O Μιχάλης Κακογιάννης είναι ο δημιουργός που έβαλε την Ελλάδα στον διεθνή κινηματογραφικό χάρτη· που δίδαξε σε όλο τον πλανήτη ότι υπάρχει μια χώρα που μπορεί όχι μόνο να παράγει σινεμά, αλλά και να το εξάγει. Και ναι, αυτό έγινε πάνω σε ελληνικά θέματα και καταστάσεις, που όμως δεν ήταν μόνο φολκλόρ, αλλά δημιουργίες που αφορούσαν τους θεατές από τις ΗΠΑ μέχρι τη Νέα Ζηλανδία.
Αυτός ο δημιουργός συνετέλεσε στο Big Bang της χώρας μας στο εξωτερικό στα ’60s. Και αυτή η μεγάλη έκρηξη έγινε με έναν καλόγουστο τρόπο, με μια σύγχρονη για την εποχή του ματιά.
Και φυσικά, όπως κάθε… προφήτης δεν αναγνωρίζεται στον τόπο του, έτσι συνέβη και με τον Κακογιάννη. Ειδικά από μια περίοδο και μετά, αντιμετώπισε το μένος και των Ελλήνων κριτικών και των συναδέλφων του. Ευτυχώς που στην τελική σούμα, αναγνωρίζεται πλέον το έργο του. Στο σύνολό του. Αλλά οι πικρές στιγμές έμειναν.
Ένας διαβολάκος στο Λονδίνο
Στην Λεμεσό γεννήθηκε, στις 11 Ιουνίου 1921, και μεγάλωσε σε μια οικονομικά εύρωστη και ευτυχισμένη οικογένεια. Βέβαια το εύρωστη ήταν μέγεθος πολύ σχετικό, καθώς ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος τα άλλαξε όλα. Παρ’ όλα αυτά, ο νεαρός Μιχάλης βρέθηκε στο Λονδίνο για να σπουδάσει νομικά. Αυτό ήταν το όνειρο και η θέληση του μεγαλοδικηγόρου πατέρα του Παναγιώτη Κακογιάννη.
Όμως ο νεαρός γόνος λάτρευε να στήνει θεατρικά μαζί με τα αδέλφια και τους φίλους του – και μάλιστα έγραφε και τα κείμενά τους. Κάτι που δεν άρεσε στον πατέρα, ο οποίος αρχικά του απαγόρευσε να πηγαίνει θέατρο και κινηματογράφο.

Ο μικρός πάντως δεν καταλάβαινε τίποτα και συνέχιζε το… ρεπερτόριο του. Επειδή ήταν και ανήσυχος και ζωηρός, του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «διαβολάκος». Και ως τέτοιος, μια φορά στο σχολείο, σε ένα διαγώνισμα μαθηματικών –που δεν ήξερε τίποτα–, υποδύθηκε τόσο επιτυχημένα τον άρρωστο που οι καθηγητές τον έστειλαν στο σπίτι του.
Χρόνια μετά, στο Λονδίνο του 1939, πιάστηκε στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου. Δύο φορές κινδύνευσε η ζωή του στη βρετανική πρωτεύουσα. Αναφερόμενος σε εκείνη την περίοδο είχε πει:
«Υπάρχει μια έξαρση και μια, ας πούμε, σχεδόν θολερή σχέση μεταξύ των ανθρώπων, που ύστερα από μια νύχτα βομβαρδισμού η περιέργεια την επομένη, να ελέγξεις ποιοι έχουν επιζήσει, είναι κάτι συναρπαστικό. Έτσι αρπάζεις κάθε στιγμή που μπορείς. Η ζωή άλλωστε, συνεχίζεται. Το θέατρο δεν έπαψε να λειτουργεί. Απλώς, αντί να λειτουργεί βράδυ, λειτουργούσε μέρα. Εμένα πάλι, μου έτυχε να πάω δύο φορές στο γραφείο μου και να μην υπάρχει. Μόλις βομβαρδιζόταν το ένα κτήριο, αλλάζαμε, και πηγαίναμε σε άλλο. Πάντως, όλως περιέργως, δεν μου έχει αφήσει απωθημένα».

