Στις αρχές του 20ού αιώνα σε μια αυτοκρατορία που κατέρρεε, η υπόσχεση της δημοκρατίας έμοιαζε με ψευδαίσθηση. Η δεκαετία 1908-1918 υπήρξε η πλέον καθοριστική για τους Ελληνορθόδοξους της αυτοκρατορίας. Εγκλωβισμένοι ανάμεσα στις συμπληγάδες του οθωμανικού κοινοβουλευτισμού, στον επιθετικό τουρκικό εθνικισμό των Νεότουρκων, στις συντηρητικές υποδείξεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και στην πίεση του ελλαδικού αλυτρωτισμού, οι Ρωμιοί βουλευτές κλήθηκαν να διαχειριστούν μια ιστορική παγίδα.
Ο ενθουσιασμός της πρώτης κάλπης
Ο οθωμανικός κοινοβουλευτισμός γνώρισε δύο ξεχωριστές περιόδους. Η αρχή έγινε το 1876 με την παραχώρηση του πρώτου συντάγματος, μια προσπάθεια που κράτησε μόλις δύο χρόνια, αφού ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ ανέστειλε τη λειτουργία της Βουλής.
Στον πρώτο εκείνο κύκλο δεν υπήρξαν κανονικές κάλπες· οι 115 αντιπρόσωποι των νομών διορίζονταν ουσιαστικά από τα τοπικά μικτά συμβούλια.
Η πραγματική κοινοβουλευτική εμπειρία ξεκίνησε το 1908, όταν η Επανάσταση των Νεότουρκων επανέφερε το σύνταγμα. Στο μεταξύ, η ταυτότητα των Ελληνορθόδοξων είχε ήδη αρχίσει να μετασχηματίζεται: το παλιό «ρωμαίικο μιλλέτ» παραχωρούσε τη θέση του στη συνείδηση του «ελληνικού έθνους».
Η αλλαγή αυτή τροφοδοτήθηκε από το εκπαιδευτικό σύστημα του ελληνικού βασιλείου, τις ιδέες του Διαφωτισμού, αλλά και την άμεση εμπλοκή της Αθήνας στα οθωμανικά πράγματα μέσω του Μακεδονικού Αγώνα. Όλα αυτά αποδυνάμωσαν τον παραδοσιακό, συμβιβαστικό ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄, προσηλωμένος στην οικουμενική αποστολή της Εκκλησίας και στη γλωσσική παράδοση της Μεγάλης Εκκλησίας, αντιμετώπιζε με την ίδια αποστροφή τόσο το κοσμικό πρόγραμμα των Νεότουρκων όσο και τον ελληνικό «εθνοφυλετισμό».
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η Επιτροπή Ενότητας και Προόδου (ΕΕΠ) των Νεότουρκων επέβαλε σταδιακά την απόλυτη κυριαρχία της, ελέγχοντας και τις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις της δεκαετίας:
Οι «πραγματικές» εκλογές του 1908
Το εκλογικό σύστημα προέβλεπε έμμεση ψηφοφορία δύο σταδίων για όλους τους φορολογούμενους άνδρες άνω των 25 ετών. Η αναμέτρηση διεξήχθη ανάμεσα στην ΕΕΠ και το Φιλελεύθερο Κόμμα (Ahrar Fırkası). Οι Νεότουρκοι φρόντισαν να επαναχαράξουν τις περιφέρειες προς όφελος του μουσουλμανικού πληθυσμού. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες –με χαρακτηριστικότερη τη διαδήλωση των Ελλήνων του Μπέηογλου στον σαδραζάμη Κιαμήλ πασά– ο Πατριάρχης επιδίωξε τον συμβιβασμό με την εξουσία.
Στη νέα Βουλή των 281 εδρών, οι Έλληνες κατέλαβαν 23 έως 24 έδρες σε ένα σώμα που περιλάμβανε 142 Τούρκους και Κούρδους, 60 Άραβες, 25 Αλβανούς, 12 Αρμένιους, 5 Εβραίους, 4 Βουλγάρους, 3 Σέρβους, 2 Βλάχους και 2 Ασσύριους.

Ανάμεσα στους Ρωμιούς βουλευτές που εκλέχθηκαν ήταν οι Μιχαήλ Σάλτας, Παναγιώτης Μποστάνης, Μιχαήλ Τσελεμπίδης, Παύλος Καρολίδης, Αριστείδης Γεωργαντζόγλου, Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, Θεόδωρος Κωνσταντινίδης, Δημήτρης Κίγκος, Κωνσταντίνος Σούρλας, Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, Παντελής Κοσμίδης, Μιχαήλ Στέλλιος, Αναστάσιος Μιχαηλίδης, Γιώργος Κουρτόγλου, Τραϊανός Νάλης, Γεώργιος Μπούσιος, Κωνσταντίνος Δρίζας, Στέφανος Ναρλής, Γεώργιος Χωναίος, Γεώργιος Άρτας, Δημήτρης Δίγκας, Ματθαίος Κωφίδης, Δημήτρης Ζαφειρόπουλος, Κωνσταντίνος Σαββόπουλος και Ιωάννης Μαμόπουλος.

