Την παρουσίαση της πρώτης ελληνικής έκδοσης των επίσημων Πρακτικών της Συνδιάσκεψης της Λοζάνης την είχαμε ήδη προαναγγείλει. Το θέμα όμως, επέστρεψε σε εμάς από μια διαφορετική διαδρομή.
Στο ενημερωτικό δελτίο Ιουλίου της Οικουμενικής Ομοσπονδίας Κωνσταντινουπολιτών δημοσιεύθηκε ολόκληρη η εισήγηση της ιστορικού Άννας Φραντζή, με τίτλο «Από τη μετάφραση στην ιστορική ανάγνωση: Οι αθέατες διαστάσεις των Πρακτικών».
Διαβάζοντάς την, σταθήκαμε σε μια λεπτομέρεια που μετατρέπει ένα φαινομενικά δύσβατο διπλωματικό αρχείο σε συναρπαστική ιστορία πολιτικής επιχειρηματολογίας: ο Ισμέτ Πασάς επικαλέστηκε ακόμη και τον Βολταίρο για να υπερασπιστεί την εικόνα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας απέναντι στις κατηγορίες για τη μεταχείριση των μειονοτήτων.
Η έκδοση που έδωσε την αφορμή για αυτή τη νέα ανάγνωση φέρει τον τίτλο Συνδιάσκεψη της Λοζάνης για τα ζητήματα της Εγγύς Ανατολής (1922-1923) – Πρώτη περίοδος, 20 Νοεμβρίου 1922-4 Φεβρουαρίου 1923: Πρακτικά των διαπραγματεύσεων και Σχέδιο Όρων Συνθήκης Ειρήνης. Εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Εκδόσεων και Εκτυπώσεων της Βουλής των Ελλήνων, έπειτα από πρωτοβουλία της ΟιΟμΚω, καλύπτοντας ένα σημαντικό κενό: για περισσότερο από έναν αιώνα τα επίσημα Πρακτικά δεν ήταν διαθέσιμα σε πλήρη ελληνική μετάφραση.
Για τη μετάφραση, τη γλωσσική και ορολογική επιμέλεια, τον έλεγχο ονομάτων και τοπωνυμίων και τον υπομνηματισμό εργάστηκε ομάδα 13 μεταφραστών, σε μια διαδικασία που διήρκεσε συνολικά περισσότερο από τρία χρόνια.
Μέσα σε αυτό το εκτεταμένο υλικό κρύβεται μια εντυπωσιακή στιγμή διπλωματικής τακτικής. Ο επικεφαλής της τουρκικής αντιπροσωπείας στη Λοζάνη δεν περιορίστηκε σε οθωμανικά έγγραφα ή σε θέσεις της κυβέρνησης της Άγκυρας. Επιστράτευσε ιστορικούς, νομικούς και διπλωμάτες από τη Δύση, επιχειρώντας να θεμελιώσει την τουρκική θέση σε αυθεντίες των οποίων το κύρος αναγνώριζαν οι Ευρωπαίοι συνομιλητές του.
Το υπόμνημα των 24 σελίδων
Το υπόμνημα κατατέθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1922, κατά τη 13η συνεδρίαση της Επιτροπής Εδαφικών και Στρατιωτικών Ζητημάτων της Συνδιάσκεψης.
Εκείνη την περίοδο, η συζήτηση για τις μειονότητες βρισκόταν στην καρδιά της διαπραγμάτευσης.
Η ελληνική πλευρά επιδίωκε την προστασία των ελληνικών πληθυσμών που θα εξαιρούνταν από την ανταλλαγή, τη διασφάλιση των μειονοτικών δικαιωμάτων και την παραμονή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη.
Η τουρκική αντιπροσωπεία, από την άλλη πλευρά, προσπαθούσε να εξασφαλίσει την πλήρη διεθνή αναγνώριση του νέου κράτους, την κατάργηση των Διομολογήσεων και την απομάκρυνση περιορισμών ή μορφών εξωτερικής εποπτείας που κληρονομούσε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Ισμέτ Πασάς επιχείρησε να τεκμηριώσει την ιστορική «ανεξαρτησία» των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων και να προβάλει την εικόνα μιας αυτοκρατορίας που είχε επιτρέψει τη διατήρηση της θρησκευτικής και κοινοτικής τους ταυτότητας.
