Μια γυναίκα στέκεται μπροστά σε έναν τοίχο με αναρτημένους καταλόγους. Έχει σηκώσει το χέρι της προς τα χαρτιά και κοιτάζει ψηλά. Η λεζάντα της ασπρόμαυρης φωτογραφίας προσδιορίζει τον τόπο: Αθήνα, παλιά βασιλικά ανάκτορα, τότε έδρα της Near East Relief. Στους πίνακες βρίσκονται ονόματα ανθρώπων που αναζητούν οι συγγενείς τους.
Δεν γνωρίζουμε το όνομα της γυναίκας ούτε ποιον αναζητούσε. Η εικόνα δεν μας δίνει την έκβαση της αναζήτησής της. Διασώζει, όμως, μια ανάγκη που ακολούθησε χιλιάδες πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή: να μάθουν αν οι δικοί τους ζούσαν και πού βρίσκονταν.
Ένα γραφείο για τις χωρισμένες οικογένειες
Στην Αθήνα, δύο εργαζόμενες της αμερικανικής οργάνωσης, η Μιρτλ Νόλαν και η Λουίζ ΜακΛάχλαν, ανέλαβαν το λεγόμενο Lost & Found Bureau.
Η ονομασία παρέπεμπε σε γραφείο απολεσθέντων. Όμως το αντικείμενο της αναζήτησης ήταν άνθρωποι: παιδιά, γονείς, αδέλφια και άλλοι συγγενείς που είχαν χαθεί μέσα στις διώξεις και στη φυγή.
Οι πρόσφυγες έφταναν στα γραφεία και εξέταζαν καταλόγους νεοαφιχθέντων. Αιτήματα έστελναν και συγγενείς από άλλες χώρες, αναζητώντας νέα για μέλη της οικογένειάς τους. Η υπηρεσία έπρεπε να συνδέσει πληροφορίες που έρχονταν από διαφορετικά σημεία, σε μια περίοδο συνεχών μετακινήσεων.
Σύμφωνα με την ιστορική παρουσίαση της Near East Relief Historical Society, το γραφείο δέχτηκε 12.000 αιτήματα μέσα στον πρώτο μήνα λειτουργίας του. Οι αναζητήσεις διακινήθηκαν σε 500 προσφυγικούς οικισμούς σε ολόκληρη την Ελλάδα. Ένας κατάλογος στην Αθήνα μπορούσε έτσι να αποτελέσει την αρχή μιας αναζήτησης πολύ μακριά από την πρωτεύουσα.
Ο αριθμός των αιτημάτων δίνει μια εικόνα της πίεσης που δεχόταν η υπηρεσία – όμως, δεν αποτυπώνει από μόνος του πόσοι άνθρωποι βρέθηκαν. Το ίδιο πρόσωπο μπορούσε να αναζητεί περισσότερους συγγενείς, ενώ η είδηση ότι κάποιος ζούσε δεν σήμαινε ότι η οικογένεια είχε ήδη συναντηθεί.
Από τη Σαμψούντα στην Πάτρα
Η αναζήτηση συγγενών καταγράφεται και σε ένα πρωτογενές τεκμήριο της εποχής. Στην ετήσια έκθεση της Near East Relief για το 1922, που εκδόθηκε το 1923, υπάρχει φωτογραφία από την Πάτρα. Το 1925 έγινε ένα πασίγνωστο πλέον ντοκουμέντο, καθώς μια διαφορετική λήψη δημοσιεύθηκε στο National Geographic.
Η λεζάντα στην έκθεση αναφέρει πρόσφυγες από τη Σαμψούντα που επιβιβάζονται σε τρένα με προορισμό άλλες πόλεις, και σημειώνει ότι η οργάνωση διατηρεί εκεί υπηρεσία «Lost and Found».


Η μικρή αυτή αναφορά δείχνει γιατί η υπηρεσία χρειαζόταν δίκτυο: οι αφίξεις σε ένα λιμάνι ακολουθούνταν από νέες μετακινήσεις. Ένας συγγενής που έψαχνε κάποιον στην πόλη όπου είχε αποβιβαστεί μπορούσε να τον αναζητεί ενώ εκείνος ταξίδευε ήδη προς άλλο τόπο.
Για την ανθρωπιστική βοήθεια, η διατήρηση αυτής της πληροφορίας είχε πρακτική αξία. Μια νέα διεύθυνση, ο τόπος εγκατάστασης ή ένας κατάλογος αφίξεων μπορούσαν να κρατήσουν ανοιχτή την επικοινωνία ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν είχαν άλλον τρόπο να εντοπίσουν ο ένας τον άλλον.
Η είδηση πριν από την επανένωση
Η ιστορική παρουσίαση της οργάνωσης αναφέρει ότι μέχρι τον Μάρτιο του 1923 η υπηρεσία είχε φέρει 2.000 πρόσφυγες σε επικοινωνία με συγγενείς τους. Για τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους αποδίδει στη Near East Relief τη συμβολή στην επανένωση 25.000 ανθρώπων.
Πρόκειται για διαφορετικές καταγραφές: αιτήματα αναζήτησης, αποκατάσταση επικοινωνίας και επανένωση. Ο τελευταίος αριθμός αφορά ανθρώπους, όχι 25.000 οικογένειες. Πίσω από τις καταγραφές υπήρχαν διαφορετικές διαδρομές, που μπορούσαν να αρχίσουν με μια πληροφορία και να συνεχιστούν με την προσπάθεια να συναντηθούν ξανά οι συγγενείς.
Η ίδια η ετήσια έκθεση για το 1922 δείχνει πόσο σημαντικός ήταν ο εντοπισμός συγγενών και για την περίθαλψη των παιδιών.
Στο σύνολο των περιοχών όπου εργαζόταν η οργάνωση καταγράφει 55.883 ορφανά υπό τη φροντίδα της, για τα οποία δεν είχε καταστεί δυνατό να βρεθεί υπεύθυνος συγγενής ή κηδεμόνας. Παράλληλα, περίπου 60.000 ορφανά ή παιδιά που είχαν χάσει τον έναν γονέα υποστηρίζονταν κοντά στη χήρα μητέρα τους, σε συγγενείς ή σε άλλον κηδεμόνα.
Οι αριθμοί αυτοί αφορούν τη συνολική δράση της Near East Relief και όχι μόνο την Ελλάδα.
Ο πατέρας που έψαχνε την κόρη του
Μια προσωπική αφήγηση αποτυπώνει την αγωνία που οι υπηρεσιακοί αριθμοί δύσκολα περιγράφουν. Στο βιβλίο του The Blight of Asia, που εκδόθηκε το 1926, ο Αμερικανός διπλωμάτης Τζορτζ Χόρτον θυμάται έναν παλιό γνωστό του από την περιοχή της Σμύρνης, αγρότη που τον συνόδευε στο κυνήγι.
Τον συνάντησε στην Αθήνα, χαμένο και ανήσυχο. Η κόρη του, που επρόκειτο να παντρευτεί, είχε εξαφανιστεί. Δεν ήξερε τι της είχε συμβεί.
Ο Χόρτον αναφέρει και τη δική του προσπάθεια να βοηθήσει στην αναζήτηση συγγενών, μια εργασία που στη συνέχεια αναπτύχθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό στην Αθήνα. Η αφήγηση αφορά διαφορετικό φορέα, αλλά την ίδια επείγουσα ανάγκη.

















