Η φωτογραφία αποπνέει επισημότητα και, εκ πρώτης όψεως, απόλυτη σύμπνοια. Ο δήμαρχος Τραπεζούντας Ιωάννης Τριφτανίδης προσφωνεί τον μεγάλο δούκα Νικολάι Νικολάγιεβιτς, αρχιστράτηγο των ρωσικών δυνάμεων στον Καύκασο. Δίπλα του, σε κεντρική θέση, στέκεται ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε στις 17/30 Ιουλίου 1916 –17 Ιουλίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιούσε η Ρωσική Αυτοκρατορία, 30 Ιουλίου με το Γρηγοριανό–, λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό στρατό.
Πίσω από την εικόνα της επίσημης υποδοχής ωστόσο, υπήρχε μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα: το γενικό επιτελείο της Ρωσικής Στρατιάς του Καυκάσου αντιμετώπιζε τον Χρύσανθο με τέτοια καχυποψία, ώστε ο στρατηγός Νικολάι Γιουντένιτς διέταξε να ερευνηθεί ως πιθανός «Οθωμανός κατάσκοπος».
Η πληροφορία δεν προέρχεται από κάποια μεταγενέστερη φήμη. Στηρίζεται σε έγγραφο του Ρωσικού Κρατικού Στρατιωτικού Ιστορικού Αρχείου.
Η εντολή του Γιουντένιτς
Την άγνωστη αυτή πτυχή καταγράφει ο ιστορικός Χαλίτ Ντουντάρ Ακάρτζα (Halit Dündar Akarca) στη μελέτη του για τη ρωσική πολιτική στην κατεχόμενη Τραπεζούντα, η οποία βασίζεται σε ρωσικά αρχεία.
Ο Ακάρτζα εξηγεί ότι οι Ρώσοι αξιωματούχοι που βρίσκονταν στην πόλη αντιμετώπιζαν με σχετική κατανόηση τη διαπραγματευτική στάση του Χρύσανθου. Όμως. δεν συνέβαινε το ίδιο με την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση.
«Ο αρχιστράτηγος Γιουντένιτς διέταξε να αρχίσει έρευνα εις βάρος του μητροπολίτη, θεωρώντας ότι ήταν Οθωμανός κατάσκοπος», αναφέρει ο Τούρκος ιστορικός. (Η υποσημείωση που συνοδεύει την πληροφορία παραπέμπει στο Ρωσικό Κρατικό Στρατιωτικό Ιστορικό Αρχείο: RGVIA, Fond 2168, opis 1, delo 553, φύλλο 343.)
Το δημοσιευμένο υλικό δεν αναφέρει ποιο ήταν το αποτέλεσμα της έρευνας ούτε παρουσιάζει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Χρύσανθος συνδεόταν πράγματι με τις οθωμανικές υπηρεσίες.
Καταγράφει, όμως, την ίδια την εντολή του Γιουντένιτς – και, μαζί της, το κλίμα καχυποψίας που επικρατούσε πίσω από τη βιτρίνα της ελληνορωσικής συνεργασίας.
Ένας ιεράρχης ανάμεσα σε δύο διοικήσεις
Για να γίνει κατανοητή η ρωσική δυσπιστία, πρέπει να ανατρέξει κανείς στη θέση που κατείχε ο Χρύσανθος πριν ακόμη φτάσει ο ρωσικός στρατός στην Τραπεζούντα.
Ο μητροπολίτης διατηρούσε καλές σχέσεις με την οθωμανική διοίκηση και είχε τιμηθεί για τη στάση του κατά τη διάρκεια του πολέμου. Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε ότι λειτουργούσε ως όργανο των οθωμανικών Αρχών.
Αντιθέτως, χρησιμοποιούσε τις σχέσεις του για να προστατεύει την ελληνική κοινότητα και να διατηρεί τις εύθραυστες ισορροπίες σε μια πόλη που οδηγούνταν προς την κατάρρευση.
