Στην προκυμαία της Σμύρνης ένα πλοίο με περισσότερους από 2.000 στρατιώτες και πολίτες είχε ήδη λύσει τους κάβους του. Οι μηχανές δούλευαν και ο απόπλους ήταν ζήτημα χρόνου.
Στην ακτή, ρακένδυτος, πεινασμένος και με υψηλό πυρετό, ένας Έλληνας δεκανέας συγκέντρωσε όσες δυνάμεις τού είχαν απομείνει και άρχισε να φωνάζει. Ζητούσε να τον πάρουν μαζί τους. Πίσω του βρισκόταν η αιχμαλωσία ή ο θάνατος.
Το πλοίο όμως, δεν σταματούσε.
Αυτή είναι η ιστορία του Αναστάσιου Μελετίου Πέππα, όπως την κατέγραψε δεκαετίες αργότερα ο γιος του, Μελέτιος Πέππας, σε επιστολή του προς την Καθημερινή. Μια οικογενειακή μαρτυρία για τη Μικρασιατική Καταστροφή, με πρωταγωνιστές έναν ετοιμοθάνατο δεκανέα, έναν λοχαγό που αρνήθηκε να τον εγκαταλείψει και έναν άγνωστο τσολιά που εμφανίστηκε την τελευταία στιγμή.
Από τα πρόθυρα της Άγκυρας στη διαλυμένη Σμύρνη
Ο Αναστάσιος Πέππας υπηρετούσε στο Πυροβολικό και είχε προαχθεί σε δεκανέα, αρχηγό στοιχείου, για ανδραγαθία. Η πυροβολαρχία του είχε ακολουθήσει την ελληνική προέλαση έως τα πρόθυρα της Άγκυρας.
Όταν το μέτωπο κατέρρευσε, άρχισε μαζί με όσους είχαν επιζήσει τη μακρά υποχώρηση προς τα παράλια. Ύστερα από πολυήμερη πεζοπορία και εξαντλητικές πορείες έφθασε στη Σμύρνη, σε άθλια κατάσταση.
Στην προκυμαία διέκρινε το πλοίο που ετοιμαζόταν να αποπλεύσει. Έκανε τα χέρια του χωνί και φώναξε προς τους επιβαίνοντες. Τους εκλιπαρούσε να μην τον αφήσουν να πέσει στα χέρια των τσετών, αφού είχε καταφέρει τόσες φορές να γλιτώσει το θάνατο στο μέτωπο.
Κανείς δεν απαντούσε.
Μέχρι που ένας αξιωματικός στο κατάστρωμα σήκωσε τα κιάλια του και τον αναγνώρισε. Ήταν ο διοικητής της πυροβολαρχίας του, ο λοχαγός Δημήτριος Ζάγκλης.
Οι δύο σφαίρες και το παλαμάρι
Ο Ζάγκλης έσπευσε στον κυβερνήτη και ζήτησε να παραλάβουν τον δεκανέα. Εκείνος αρνήθηκε, εξηγώντας ότι το πλοίο δεν μπορούσε να επιστρέψει και να δέσει ξανά χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τους χιλιάδες επιβάτες του.
Ο λοχαγός επέμεινε. Ο κυβερνήτης παρέμενε ανένδοτος.
Σύμφωνα με την αφήγηση του Μελέτιου Πέππα, η αντιπαράθεση κορυφώθηκε όταν ο Ζάγκλης τράβηξε το περίστροφό του και προειδοποίησε ότι είχε δύο σφαίρες: μία για τον κυβερνήτη και μία για τον ίδιο.
Τελικά βρέθηκε μια λύση. Το πλοίο δεν θα έδενε, αλλά θα εκτελούσε έναν ελιγμό και από το κατάστρωμα θα έριχναν ένα παλαμάρι. Ο δεκανέας θα έπεφτε στη θάλασσα, θα το άρπαζε και οι επιβαίνοντες θα τον τραβούσαν επάνω.