Οι δυτικές αυθεντίες του Ισμέτ
Η επιχειρηματολογία του δεν βασίστηκε σε οθωμανικές πηγές. Ο Ισμέτ Πασάς επέλεξε να παραπέμψει σε ένα ευρύ φάσμα δυτικών συγγραφέων, ιστορικών και νομικών, οι οποίοι ήταν ήδη καταξιωμένοι στη διεθνή βιβλιογραφία.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν ο Αμερικανός καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πρίνστον Philip Marshall Brown, οι Γάλλοι ιστορικοί Charles Seignobos, Ernest Lavisse, Alfred Rambaud και Antonin Debidour, ο Βρετανός ιστορικός του Κέιμπριτζ Oscar Browning, αλλά και ο αρχαιολόγος, ασσυριολόγος και πρώην πρεσβευτής της Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία Sir Henry Layard.
Η επιλογή δεν ήταν τυχαία. Όπως παρατηρεί η Άννα Φραντζή, επρόκειτο για μια συγκροτημένη και συστηματική επίκληση δυτικών αυθεντιών, προσαρμοσμένη στο ακροατήριο της Συνδιάσκεψης. Αντί να ζητεί από τους Ευρωπαίους αντιπροσώπους να εμπιστευθούν την τουρκική αφήγηση, ο Ισμέτ τούς παρουσίαζε απόψεις συγγραφέων των οποίων το επιστημονικό ή πολιτικό κύρος ήταν ήδη αποδεκτό στη Δύση.
Ο Βολταίρος στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων
Η πλέον αναπάντεχη αναφορά ήταν εκείνη στον Βολταίρο. Ο Ισμέτ Πασάς παρέπεμψε στην Πραγματεία περί ανεξιθρησκίας, που είχε εκδοθεί το 1763, χρησιμοποιώντας απόσπασμα στο οποίο ο Γάλλος διαφωτιστής αντιπαρέβαλλε τη θρησκευτική πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη μισαλλοδοξία της χριστιανικής Ευρώπης.
Με τον τρόπο αυτό, μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού μετατράπηκε σε επιχείρημα της τουρκικής αντιπροσωπείας στη συζήτηση για την προστασία των μειονοτήτων.
Η αναφορά, βεβαίως, δεν αποτελούσε μια ουδέτερη ιστορική παρατήρηση. Εντασσόταν σε μια προσεκτικά οργανωμένη διπλωματική αφήγηση, με στόχο να παρουσιαστεί το οθωμανικό παρελθόν μέσα από το πρίσμα της ανεκτικότητας και να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση της νέας Τουρκίας.
Η ιστορία ως εργαλείο διπλωματίας
Το επεισόδιο φανερώνει τον υψηλό βαθμό προετοιμασίας της τουρκικής αντιπροσωπείας, η οποία είχε προσέλθει στη Λοζάνη με σαφείς στόχους και ενιαία πολιτική καθοδήγηση.
Η Τουρκία εκπροσωπούσε τυπικά την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Στην πραγματικότητα, όμως, ο Ισμέτ Πασάς μιλούσε εξ ονόματος μιας νέας εξουσίας, η οποία είχε ήδη επικρατήσει στρατιωτικά στη Μικρά Ασία και διεκδικούσε την αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας στο διπλωματικό πεδίο.
Αντίθετα, η Ελλάδα είχε φτάσει στις διαπραγματεύσεις μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, με περιορισμένα διεθνή ερείσματα και τις προηγούμενες εδαφικές της διεκδικήσεις ακυρωμένες επί του πεδίου.
Η αξιοποίηση του Βολταίρου και των δυτικών ιστορικών δείχνει ότι στη Λοζάνη δεν συγκρούστηκαν μόνο εδαφικές διεκδικήσεις. Συγκρούστηκαν και διαφορετικές αφηγήσεις για το παρελθόν, καθεμία από τις οποίες επιχειρούσε να επηρεάσει τις αποφάσεις για το μέλλον των πληθυσμών και των κοινοτήτων της Ανατολής.
Αυτές ακριβώς τις στρατηγικές, που δεν διακρίνονται πάντοτε στο τελικό κείμενο της Συνθήκης, φέρνει στην επιφάνεια η ανάγνωση των Πρακτικών. Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, αποκαλύπτουν ότι η Ιστορία δεν βρισκόταν απλώς στο φόντο της Συνδιάσκεψης, αλλά αποτελούσε ένα από τα ισχυρότερα όπλα στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης.

