Στο Λονδίνο, για λόγους βιοπορισμού αρχίζει να εργάζεται ως μεταφραστής και στη συνέχεια ως εκφωνητής στην ελληνική υπηρεσία του BBC. Το 1943 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της εκπομπής «Κυπριακή Ώρα», που εμψύχωνε τους Έλληνες της διασποράς.
Δειλά-δειλά το 1944 άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα δραματικής τέχνης στo Central School of Dramatic Art. Το 1945 επέστρεψε για λίγο στην Ελλάδα· επέλεξε δε να ταξιδέψει με ένα στρατιωτικό αεροπλάνο, και παραλίγο να σκοτωθεί λόγω προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στην πτήση. Όταν έφτασε, σώος και αβλαβής, το είδε σαν σημάδι της τύχης.
Έτσι αποφάσισε να ζήσει τη ζωή του όπως ήθελε. Και η Νομική μόλις είχε χάσει ένα δικηγόρο.
Η Αθήνα της Αιγύπτου
Άρχισε να εμφανίζεται ως ηθοποιός στο βρετανικό θέατρο, αλλά και σε κάποιες ταινίες. Όμως γρήγορα διαπίστωσε ότι η υποκριτική δεν ήταν ο χώρος που ονειρευόταν:
«Λόγω φιζίκ και μιας ελαφριάς προφοράς, είχα περιορισμούς στην επιλογή των ρόλων, μολονότι έπαιξα δυο-τρεις σημαντικούς. Από την άλλη, δεν με γέμιζε. Είχα κατά καιρούς την αίσθηση –που την έχουν πολλοί ηθοποιοί, αλλά την ξεπερνούν–, του γελοίου. Έρχεται κάτι σαν αστραπή πάνω σου και λες “Tώρα εγώ τι κάνω εδώ ντυμένος με ένα κοστούμι να προσποιούμαι κάτι άλλο απ’ αυτό που είμαι;”. Βέβαια, την αγαπούσα πολύ τη δουλειά και ενδεχομένως, αν μου είχαν ανοίξει περισσότερες πόρτες, να είχα συνεχίσει. Aλλά ήταν μια απόφαση που πήρα ξαφνικά, να γίνω σκηνοθέτης».
Έτσι, ξεκίνησε να γράφει σενάρια και να μιλάει με ανθρώπους του χώρου, κυρίως στο Λονδίνο. Μόνο που τελικά το σκηνοθετικό του ντεμπούτο έγινε (περίπου) στην Ελλάδα. Ο λόγος για το Κυριακάτικο ξύπνημα, που στην ουσία ήταν σαν παραγγελία του Χορν και της Λαμπέτη.
«Έγραφα ήδη σενάρια, τα οποία όταν τα έδειχνα σε φίλους σημαντικότατους σκηνοθέτες μού έλεγαν ότι μόνο εγώ μπορούσα να τα γυρίσω. Αλλά δεν ήταν τόσο εύκολο. Σε κάποιο ταξίδι μου στην Ελλάδα, σ’ αυτήν τη φτωχή χώρα όπου γυρίζονταν ταινίες ανέξοδα, βρήκα τις πόρτες διάπλατα ανοιχτές. Ομολογώ ότι μου τις άνοιξαν η Λαμπέτη και ο Χορν, με τους οποίους μας ένωνε μια φιλία – και αυτοί ήταν που με επέβαλαν ως σκηνοθέτη, και έγραψα την πρώτη μου ταινία γι’ αυτούς. Ήταν και η μόνη που έκανα κατά παραγγελία» είχε πει σε συνέντευξή του.
Το Κυριακάτικο ξύπνημα, εκτός από ένα ελπιδοφόρο ντεμπούτο όπως αποδείχθηκε, είχε να αντιμετωπίσει αρχικά το πρόβλημα του budget. Εκείνα τα χρόνια –συγκεκριμένα το 1953– πολλοί θίασοι από την Ελλάδα έδιναν παραστάσεις στην Αίγυπτο, όπου υπήρχε αρκετός ελληνισμός και δη υψηλού οικονομικού επιπέδου. Επίσης εκεί ήταν και τα καλύτερα στούντιο της εποχής, με πολύ φτηνότερο κόστος από τα αντίστοιχα ελληνικά.
