Εβδομήντα ένα χρόνια μετά τα Σεπτεμβριανά του 1955, ένα νέο βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Τουρκία στρέφει την προσοχή όχι μόνο στη νύχτα της καταστροφής, αλλά κυρίως σε όσα ακολούθησαν: στις συλλήψεις, τις ανακρίσεις, τις δίκες και τελικά στην περιορισμένη απόδοση ευθυνών για το οργανωμένο πογκρόμ κατά του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.
Το ερώτημα είναι απλό, η απάντηση όμως καθόλου: Μετά τη λεηλασία χιλιάδων ελληνικών σπιτιών, επιχειρήσεων, σχολείων, εκκλησιών και κοιμητηρίων, ποιοι δικάστηκαν και ποιοι τιμωρήθηκαν πραγματικά;
Η έκταση της δικαστικής κινητοποίησης υπήρξε εντυπωσιακή. Χιλιάδες άνθρωποι συνελήφθησαν, στρατιωτικά κτήρια μετατράπηκαν σε χώρους ανάκρισης και συντάχθηκαν ογκώδεις δικογραφίες. Όταν όμως οι υποθέσεις έφτασαν στο τέλος τους, η πλήρης αλυσίδα της οργάνωσης και της πολιτικής ευθύνης δεν είχε αποκαλυφθεί.
Το βιβλίο που επαναφέρει το ζήτημα το 2026
Το βιβλίο του Τούρκου εισαγγελέα και συγγραφέα Ιμπραήμ Τσιτσέκ (İbrahim Çiçek) κυκλοφόρησε στις 3 Ιουλίου 2026 από τις εκδόσεις Alfa, λίγες εβδομάδες πριν από την 71η επέτειο του πογκρόμ που έμεινε στην ιστορία ως η ελληνική εκδοχή της Νύχτας των Κρυστάλλων.

Τίτλος του είναι 6-7 Eylül 1955 Yargılamaları («Οι δίκες για την 6η-7η Σεπτεμβρίου 1955») και ο αναλυτικός υπότιτλός του αποκαλύπτει το εύρος της έρευνας: «Κομμουνιστές, Σύλλογος “Η Κύπρος είναι τουρκική”, υποκινητές, λεηλάτες, κλέφτες και δίκες της Γιασί Αντά».
Η έκδοση των 392 σελίδων εξετάζει διαδοχικά τις διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων που βρέθηκαν στο στόχαστρο της Δικαιοσύνης, από τους απλούς λεηλάτες μέχρι την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος. Παράλληλα εντάσσει τα Σεπτεμβριανά στον ανταγωνισμό για την Κύπρο, στη βρετανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο και στις ευρύτερες ισορροπίες του Ψυχρού Πολέμου.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο σε όσα συνέβησαν στις 6 και 7 Σεπτεμβρίου, αλλά στη δικαστική διαχείριση του πογκρόμ: στην προσπάθεια να κατανεμηθεί η ευθύνη χωρίς να αποκαλυφθεί ολόκληρος ο μηχανισμός που κινητοποίησε, εξόπλισε και κατεύθυνε τον όχλο.
Το πογκρόμ σε λίγες γραμμές
Η έναρξη των επιθέσεων είναι γνωστή. Η είδηση για βομβιστική επίθεση στο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη μεταδόθηκε από το τουρκικό ραδιόφωνο και κυκλοφόρησε σε έκτακτη έκδοση της εφημερίδας İstanbul Ekspres.
Η προβοκάτσια χρησιμοποιήθηκε για να κινητοποιηθούν οι οργανωμένες ομάδες που επιτέθηκαν στους Ρωμιούς της Πόλης.
Μέσα σε λίγες ώρες, ελληνικά σπίτια, καταστήματα, σχολεία, εκκλησίες και κοιμητήρια παραδόθηκαν στη λεηλασία και την καταστροφή. Το χρονικό του ανθελληνικού πογκρόμ, ο ρόλος που έπαιξαν το Κυπριακό και η βρετανική πολιτική, καθώς και οι μαρτυρίες και οι σπάνιες φωτογραφίες από τις κατεστραμμένες εκκλησίες έχουν παρουσιαστεί αναλυτικά από το pontosnews.gr.

Οι εικόνες του Δημήτρη Καλούμενου, του φωτογράφου του Οικουμενικού Πατριαρχείου που κατέγραψε τη βία διακινδυνεύοντας τη ζωή του, παραμένουν από τα σημαντικότερα τεκμήρια. Ο ίδιος είχε περιγράψει πώς φωτογράφισε τις καταστροφές και πώς κατάφερε να φυγαδεύσει τα πολύτιμα φιλμ.
Είναι σαφές λοιπόν πως όσα συνέβησαν δεν στερούνται αποδείξεων. Αυτό που έμεινε μετέωρο ήταν η δικαστική απάντηση.
Οι πρώτοι «ένοχοι» βρέθηκαν αμέσως: Οι κομμουνιστές
Το πρώτο αφήγημα της κυβέρνησης Μεντερές ήταν ότι πίσω από το πογκρόμ βρίσκονταν οι κομμουνιστές. Η εξήγηση ταίριαζε απόλυτα στο κλίμα του Ψυχρού Πολέμου και επέτρεπε στην κυβέρνηση να στρέψει αλλού την προσοχή.