Τότε, όμως, δίπλα στον Αναστάσιο Πέππα εμφανίστηκε ακόμη ένας άνθρωπος.
Ο άγνωστος τσολιάς
Ήταν ένας εύζωνας που είχε κατορθώσει, έπειτα από τη δική του περιπέτεια, να φθάσει στη Σμύρνη. Ψηνόταν στον πυρετό και με δυσκολία μπορούσε να μιλήσει.
Κατάλαβε ότι ο δεκανέας είχε μια πιθανότητα να σωθεί. Εκείνος, όμως, δεν ήξερε κολύμπι και πίστευε ότι θα έμενε πίσω.
Ο Πέππας τον κοίταξε και τον ρώτησε: «Κρατούν τα χέρια σου, τσολιά;»
Το σχέδιο ήταν απλό και απελπισμένο. Μόλις ο δεκανέας έπιανε το παλαμάρι, ο εύζωνας θα τον αγκάλιαζε σφιχτά στη μέση, θα κρατούσε το κεφάλι του έξω από το νερό και θα κουνούσε τα πόδια του.
Το σχοινί έπεσε από το πλοίο. Οι δύο άνδρες βούτηξαν στη θάλασσα. Ο Πέππας άρπαξε το παλαμάρι και ο άγνωστος στρατιώτης κρατήθηκε επάνω του. Έζησαν και οι δύο.
Το όνομα του εύζωνα δεν διασώθηκε στην αφήγηση. Διασώθηκε η στιγμή κατά την οποία ένας άνθρωπος που μόλις είχε βρει τη δική του έξοδο από τον θάνατο αποφάσισε να μη φύγει μόνος.
Η μητέρα που είχε ήδη φορέσει τα μαύρα
Όσο ο Αναστάσιος Πέππας αγωνιζόταν να επιστρέψει, η μητέρα του πήγαινε καθημερινά στον Πειραιά και ρωτούσε τους στρατιώτες που έφθαναν από τη Μικρά Ασία μήπως γνώριζαν κάτι για τον γιο της.
Όταν πλέον έχασε κάθε ελπίδα, φόρεσε τα μαύρα και άρχισε να τον θρηνεί. Μέχρι τη στιγμή που η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και ο γιος της εμφανίστηκε μπροστά της ζωντανός.
Σύμφωνα με την οικογενειακή μαρτυρία, η διάσωσή του έγινε στις 29 Αυγούστου 1922. Από τότε και μέχρι το θάνατό του, την ημέρα αυτή τηρούσε αυστηρή νηστεία, πίνοντας μόνο καφέ και τρώγοντας λίγο ψωμί.
Η σχέση που δεν χάθηκε μετά τη Σμύρνη
Ο Αναστάσιος Μελετίου Πέππας γεννήθηκε στη Μάνδρα Αττικής στις 23 Νοεμβρίου 1899 και πέθανε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 1976.
Ο Δημήτριος Ζάγκλης συνέχισε τη στρατιωτική του διαδρομή και έφθασε στο βαθμό του υποστρατήγου. Δεν πληροφορήθηκε εγκαίρως το θάνατο του παλιού του δεκανέα. Διάβασε την είδηση στη στήλη των κοινωνικών της Καθημερινής και έστειλε στην οικογένεια ένα συγκινητικό τηλεγράφημα.
Όταν αργότερα ο Μελέτιος Πέππας επισκέφθηκε τον Ζάγκλη στο σπίτι του, στου Παπάγου, για να τον ευχαριστήσει, ο ηλικιωμένος στρατηγός έμαθε ποιος στεκόταν απέναντί του και, όπως έγραψε ο γιος του δεκανέα, ήταν έτοιμος να κλάψει.
Η επιστολή του Μελέτιου Πέππα δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 20 Απριλίου 2019. Το φύλλο της εφημερίδας υπάρχει στη Βιβλιοθήκη της της Εστίας Νέας Σμύρνης

