Έτσι η ταινία που εγκαινίασε –όπως έγραψαν αργότερα οι ξένοι κριτικοί, την «Αθηναϊκή σχολή»–, στο μεγαλύτερο μέρος της είχε γυριστεί στο Κάιρο. Κυρίως τα εσωτερικά και κάποια εξωτερικά πλάνα (όπως αυτά που πηγαίνει η Λαμπέτη για μπάνιο ή που ο Χορν βολτάρει και του πουλάνε το λαχείο).
Όσο για το τεχνικό μέρος, τη σκηνοθεσία δηλαδή, ο Κακογιάννης δεν είχε διστάσει να πει το εξής: «Έμαθα σκηνοθεσία βλέποντας κινηματογράφο. Όταν έκανα το Κυριακάτικο ξύπνημα δεν ήξερα τίποτα από τα τεχνικά, ούτε τι είναι 35άρης φακός, ούτε τίποτα. Απλώς έστηνα. Η άγνοια είναι μεγάλο όπλο στην αρχή. Τολμάς πράγματα. Ορισμένα βέβαια, συμβαίνουν από μόνα τους. Ο παράγοντας τύχη υπάρχει πάντα και πρέπει να είσαι έτοιμος να τον εκμεταλλευτείς ανάλογα».
Με τη Στέλλα στις Κάννες
Θα περίμενε κανείς ότι με την εμπορική και κριτική επιτυχία του πρώτου φιλμ, η δημιουργία του επόμενου θα ήταν κάτι εύκολο. Αμ δε.
Μπορεί σήμερα η Στέλλα να θεωρείται –και να είναι– μια σπουδαία ελληνική ταινία, όμως στην εποχή της το να βρεθούν τα χρήματα για να γίνει, γεννάει από μόνο του ένα νέο σενάριο.
Εκτός του ότι η εγχώρια κινηματογραφική βιομηχανία –ή βιοτεχνία, αν προτιμάτε– τότε στηνόταν, υπήρχαν δύο προβλήματα: Η Μελίνα Μερκούρη και το σενάριο.
Ναι, η Μελίνα τότε ήταν ηθοποιός πρώτης γραμμής στο θέατρο. Στον κινηματογράφο όμως δεν είχε παίξει ούτε σε μία ταινία. Έτσι, οι παραγωγοί της εποχής την θεωρούσαν πολύ «ξένη» για τον μέσο Έλληνα θεατή. Μεγάλα μάτια, μεγάλα χείλη, μεγάλα μάτια και πολύ ψηλή. Συν ότι τότε ήταν 34 ετών, άρα και εκεί μεγάλη (μίλησε κανείς για ηλικιακό ρατσισμό;).
Από την άλλη, στην Ελλάδα του 1955 η ιστορία του μια γυναίκα όχι μόνο να μην θέλει να παντρευτεί, αλλά να στήνει και τον γαμπρό στην εκκλησία, ήταν επιεικώς ταμπού.

Τα γυρίσματα ήταν οριακά, τα χρήματα τα έβρισκαν από τις πιο απίθανες μεριές – ένα ακόμα παράδειγμα των δυσκολιών: οι σκηνές που είναι στην παραλία είχαν γυριστεί χειμώνα. Όμως άξιζε τον κόπο, καθώς η ταινία έγινε δεκτή στο Φεστιβάλ Καννών του 1955. Και μπορεί να μην κέρδισε κανένα βραβείο, αλλά η Μελίνα έκανε τη γνωριμία της με την κινηματογραφική κοινότητα, συν ότι γνώρισε τον Ζιλ Ντασέν.
Παράλληλα, ο Μιχάλης Κακογιάννης έγινε το νέο hot σκηνοθετικό όνομα της Ευρώπης – και δη από μια χώρα που δεν υπήρχε τότε στον κινηματογραφικό χάρτη.