Στις 7 Σεπτεμβρίου συνελήφθησαν 48 άνθρωποι με την κατηγορία ότι ήταν κομμουνιστές και είχαν συμμετάσχει στην υποκίνηση ή στις καταστροφές. Ανάμεσά τους βρίσκονταν γνωστοί διανοούμενοι και πρόσωπα ήδη καταγεγραμμένα στα αρχεία της Ασφάλειας.
Οι συλλήψεις δεν συνοδεύονταν από αποδείξεις που να τους συνέδεαν με την οργάνωση του πογκρόμ.
Τον Δεκέμβριο του 1955 αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς να δοθεί πειστική εξήγηση για την αρχική δίωξή τους.
Εντούτοις η απόπειρα ενοχοποίησής τους είχε ήδη επιτελέσει έναν πολιτικό σκοπό: είχε προσφέρει έναν άμεσο αποδιοπομπαίο τράγο, την ώρα που παρέμεναν αναπάντητα τα κρίσιμα ερωτήματα για τα οχήματα που μετέφεραν τους δράστες, τα εργαλεία που είχαν μοιραστεί, τους καταλόγους των ελληνικών περιουσιών και την αδράνεια των δυνάμεων ασφαλείας.
Οι 5.104 κρατούμενοι και οι χιλιάδες ανακρίσεις
Μετά την επιβολή στρατιωτικού νόμου, η Κωνσταντινούπολη χωρίστηκε σε τρεις στρατιωτικές ζώνες και δημιουργήθηκαν ειδικά δικαστήρια. Οι διαδικασίες διεξάγονταν κεκλεισμένων των θυρών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που μελέτησε η ιστορικός Ντιλέκ Γκιουβέν, το Ειδικό Δικαστήριο του Μπέγιογλου ανέφερε 5.104 κρατούμενους μόνο στην Κωνσταντινούπολη. Επιπλέον, εκατοντάδες άνθρωποι συνελήφθησαν στην Άγκυρα και τη Σμύρνη.
Χιλιάδες πέρασαν από ανακρίσεις στους στρατώνες Σελιμιγιέ και Νταβούτπασα και σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Χαρμπιγιέ. Από τις δικογραφίες που σχηματίστηκαν προέκυπταν κατηγορίες εναντίον:
• 1.886 ανθρώπων για καταστροφές,
• 1.622 για κλοπές,
• 595 για λεηλασία,
• 333 για υποκίνηση,
• 21 για εμπρησμό,
• μόλις 3 για επιθέσεις εναντίον θρησκευτικών ιδρυμάτων.
Οι αριθμοί αφορούν διαφορετικά στάδια της έρευνας και δεν σημαίνουν ότι όλοι οι κρατούμενοι παραπέμφθηκαν ή καταδικάστηκαν. Αποτυπώνουν, όμως, την τεράστια απόσταση ανάμεσα στην έκταση του πογκρόμ και στην τελική δικαστική του κατάληξη.
Έως τα τέλη Ιανουαρίου του 1956 είχαν καταγραφεί 228 καταδίκες, 61 αθωώσεις και 208 παύσεις διώξεων.
Ακολούθησαν μαζικές αποφυλακίσεις. Οι καταδίκες αφορούσαν κυρίως πράξεις που είχαν τελεστεί στους δρόμους –κλοπές, λεηλασίες και καταστροφές–, και όχι τη διερεύνηση του κεντρικού σχεδιασμού.
Με άλλα λόγια, η Δικαιοσύνη ασχολήθηκε πολύ περισσότερο με εκείνους που έσπασαν τις βιτρίνες παρά με εκείνους που τους έστειλαν να τις σπάσουν.
Ο Σύλλογος «Η Κύπρος είναι τουρκική»
Στο επίκεντρο των ερευνών βρέθηκε και ο εθνικιστικός σύλλογος Kıbrıs Türktür Cemiyeti («Η Κύπρος είναι τουρκική»), ο οποίος είχε πρωταγωνιστήσει στην καλλιέργεια του ανθελληνικού κλίματος και στη διανομή της έκτακτης έκδοσης της İstanbul Ekspres.
Μετά το πογκρόμ, μέλη της διοίκησής του συνελήφθησαν με την κατηγορία ότι είχαν συμμετάσχει στην προετοιμασία των επιθέσεων.
Ο σύλλογος τέθηκε εκτός λειτουργίας, αλλά η δικαστική έρευνα δεν οδήγησε σε καταδίκη της ηγεσίας του.
Τον Ιανουάριο του 1957, το Α’ Ποινικό Δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης αθώωσε τους κατηγορουμένους.
Έτσι έκλεισε και αυτός ο κύκλος χωρίς να αποσαφηνιστεί ποιος είχε συντονίσει τη μεταφορά των οργανωμένων ομάδων, ποιος είχε εξασφαλίσει τον εξοπλισμό τους και πώς είχαν επιλεγεί με τέτοια ακρίβεια οι περιουσίες των Ρωμιών.
