Είναι ο Έλληνας πρόξενος στην Αφρική που ήθελε να παντρευτεί την καλή του Ρορώ στο Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη· ο συνάδελφος βουλευτής του Μαυρογυαλούρου Λάμπρου Κωνσταντάρα στο Υπάρχει και φιλότιμο, αλλά και ο φίλος του που προσπαθούσε να τον φέρει στο δρόμο της λογικής στο Υιέ-υιέ μου. Είναι επίσης το αφεντικό της Ρένας Βλαχοπούλου στο Μια Ελληνίδα στο χαρέμι, και ο υποψήφιος –και κουφός– γαμπρός Τζώρτζης Χατζηθωμάς στο Μια τρελή-τρελή σαραντάρα.
Σ’ αυτές και σε άλλες κλασικές ταινίες, ο Γιώργος Γαβριηλίδης έγραψε ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο, σαν πλούσιος ή αριστοκράτης.
Ένας σπουδαίος δευτεραγωνιστής της μεγάλης οθόνης, που έχει περάσει στην αιωνιότητα με τις ερμηνείες του.
Στο θέατρο υπήρξε και πρωταγωνιστής και θιασάρχης, αλλά στο σινεμά μπήκε λίγο πριν από τα 50 του, γι’ αυτό και περιορίστηκε σε β’ ρόλους, τους οποίους όμως τους έκανε δικούς του και αγαπήθηκαν από το κοινό.
Ποιος ήταν όμως ο φινετσάτος Γιώργος Γαβριηλίδης που και αγαπημένος υπήρξε από τους συναδέλφους του και έζησε και μια μεγάλη ερωτική ιστορία στην ζωή του;
Οι περισσότεροι βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1908 στην Αθήνα, αν και κάποιοι θέλουν να έχει γεννηθεί την ίδια χρονιά στη Σμύρνη. Αστειευόμενη η Μαρίκα Κρεβατά –που υπήρξε η γυναίκα της ζωής του– με την κόρη της Γκέλυ Μαυροπούλου, έλεγε σχετικά με την ηλικία του Γαβριηλίδη, παρουσία του: «Όλοι αυτοί με την Καταστροφή της Σμύρνης, φτάνοντας εδώ σαν πρόσφυγες, δεν είχαν τίποτα μαζί τους. Βγάλανε, λοιπόν, καινούργια χαρτιά, νέες ταυτότητες. Ε, όλο και κάτι θα ’κρύψε ο καθένας από την ηλικία του. Μου λέει ότι γεννήθηκε το 1908. Αλήθεια; Ψέματα; Ο Θεός και η ψυχή του».

Πάντως οι ρίζες του ήταν σίγουρα από τη Σμύρνη, και οι γονείς του ηθοποιοί: ο Περικλής και η Αγγελική Γαβριηλίδη. Η δε μητέρα του ήταν μια πληθωρική κωμικός με πολύ χιούμορ, και οι παλιοί ηθοποιοί λέγανε ότι από εκεί πήρε και αυτός. Από την άλλη, ο πατέρας του υπήρξε ζεν πρεμιέ στην εποχή του.
Ο Γιώργος Γαβριηλίδης είχε δυο αδέλφια, τον Απόλλωνα και τον Μιχάλη. Ο πρώτος –που ήταν και ο μεγαλύτερος– ξεκίνησε ως τζόκεϊ στον ιππόδρομο και ύστερα χορευτής, χορογράφος, ηθοποιός και σκηνοθέτης. Ο Μιχάλης Γαβριηλίδης έγινε βιρτουόζος του βιολιού. Δηλαδή φουλ καλλιτεχνική οικογένεια.

