό των μειονοτήτων. Ιδιαίτερο βάρος δίνει, όμως, στην έλλειψη αποφασιστικότητας των Μεγάλων Δυνάμεων να υπερασπιστούν το διεθνές δίκαιο και την ειρηνική επίλυση των συγκρούσεων, «ακόμη κι αν αυτό έχει κόστος και είναι δύσκολο».

