Η πολιτική ευθύνη μετατέθηκε στη Γιασί Αντά
Η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος δεν δικάστηκε από την τακτική Δικαιοσύνη όσο παρέμενε στην εξουσία. Η πολιτική διερεύνηση των Σεπτεμβριανών άνοιξε ουσιαστικά μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 27ης Μαΐου 1960.
Στις δίκες της Γιασί Αντά, της νήσου Πλάτης στα Πριγκηπόννησα, κατηγορήθηκαν μεταξύ άλλων ο πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές, ο υπουργός Εξωτερικών Φατίν Ρουστού Ζορλού, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Μεχμέτ Φουάτ Κιοπρουλού, κυβερνητικοί αξιωματούχοι, αστυνομικοί και διπλωμάτες.
Η συγκεκριμένη υπόθεση άρχισε με 11 κατηγορουμένους και εξετάστηκε σε 20 συνεδριάσεις. Στην πορεία όμως, το βάρος των κατηγοριών συγκεντρώθηκε κυρίως στους Μεντερές και Ζορλού. Οι δύο κρίθηκαν ένοχοι για τον ρόλο τους στα Σεπτεμβριανά, ενώ άλλοι κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν, αθωώθηκαν ή δεν τιμωρήθηκαν λόγω παραγραφής.
Η δίκη εκείνη δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το καθεστώς που είχε επιβάλει το πραξικόπημα.
Μελέτη του καθηγητή Σερίφ Ντεμίρ επισημαίνει ότι το δικαστήριο επικεντρώθηκε περισσότερο στην καταδίκη του Μεντερές παρά στην πλήρη αποκάλυψη του μηχανισμού πίσω από το πογκρόμ. Μια ιστορική ευκαιρία για τη διερεύνηση της συνολικής αλυσίδας ευθυνών χάθηκε.
Οι θανατικές καταδίκες και οι εκτελέσεις των Μεντερές, Ζορλού και Χασάν Πολατκάν συνδέθηκαν τελικά με την ευρύτερη κατηγορία της παραβίασης του τουρκικού Συντάγματος και όχι αποκλειστικά με τα εγκλήματα εναντίον του ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης.
Οι φωτογραφίες ως δικαστικά τεκμήρια
Μία από τις σημαντικότερες πηγές για τη δικαστική διαχείριση των Σεπτεμβριανών είναι το αρχείο του Φαχρί Τσοκέρ, δικαστή στο στρατοδικείο του Μπέγιογλου. Ο Τσοκέρ συγκέντρωσε έγγραφα, κατηγορητήρια, δικαστικές αποφάσεις και 246 φωτογραφίες, παραδίδοντας το υλικό στο Ίδρυμα Ιστορίας της Τουρκίας με τον όρο να δημοσιοποιηθεί μετά το θάνατό του.
Στις φωτογραφίες εμφανίζονται δράστες να κοιτούν το φακό, να χαμογελούν ή ακόμη και να ποζάρουν.
Πάνω σε ορισμένα πρόσωπα έχουν σημειωθεί μαύρα Χ, τα οποία προστέθηκαν κατά την αστυνομική έρευνα για την αναγνώριση υπόπτων.

Το αρχείο του Φαχρί Τσοκέρ κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, προσφέροντας πολύτιμη εικόνα για τα εντάλματα σύλληψης, τα κατηγορητήρια και τις αθωωτικές αποφάσεις.
Η ειρωνεία είναι οδυνηρή: σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρχαν ακόμη και φωτογραφίες των δραστών, αλλά δεν αποκαλύφθηκε ποτέ πλήρως ποιοι σχεδίασαν και καθοδήγησαν τη δράση τους.
Όταν ο όχλος επιτέθηκε ξανά στις φωτογραφίες
Η περιπέτεια των δικαστικών τεκμηρίων δεν τελείωσε με το κλείσιμο των φακέλων.
Στις 6 Σεπτεμβρίου 2005, ακριβώς πενήντα χρόνια μετά το πογκρόμ, περίπου 250 φωτογραφίες και επίσημα έγγραφα από το αρχείο Τσοκέρ παρουσιάστηκαν στο Karşı Sanat, έναν ανεξάρτητο πολιτιστικό χώρο και συλλογικότητα τέχνης στην Κωνσταντινούπολη, κοντά στην περιοχή του Πέραν.
Στα εγκαίνια εισέβαλε ομάδα Τούρκων εθνικιστών με σημαίες. Οι εισβολείς πέταξαν αυγά, κατέβασαν φωτογραφίες από τους τοίχους, τις έσκισαν και πέταξαν ορισμένες από τα παράθυρα. Τρία άτομα συνελήφθησαν για τις φθορές, αλλά αφέθηκαν ελεύθερα από τον εισαγγελέα.

Οι οργανωτές δεν έκλεισαν την έκθεση. Διατήρησαν και ενσωμάτωσαν τα σημάδια της επίθεσης, μετατρέποντας το βανδαλισμό του 2005 σε μέρος του ίδιου του αρχείου.

