Όσον αφορά την εδώ καριέρα της ταινίας, σφυροκοπήθηκε από αρκετούς κριτικούς εφημερίδων – όμως το κοινό την αγάπησε και την έφερε πρώτη σε εισιτήρια.
Λαμπέτη όπως… Γκάρμπο
Αμέσως μετά γυρίζει το αριστουργηματικό Κορίτσι με τα μαύρα, και ακολουθεί το 1957 η για πολλούς καλύτερη του ταινία, Το τελευταίο ψέμα. Και τα δύο φιλμ με πρωταγωνίστρια την Έλλη Λαμπέτη. (Οι κριτικοί στις Κάννες, όπου έκανε πρεμιέρα το Τελευταίο ψέμα, παρομοίασαν την Ελληνίδα ηθοποιό με την Γκρέτα Γκάρμπο.)

Άνθρωποι που ήταν τότε στα καλλιτεχνικά πράγματα της χώρας μιλάνε για τον μεγάλο έρωτα που είχε ο σκηνοθέτης για την ηθοποιό. Ο Κακογιάννης, σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις που είχε δώσει, και συγκεκριμένα στον Χρήστο Βασιλόπουλο, είχε πει μεταξύ άλλων:
«Την Έλλη την είχα γνωρίσει στην πλατεία Συντάγματος, όπου αυτό το κοριτσάκι περπατούσε με τον τότε άντρα της, τον Μάριο Πλωρίτη, ο οποίος μου την σύστησε. Εγώ την ερωτεύτηκα αμέσως. Ήταν τότε τόσο γοητευτική».
Και είχε προσθέσει: «Ήταν η Μαργαρίτα μου. Υπήρξε περίοδος στη ζωή μου που μόλις ξυπνούσα το πρωί αναρωτιόμουν τι ώρα θα έβλεπα την Έλλη».

Ο Κακογιάννης έζησε το χωρισμό της Έλλης Λαμπέτη με τον πρώτο της σύζυγο Μάριο Πλωρίτη, αλλά και την εκρηκτική της σχέση με τον Δημήτρη Χορν. Όσον αφορά την συνεργασία τους, γύρισαν μαζί το 1961 το ελληνοϊταλικό Χαμένο κορμί. Ναι, σχεδόν στην πρώτη του προσπάθεια (είχε προηγηθεί η Ερόικα, βασισμένη στο βιβλίο του Κοσμά Πολίτη), κατόρθωσε να περάσει στη διεθνή αγορά.
Το φιλμ, που πριν από μερικά χρόνια θεωρείτο χαμένο, αποκαταστάθηκε από την ταινιοθήκη της Μπολόνιας και προβλήθηκε ξανά στη χώρα μας ύστερα από δεκαετίες. Η Λαμπέτη υποδυόταν την πρώην σύζυγο ενός Αμερικάνου, ο οποίος δεν μπορούσε να την ξεχάσει.
Επιπλέον, τη Λαμπέτη πολλά χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1976, θα την σκηνοθετήσει στο θέατρο – αυτή τη φορά σε μια από τις σπουδαιότερες παραστάσεις που είχε ανεβάσει η ηθοποιός, την Δεσποινίς Μαργαρίτα.
Εκείνη ήταν από τα πιο διαδραστικά άτομα που γνώρισε και συνεργάστηκε μαζί τους ο μεγάλος δημιουργός.
Και δεν την ξέχασε ποτέ. Όπως είχε πει λίγο πριν πεθάνει: «Τώρα πια όταν τη σκέπτομαι έχω την εικόνα ενός απαλού πλάσματος. Την βλέπω να μιλάει σε ορισμένες στάσεις κι εγώ να κοιτάζω τον εκπληκτικό λαιμό της. Και να ρουφάω το φυσικό της άρωμα».