Το 1910, ο «Πολιτικός Σύνδεσμος» ίδρυσε το «Ελληνικόν Πολιτικόν Κόμμα». Δεκαέξι βουλευτές προσχώρησαν σε αυτό και συμμάχησαν με τη φιλελεύθερη αντιπολίτευση («Κόμμα της Ελευθερίας και Κατανόησης»), μεταφέροντας την πολιτική διαμάχη στο εσωτερικό της ομογένειας.
Οι «εκλογές με το ρόπαλο» του 1912
Η αναμέτρηση του 1912 έμεινε στην ιστορία για την εκτεταμένη βία και τη νοθεία που επιστράτευσαν οι Νεότουρκοι. Αν και οι ελληνικές ψήφοι κατευθύνθηκαν κυρίως προς τους Φιλελεύθερους, ορισμένοι υποψήφιοι (όπως οι Ναρλής, Ορφανίδης, Κωφίδης, Καρολίδης, Σαββόπουλος και Εμμανουηλίδης) επέλεξαν να κατέβουν με το ψηφοδέλτιο της ΕΕΠ, θεωρώντας πως έτσι εξασφάλιζαν την εκλογή τους.
Ο εσωτερικός κατακερματισμός και η κακή οργάνωση στοίχισαν ακριβά: οι Έλληνες εκπρόσωποι περιορίστηκαν σε 12 έως 16 (ανάμεσά τους οι Εμμανουηλίδης, Καρολίδης, Κωφίδης, Κίγκος, Σούρλας, Μιχαηλίδης, Κουρτόγλου και Δημήτρης Σάββας), ενώ ο Πολιτικός Σύνδεσμος εξέλεξε μόλις τέσσερις. Η θητεία της Βουλής αποδείχθηκε σύντομη.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και το στρατιωτικό πραξικόπημα της Πύλης επανέφεραν οριστικά την ΕΕΠ στην απόλυτη εξουσία.
Με την αλλαγή των συνόρων και την απώλεια των ευρωπαϊκών εδαφών, οι έδρες της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νησιών καταργήθηκαν. Παράλληλα, το Φιλελεύθερο Κόμμα διαλύθηκε, στελέχη όπως οι Μπούσιος και Κοσμίδης εξορίστηκαν, ενώ ο Καρολίδης επέστρεψε στην Αθήνα.

Η μονοκομματική κάλπη του 1914
Στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν από τον νέο Πατριάρχη, Γερμανό Ε΄, σε ένα περιβάλλον πλήρους κομματικού ελέγχου από την ΕΕΠ. Στο συρρικνωμένο Κοινοβούλιο των 87 εδρών εξελέγησαν 16 Έλληνες, μεταξύ των οποίων οι Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, Γιώργος Ιωαννίδης, Θεοδωράκης Αρζόγλου, Κ. Σαββόπουλος, Β. Ορφανίδης, Αναστάσιος Μιχαηλίδης, Ι. Γκεβενίδης, Δ. Φύτος και Τοκιμίδης.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, η σταδιακή μετατροπή της αυτοκρατορίας σε αμιγώς τουρκικό κράτος σήμανε την κατάργηση των συλλογικών δικαιωμάτων των μειονοτήτων και τον δραστικό περιορισμό των προνομίων του Πατριαρχείου.
Με την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο το 1917, οι κοινότητες της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης βρέθηκαν στο στόχαστρο· εκτοπίσεις, φυλακίσεις και οικονομικός αποκλεισμός γονάτισαν τον ελληνισμό, ενώ οι βουλευτές ήταν ανήμποροι να παρέμβουν ουσιαστικά.
Μετά τη ανακωχή του 1918, οι εναπομείναντες Ρωμιοί αντιπρόσωποι χρησιμοποίησαν το βήμα της Βουλής για να καταγγείλουν τις βιαιότητες του νεοτουρκικού καθεστώτος. Το οθωμανικό Κοινοβούλιο έκλεισε οριστικά τις εργασίες του τον Μάρτιο του 1919. Στις εκλογές που ακολούθησαν την ίδια χρονιά, οι Έλληνες επέλεξαν την καθολική αποχή, δηλώνοντας και τυπικά ότι δεν είχαν πλέον καμία πολιτική υποχρέωση απέναντι σε ένα κράτος που ψυχορραγούσε.

















