Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «αλφάβητον Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’, το Μέρος Β’, το Μέρος Γ’ και το Μέρος Δ’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
κδ’. »Ωσάν παιδιά και σπλάγχνα μου, σεις να με σπλαχνιστείτε! Γιατί απ’ τη θλίψη την πολλή νιώθω σαν να βυθίζομαι μέχρι βαθιά στον Άδη.
»Άλλο πια δεν αντέχω να βλέπω το αμπέλι μου να το τρυγάν, να φθίνει λίγο απ’ εδώ, λίγο απ’ εκεί, κομμάτι το κομμάτι.
»Στον κάτω κόσμο που θα πάω, τον Ιωσήφ τουλάχιστον ξανά θα απαντήσω που τόσο τον αγάπησα και έχω πεθυμήσει».
Εκείνοι όμως του απάντησαν: «Γιατί πατέρα οδύρεσαι και βαριαναστενάζεις;
»Δες τι χαρά που βρήκαμε, μέσα στους σάκους ήταν!
»Το αντίτιμο του σιταριού· μαζί με το σιτάρι ήταν κι ό,τι πληρώσαμε ‒ σιτάρι και ασήμι. Πάψε τους θρήνους το λοιπόν!».
Μα ο Ιακώβ συνέχισε κι έλεγε με κραυγές: «Διπλή η συμφορά μου!
»Γιατί, γι’ αυτό του Συμεών η θέση θα είναι τώρα κατά πολύ χειρότερη,
»αλλά, όμως, ο Φιλάνθρωπος το χέρι Του θα βάλει και θα τον σώσει τελικά. Γιατί είναι ο μοναδικός Θεός·
»Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας
κε’. »Να στείλω για την Αίγυπτο να πάει το στερνοπαίδι μου, φαντάζει αναπόφευκτο και πρέπει ‒αναπόφευκτα‒ εγώ να αποφύγω τον πειρασμό που έχω στο νου τώρα να μην το στείλω, γιατί θα είναι ολέθριο.
»Λυγίζω από το βάρος τούτης εδώ της ζυγαριάς, που έχει και στις δυο μεριές το ίδιο βαρύ φορτίο που είναι των γιων μου η μέριμνα», είπε, κι έτσι συνέχισε:
«Αχ, της τεκνοποιίας μου θρηνώ, μαθές, και την αρχή, μα επίσης και το τέλος ‒ και Συμεών και Βενιαμίν κλαίω τούτη ώρα.
»Λοιπόν, μ’ αυτόν τον πόνο που μου ραγίζει την καρδιά, στον Άδη κατεβαίνω.
»Γιατί κι εσένα Βενιαμίν σαν σε ξεπροβοδίζω,
»νιώθω πως παραδίδω το απόσωσμά μου ως γονιός τώρα σε ξένα χέρια,
»με τον μεγάλο κίνδυνο να γίνει εκείθε που θα πάει τροφή για τα θηρία.
»Για σε την κάθε ελπίδα μου τώρα πια έχω χάσει· εύχομαι μη σε κλάψω, όπως πιο πριν τον Ιωσήφ.
»Τα δυο παιδιά μου απ’ τη Ραχήλ τα είχα αδυναμία, και πάντοτε τα πρόσεχα όπως τα δυο μου μάτια.
»Τουλάχιστον αυτόν εδώ, Εύσπλαχνε, χάρισέ μου τον, κάνε να μην τον χάσω. Γιατί είσαι ο μοναδικός Θεός, ο
»Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας.
κς’. »Με τα αδέρφια σου μαζί, λοιπόν, κι εσύ παιδί μου, αγόρι μου εσύ νιούτσικο, είναι ώρα να πηγαίνεις»,
του είπε ο γερο-πατέρας του με δάκρυα στα μάτια και ύστερα συνέχισε: «Ας είναι οδηγός σας ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ,
»μα επίσης και δικός μου, του Ιακώβ, παιδιά μου ‒ του ίδιου του πατέρα σας».
Με αυτά τα λόγια έφυγαν τρόφιμα για να βρούνε,
πηγαίνοντας στην Αίγυπτο για μια φορά ακόμα. Κι εκεί ξανά προσπέφτουνε και προσκυνάν
τον βασιλιά· μπροστά του πέσαν καταγής με σεβασμό μεγάλο.