Όταν κατέστη σαφές ότι ο ρωσικός στρατός πλησίαζε και ότι η Τραπεζούντα δεν μπορούσε να υπερασπιστεί, ο βαλής της πόλης παρέδωσε τη διοίκηση στον Χρύσανθο. Το γεγονός τοποθετείται στις 3/16 Απριλίου 1916.
Κατά τον ίδιο τον μητροπολίτη, η συμφωνία εκείνης της νύχτας σήμαινε ότι η Τραπεζούντα παραδιδόταν στους Έλληνες ύστερα από πέντε αιώνες και ότι ο ίδιος αναλάμβανε την προσωρινή κυβέρνηση. Ελληνικές πολιτοφυλακές επιφορτίστηκαν με τη διατήρηση της τάξης.
Οι πηγές αναφέρουν επίσης ότι ο Χρύσανθος απελευθέρωσε ορισμένες κρατούμενες τουρκικές οικογένειες και αστυνομικούς και εξασφάλισε την ασφαλή μεταφορά τους προς τα δυτικά. Παρενέβη ακόμη για την προστασία όσων εγκατέλειπαν την πόλη.
Η στάση αυτή εξηγεί γιατί ο Χρύσανθος απολάμβανε κύρος όχι μόνο μεταξύ των Ελλήνων, αλλά και σε τμήμα του μουσουλμανικού πληθυσμού. Ταυτόχρονα, όμως, τον καθιστούσε δύσκολο να κατηγοριοποιηθεί από τις εκάστοτε Αρχές.
Η είσοδος των Ρώσων και η προσωρινή ελληνική διοίκηση
Ο ρωσικός στρατός εισήλθε στην Τραπεζούντα στις 5/18 Απριλίου 1916. Η στρατιωτική εξουσία πέρασε στους Ρώσους, όμως η πολιτική διοίκηση παρέμεινε αρχικά στα χέρια Ελλήνων προκρίτων, με τον Χρύσανθο να λειτουργεί ως κεντρικός διαμεσολαβητής.
Ο μητροπολίτης άρχισε να μαθαίνει ρωσικά και καλλιέργησε σχέσεις με τους στρατιωτικούς διοικητές.
Η συμπεριφορά του θα μπορούσε εύκολα να παρουσιαστεί ως συνεργασία με τον κατακτητή. Ο Ακάρτζα, ωστόσο, απορρίπτει ρητά μια τέτοια ερμηνεία.
Όπως επισημαίνει, θα ήταν λάθος να χαρακτηριστεί ο Χρύσανθος «προδότης» ή «συνεργάτης». Η βασική του επιδίωξη ήταν η προστασία της κοινότητάς του και των συμφερόντων της, ενώ, όταν το έκρινε απαραίτητο, δεν δίσταζε να συγκρουστεί με τους Ρώσους διοικητές.
Αυτή ακριβώς η διαπραγματευτική πολιτική ήταν που προκαλούσε την καχυποψία του ρωσικού επιτελείου.
Για τους αξιωματούχους που ζούσαν στην Τραπεζούντα, ο Χρύσανθος ήταν ένας αναγκαίος συνομιλητής, ικανός να συγκρατεί τις εντάσεις. Όμως, για το μακρινότερο στρατιωτικό κέντρο ένας Οθωμανός υπήκοος με ισχυρές τοπικές σχέσεις, μεγάλη επιρροή και διάθεση να αντιστέκεται στις ρωσικές αποφάσεις μπορούσε να θεωρηθεί επικίνδυνος.
Η σύγκρουση για τη διοίκηση της πόλης
Το φθινόπωρο του 1916 η ισορροπία άρχισε να αλλάζει. Ο Ρώσος στρατηγός Αλεξέι φον Σβαρτς αποφάσισε να τοποθετήσει Ρώσο υπήκοο στην ηγεσία της δημοτικής διοίκησης και να εντάξει σε αυτήν δύο μουσουλμάνους εκπροσώπους.
Όταν οι αντιρρήσεις του δεν έγιναν δεκτές, ο Χρύσανθος οδήγησε τα ελληνικά μέλη της διοίκησης σε ομαδική παραίτηση. Στη συνέχεια απευθύνθηκε με επιστολή στον μεγάλο δούκα Νικολάι Νικολάγιεβιτς, ζητώντας την παρέμβασή του.