Μιλώντας για τις Ελληνίδες ηθοποιούς με τις οποίες είχε συνεργαστεί είχε πει στην τελευταία του συνέντευξη: «Η Λαμπέτη ήταν η γοητευτικότερη όλων, χωρίς αμφιβολία. Είχε μια γλυκιά ομορφιά. Δεν ήταν από σόι όπως η Μελίνα, ωστόσο είχε ιδιαίτερη γοητεία. Η Μελίνα ήταν διασκεδαστική, περνούσαμε ώρες τα βράδια σπίτι της. Κουλουριαζόταν στον καναπέ και ήταν πάντα σε χιουμοριστικές φόρμες. Αλλά και η Ειρήνη Παππά ήταν τρομερή. Εκμεταλλεύτηκα τον καλύτερο εαυτό τους».
Στις χολιγουντιανές σάλες
Όταν το 1961 το Ποτέ την Κυριακή πήρε πέντε οσκαρικές υποψηφιότητες (και μία νίκη), έγινε μεγάλο σούσουρο στην Ελλάδα, καθώς η ταινία δεν είχε υποβληθεί για το βραβείο της Καλύτερης Ξενόγλωσσης. Το καταστατικό της Ακαδημίας Κινηματογράφου προέβλεπε ότι για τη συγκεκριμένη κατηγορία οι ταινίες έπρεπε να έχουν προταθεί από τη χώρα τους (για τα υπόλοιπα βραβεία δεν χρειαζόταν).
Ξεκίνησε λοιπόν μια εγχώρια γκρίνια για την επιπλέον πιθανή οσκαρική υποψηφιότητα που χάθηκε – και δύο χρόνια μετά η Ελλάδα «κατεβάζει» ταινία για Όσκαρ. Και περνάει στην πεντάδα.
Ήταν με την Ηλέκτρα, σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, με πρωταγωνιστές την Ειρήνη Παππά, τον Γιάννη Φέρτη και την Αλέκα Κατσέλη.

Και μπορεί το φιλμ να έχασε το βραβείο από το γαλλικό Κυριακές με τη Σιμπέλ, όμως το Χόλιγουντ μαθαίνει τον Έλληνα δημιουργό. Και τον καλεί κοντά του για να σκηνοθετήσει αμερικάνικη ταινία με ελληνικό θέμα. Τη μεταφορά του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη.
Και γίνεται απίστευτη επιτυχία που φτάνει μέχρι τα Όσκαρ του 1965, με επτά υποψηφιότητες που κατέληξαν σε τρεις νίκες:
• για τη διεύθυνση φωτογραφίας σε άσπρο-μαύρο (υπήρχε τότε αυτός ο διαχωρισμός) στον Ουόλτερ Λάσλι (Γερμανός διευθυντής φωτογραφίας που αγάπησε την Κρήτη στα γυρίσματα της ταινίας και έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του το 2017),
• για τα σκηνικά στον Βασίλη Φωτόπουλο, και
• β’ γυναικείου ρόλου στη Λίλα Κέντροβα στο ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς.
Το τελευταίο θεωρήθηκε και στοίχημα του σκηνοθέτη, αφού η ρωσικής καταγωγής ηθοποιός αντικατέστησε τη Σιμόν Σινιορέ.
«Η Σιμόν Σινιορέ αποδείχτηκε ένας πάρα πολύ γενναιόδωρος άνθρωπος. Είχε γυρίσει δέκα μέρες από τον Ζορμπά. Με δηλώσεις της καθόλου αντικειμενικές με απάλλαξε εκ των υστέρων από κάθε ευθύνη, ενώ δεν ήταν καθόλου έτσι. Είμαι πολύ σκληρός στη δουλειά μου. Ανελέητα σκληρός, οι ηθοποιοί έχουν να το λένε» είχε εξομολογηθεί ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του.
Ο ίδιος ο Μιχάλης Κακογιάννης είχε τρεις υποψηφιότητες για το Zorbas the greek (όπως παίχτηκε αρχικά στην Αμερική) – για την παραγωγή, τη διασκευή σεναρίου και τη σκηνοθεσία. Δυστυχώς έπεσε πάνω στο Ωραία μου κυρία, που κυριάρχησε στα Όσκαρ εκείνης της χρονιάς.