Μόλις τους βλέπει ο Ιωσήφ να έχουν και τον Βενιαμίν κοντά τους τούτη τη φορά,
τους μέτρησε και βρήκε να ’ναι στο σύνολο ακριβώς όσα και τα αστέρια που είχε δει στο όνειρο
και σιωπηλός παρέμενε ‒αν κι ήτανε το μέσα του σε ταραχή μεγάλη‒ και προσευχόταν λέγοντας:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
κζ’. Η σύνεσή του η σεμνή του ανέβασε το αίμα στο πρόσωπο και έμοιασε όπως αυτοί που από ντροπή κάποτε κοκκινίζουν· σεβαστικά και ντροπαλά θωρούσε απέναντί του των αδελφών τα πρόσωπα.
Και μέσα του ξεκίνησε αντιλογία μεγάλη· έστησε δικαστήριο τότε μες στην ψυχή του, κι αντίδικός του ήτανε ο εαυτός του ο ίδιος – και μες στο νου έλεγε:
«Μα δεν αμάρτησαν αυτοί! Ήτανε θέλημα Θεού αυτό που μου συνέβη.
»Τις αρετές που απόκτησα σε τούτους τις χρωστάω.
»Πώς να το καυχηθεί, λοιπόν, ο αθλητής που έδωσε με πάθος τον αγώνα του,
»εφόσον δεν στεφανωθεί της νίκης το στεφάνι μετά από αγώνα καθαρό και νόμιμο ολωσδιόλου;
»Ποιος αδελφός δεν σκύβει και προσκυνά ευλαβικά μια ομήγυρη αδελφική όπως αυτή που βλέπω;
»Πρέπει τα δάκρυά μου να παραμείνουνε βουβά, γιατί δεν είναι η ώρα τώρα να τους φανερωθώ το ποιος είμαι στ’ αλήθεια.
»Τα δακρυσμένα μάτια ας μην υπερισχύσουνε της γλώσσας μου που πρέπει η ψυχραιμία να κυβερνά· την προσευχή στα σιωπηλά θα πρέπει να την κάνω, λέγοντας από μέσα μου:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”.
κη’. »Τι τρόπο να μηχανευτώ», είπε, για ν’ αντικρίσω με τα ίδια μου τα μάτια τον γέρο τον πατέρα μου που λάμπει σαν τον ήλιο;
»Κι από την άλλη ξέρω πως η μητέρα μου κι αυτή είναι σαν το φεγγάρι που στέκεται σεμνοπρεπώς κι ωραία καταυγάζει του παραδείσου την αυλή ψηλά στα επουράνια.
»Και τ’ άστρα με το φως τους σαν σύννεφο ολόλαμπρο το σπίτι μου σκεπάζουν.
»Ας δώσω το σιτάρι τώρα, λοιπόν, στ’ αδέλφια μου,
»ώστε να προσελκύσω μ’ αυτό τον Βενιαμίν.
»Θα βάλω κι ένα δόλωμα το ψάρι αυτό να πιάσω· το κύπελλό μου ας βάλω κρυφά τώρα στο σάκο του·
»έτσι ετούτη η κλοπή, η σκηνοθετημένη, θα είναι η παγίδα που θα πιαστεί για τα καλά αυτός που τόσο αγαπώ.
»Πανούργα και παμπόνηρη είναι μια τέτοια αγάπη, τα πράγματα που επιθυμώ αυτή θα μου τα φέρει.
»Κι έτσι, οι Χαναναίοι θα φάνε και θα πιούνε και θα βροντοφωνάξουνε:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”».
κη’. Το σκέφτηκε λιγάκι κι ύστερα αυτά που είχε μες στο μυαλό του τα έβαλε μπρος, για να γίνουν πράξη.
Κι αυτούς που κατηγόρησε πιο πριν για κατασκόπους, τους έβαλε και κάθισαν μαζί του στο τραπέζι, λες κι ήταν φίλοι από παλιά.
Την ώρα που δειπνούσανε, αυτός, όμως, μαστόρευε κι έστηνε την παγίδα,
λέγοντας σ’ έναν δούλο του κρυφά και καλυμμένα:
«Βλέπεις αυτούς που κάθονται και τρων εδώ μαζί μου; Πήγαινε να γεμίσεις με στάρι
»τα σακιά τους. Στον σάκο, όμως, του μικρού,
»που Βενιαμίν τον λένε, να βάλεις μέσα θέλω
»ετούτο εδώ το κύπελλο που έχω για να πίνω. Πρόσεξε κάνε το κρυφά, να μη σε δει κανένας!».
Την ώρα που τα λόγια του στην πράξη εφαρμόζονταν, εκείνος έτσι κραύγαζε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».

