Το αίτημά του απορρίφθηκε. Εντούτοις, οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε ορισμένες παραχωρήσεις, ώστε οι Έλληνες να επιστρέψουν στη διοίκηση με διευρυμένες αρμοδιότητες.
Το επεισόδιο είναι ενδεικτικό της σύνθετης θέσης του μητροπολίτη. Δεν ήταν ούτε παθητικός αποδέκτης των ρωσικών αποφάσεων ούτε εύκολος συνεργάτης. Διεκδικούσε χώρο και εξουσία για την ελληνική κοινότητα, κινούμενος κάθε φορά ανάμεσα στην προσαρμογή, στη διαπραγμάτευση και στη σύγκρουση.
Η εικόνα της 30ής Ιουλίου
Μέσα σε αυτό το κλίμα πραγματοποιήθηκε η επίσημη υποδοχή του μεγάλου δούκα στην Τραπεζούντα. Η φωτογραφία με τον δήμαρχο Ιωάννη Τριφτανίδη και τον Χρύσανθο στο πλευρό του αρχιστράτηγου του Τσάρου αποτύπωσε την εικόνα που επιθυμούσε να προβάλλει η ρωσική διοίκηση: μια πόλη που είχε αποδεχθεί τη νέα εξουσία.
Την ίδια ημερομηνία, σύμφωνα με τον Ακάρτζα, ο στρατηγός Σβαρτς εξέδωσε διακήρυξη με την οποία παρουσίαζε την Τραπεζούντα ως οριστικά ενταγμένη στη Ρωσική Αυτοκρατορία και τους κατοίκους της ως υποκείμενους στους ρωσικούς νόμους.
Η κίνηση προκάλεσε μάλιστα δυσφορία στο ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών, καθώς η υποτιθέμενη προσάρτηση ανακοινωνόταν χωρίς να υπάρχει διεθνής συνθήκη που να τη νομιμοποιεί.
Έτσι, η φωτογραφία της 17/30ής Ιουλίου δεν αποτελεί απλώς ένα στιγμιότυπο ελληνορωσικής σύμπνοιας. Αποτυπώνει μια τελετή επίδειξης αυτοκρατορικής ισχύος, στο κέντρο της οποίας βρισκόταν ένας μητροπολίτης που οι ίδιοι οι Ρώσοι θεωρούσαν ταυτόχρονα απαραίτητο και ύποπτο.
Τι αποκαλύπτει η κατηγορία
Η εντολή να ερευνηθεί ο Χρύσανθος δεν αποδεικνύει ότι ήταν Οθωμανός κατάσκοπος. Αποκαλύπτει, όμως, πόσο δύσκολη και επικίνδυνη ήταν η θέση ενός ηγέτη που προσπαθούσε να προστατεύσει τον πληθυσμό του ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες αυτοκρατορίες.
Οι Οθωμανοί τον εμπιστεύθηκαν αρκετά ώστε να του παραδώσουν την πόλη. Οι Ρώσοι αναγνώρισαν την επιρροή του και συνεργάστηκαν μαζί του, αλλά ταυτόχρονα αμφισβήτησαν την αφοσίωσή του. Οι Έλληνες της Τραπεζούντας είδαν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που μπορούσε να υπερασπιστεί τα συμφέροντά τους σε μια περίοδο κατά την οποία καμία εξουσία δεν έμοιαζε σταθερή.
Η υποψία περί «Οθωμανού κατασκόπου» λέει, τελικά, περισσότερα για την ανασφάλεια της ρωσικής κατοχικής διοίκησης παρά για τον ίδιο τον Χρύσανθο. Η δύναμή του βρισκόταν ακριβώς στην ικανότητά του να συνομιλεί με όλες τις πλευρές χωρίς να παραδίδεται ολοκληρωτικά σε καμία – μια ικανότητα που στα μάτια κάθε στρατιωτικής εξουσίας μπορούσε εύκολα να μετατραπεί σε ενοχή.
| ΠΗΓΕΣ |

