«Τη χρονιά του Ζορμπά ήξερα ότι επρόκειτο να δοθεί στον Κιούκορ [σ.σ. ο σκηνοθέτης] για το Ωραία μου κυρία, γιατί δεν είχε πάρει κανένα Όσκαρ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σκεφτείτε ότι δεν ήταν καν υποψήφια η μουσική του Ζορμπά».

Ανεξάρτητα από τα Όσκαρ, η ταινία έσπασε ταμεία, έγινε η πιο ζωντανή διαφήμιση της Ελλάδας και η μουσική του φιλμ από τον Μίκη Θεοδωράκη είναι πλέον κλασική και αναγνωρίσιμη. Πώς την υποδέχθηκαν στην Ελλάδα; Οι μισοί ειρωνεύτηκαν για το τουριστικό φολκλόρ και οι άλλοι μισοί εκτόξευσαν την κατηγορία ότι παρουσιάζει μια κακή εικόνα της χώρας μας.
Όπως και να ‘χει, ο Μιχάλης Κακογιάννης έγινε το αγαπημένο παιδί του Χόλιγουντ.
Ο ίδιος όμως δεν θέλησε να κάνει μια ταινία εκεί: «Καταρχάς, δεν θα μπορούσα ποτέ να ζήσω στο Λος Άντζελες. Διάφορες κυρίες με κυνήγησαν να τις σκηνοθετήσω, αλλά αρνιόμουν. Η Ελίζαμπεθ Τέιλορ με σταύρωσε να σκηνοθετήσω το Ανταύγειες σε χρυσά μάτια». (Για την ιστορία, ο Κακογιάννης είχε επίσης πει ότι δεν εκτιμούσε την Τέιλορ. Η εν λόγω ταινία γυρίστηκε τελικά από τον Τζον Χιούστον.)
Η επόμενη δουλειά του δημιουργού ήταν η άκρως περίεργη κωμωδία Όταν τα ψάρια βγήκαν στη στεριά, που είχε γυρίσματα μεταξύ άλλων στο Γαλαξίδι. Το φιλμ πέρασε τότε λίγο στο βρόντο, αλλά μέσα από το κωμικό στοιχείο μιλούσε για την πυρηνική καταστροφή.
Τα χρόνια της χούντας ήταν μεταξύ Νέας Υόρκης και Παρισιού, όπου σκηνοθετούσε κυρίως στο θέατρο. Επίσης, γύρισε τις Τρωάδες με πρωταγωνίστρια και πάλι την Ειρήνη Παππά – στην Ελλάδα φυσικά προβλήθηκε μετά τη χούντα, λόγω της πρωταγωνίστριας που ήταν… απαγορευμένη.
Ιφιγένεια και άλλες πολεμικές
Το 1974 γυρίζει το ντοκιμαντέρ Αττίλας ’74 που έχει να κάνει με την κυπριακή τραγωδία.
Και την άνοιξη του 1977 κατεβαίνει ξανά στις Κάννες με την Ιφιγένεια, που όταν λίγους μήνες αργότερα πέρασε από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ξεσηκώθηκαν οι πάντες. Μιλάμε για απίστευτες κριτικές, με πολύ βάρβαρους και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς – σήμερα αν κάποιος τις διαβάσει, θα σοκαριστεί.
Παρ’ όλα αυτά, η ταινία πήγε πολύ καλά σε εισιτήρια, σε μια περίοδο που ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είχε τελειώσει.
Και την άνοιξη του 1978 ήρθαν τα ευχάριστα από την Αμερική. Το φιλμ ήταν υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Μόλις η 4η φορά μέχρι τότε που η χώρα μας έμπαινε στην πεντάδα (οι άλλες δύο ήταν το 1964 και το 1966 με τα Κόκκινα φανάρια και το Χώμα βάφτηκε κόκκινο, και τα δύο του Βασίλη Γεωργιάδη).
Για την ιστορία, και αυτή την φορά έχασε από γαλλική ταινία και συγκεκριμένα από τη Μαντάμ Ρόζα με πρωταγωνίστρια την Σιμόν Σινιορέ! (Μίλησε κανείς για κάρμα;)

Και αν νομίζετε ότι εκεί τελείωσε η αμφισβήτηση του Μιχάλη Κακογιάνη, χάσατε.
Το 1983 ανεβάζει με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου την Ηλέκτρα. Μουσική Βαγγέλη Παπαπαθανασίου, μετάφραση Γιώργου Χειμώνα και πρωταγωνιστές μεταξύ άλλων την Ειρήνη Παππά, τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη και την Τζένη Γαϊτάνοπούλου (μια από τις σπουδαιότερες Κύπριες ηθοποιούς).
Οι κριτικοί ήταν και πάλι ανελέητοι με την παράσταση.

Η τελευταία «μάχη» με τους κριτικούς έγινε το 1992 με το φιλμ Πάνω κάτω και πλαγίως, μια κωμωδία για την αθηναϊκή παράνοια – ήταν και η τελευταία κινηματογραφική του συνεργασία με την Ειρήνη Παππά. Τα αποτελέσματα; Μια από τα ίδια. Απαξιωτικές κριτικές, γεμάτα ταμεία.
Ο δημιουργός του κόσμου
Το 1999 προβλήθηκε η τελευταία του ταινία Ο βυσσινόκηπος, που ήταν αγγλική παραγωγή με πρωταγωνιστές τη Σαρλότ Ράμπλινγκ και τον Άλαν Μπέιτς (από τον Ζορμπά), ενώ η τελευταία παράσταση που σκηνοθέτησε ήταν ο Κοριολανός του Σέξπιρ που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο το 2006, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ.
Εκείνη τη χρονιά είχε φτιάξει και το ίδρυμα που φέρει το όνομά του, και όλη του την ενέργεια την είχε διοχετεύσει σε αυτό.
Υπήρξε ένας σπουδαίος δημιουργός, ο οποίος δεν θαμπώθηκε ούτε από τη δόξα, ούτε από τα σπουδαία ονόματα με τα οποία συνεργάστηκε.
«Ξεχώριζα μόνο την Κάθριν Χέμπορν. Συγκινητική γυναίκα. Όταν μου ομολόγησε ότι φορούσε πάντα τα πανταλόνια του Σπένσερ Τρέισι, τον οποίο ποτέ δεν παντρεύτηκε, συγκλονίστηκα. Εκανε στιλ με αυτά, όμως τα βράδια που βγαίναμε ντυνόταν γυναικεία. Δεν ήταν καθόλου κοκέτα. Αλλά είχε χαρακτήρα, προσωπικότητα, εξυπνάδα», είχε πει στην τελευταία του συνέντευξη.
Έζησε την τέχνη και τη δημιουργία στον ύψιστο βαθμό. Και την έκανε κομμάτι της ζωής του. Δεν είχε διστάσει να ομολογήσει ότι ήταν πολύ σκληρός στις συνεργασίες του και ότι δεν άντεχε τη δημοσιότητα, παρά μόνο όταν είχε να κάνει με την δουλειά του.
«Δεν είμαι πλούσιος διότι ποτέ δεν είχα το χρήμα σαν κίνητρο», είχε πει. «Είχα μαζέψει όμως ό,τι κέρδισα με τη δουλειά μου αυτά τα χρόνια. Τα επένδυσα στην Κύπρο αγοράζοντας ένα εξοχικό σε μια υπέροχη παραλία. Το πούλησα και τα χρήματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για το Ιδρυμα. Μου στοίχισε, δεν το κρύβω. Νοσταλγώ τα καλοκαίρια που πήγαινα εκεί», είχε δηλώσει.
Ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο κοσμοπολίτης δημιουργός που δεν καταπιέστηκε και έκανε αυτό που ήθελε η ψυχή του, έφυγε σαν σήμερα, πριν από 15 χρόνια, στα 90 του. Αλλά μας άφησε σπουδαίες δημιουργίες που μας έκαναν και θα μας κάνουν πάντα υπερήφανους.

Σπύρος Δευτεραίος

