Άρχισε από πολύ μικρός να παίζει παιδικούς ρόλους στο θίασο των γονιών του και όχι μόνο. Σπούδασε στην Επαγγελματική Σχολή Θεάτρου, από όπου αποφοίτησε με έπαινο. Επαγγελματικά η πρώτη του δουλειά ήταν στο Θέατρο Κοτοπούλη με το έργο του Σπύρου Μελά Μια νύχτα, μια ζωή. Ήταν το 1932, και προς το τέλος της δεκαετίας είχε περάσει με επιτυχία στο μουσικό θέατρο. Εκεί έγραψε ιστορία.
Ο καλός άνθρωπος στα παρασκήνια
Μετά τον πόλεμο και τον Εμφύλιο, και έχοντας χτίσει ένα πολύ καλό όνομα στο μουσικό θέατρο, έγινε συν-θιασάρχης. Αρχικά το 1947 με τη Μαρίκα Κρεββατά και τη Μαρίκα Νέζερ, και από το 1955 έως το 1957 με τη Μαρίκα Κρεββατά, τις αδελφές Καλουτά και τη Ρένα Ντορ.

«Στο μουσικό θέατρο, ένας ήταν ο συντονιστής της παράστασης: Ο Γιώργος Γαβριηλίδης», είχε πει σε συνέντευξή της η Άννα Καλουτά. Η μεγάλη ηθοποιός μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον Γαβριηλίδη: «Ήταν ένας πολύ γλυκός άνθρωπος, με χιούμορ και φινέτσα. Πρόσεχε να μην σε προσβάλει και να μην σε παραμερίσει, ενώ είχε πάντα έναν καλό λόγο να πει στις κυρίες. Έχω μόνο καλές αναμνήσεις να θυμάμαι από τη συνεργασία μου με τον Γιώργο», είχε πει και η Μέλπω Ζαρόκωστα.

Κατά την Άννα Καλουτά, το μεγάλο του πρόβλημα ήταν που δεν τόλμησε να ανοιχτεί σε διαφορετικούς ρόλους, ειδικά όταν τυποποιήθηκε μέσω των ταινιών που έπαιξε. «”Δεν μπορώ να παίξω ρόλους φτωχού”, μας έλεγε». Και «χάνω πολλές δουλειές γιατί δεν έχω τριμμένο κοστούμι», είχε πει με παράπονο στον φίλο του, συγγραφέα Λάκη Μιχαηλίδη.
To 1963 η Γκέλυ Μαυροπούλου ανέβασε σε περιοδεία Τα κόκκινα φανάρια σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Εκεί ο Γαβριηλίδης υποδύθηκε τον ρακοσυλλέκτη, σύντροφο της Κατερίνας (στην ταινία το ρόλο τον υποδύθηκε ο Νότης Περγιάλης) και ήταν έκπληξη. Μόνο που στην πορεία δεν τόλμησε να κάνει άλλους τέτοιους ρόλους. Παρ’ όλα αυτά και στο μουσικό θέατρο και στην πρόζα ήταν πολύ καλός. Και κυρίως σε κωμωδίες.
Ο «βετεράνος» της μεγάλης οθόνης
Η πρώτη κινηματογραφική συμμετοχή του έγινε το 1933, στην ελληνοτουρκική παραγωγή Ο κακός δρόμος, σε σκηνοθεσία Μουχσίν Ερτουγρούλ και σενάριο Γρηγόριου Ξενόπουλου. Ήταν η θρυλική ταινία που ένωσε για μια και μοναδική φορά Κυβέλη με Μαρίκα Κοτοπούλη, που όμως υπήρξε μεγάλη αποτυχία και εισπρακτική και κριτική. Πάντως στο φιλμ έπαιζε και ο πατέρας του Γαβριηλίδη, Περικλής.

Στην μεγάλη οθόνη επέστρεψε δύο δεκαετίες μετά, στο Λατέρνα, φτώχεια και γαρίφαλο, και από εκεί και πέρα, μέχρι το 1973 έπαιξε σε πάνω από 40 ταινίες.
Στις 21 από αυτές ήταν με την Μαρίκα Κρεβατά.
Στη…νεαρή τηλεόραση της εποχής έπαιξε σε τρεις σειρές, ξεχασμένες (και σβησμένες) σήμερα: «Το εικοσιτετράωρο ενός παλιατζή», «Ιστορίες της νύχτας», και «Τίτος Χαρίτος (Ένας απίθανος ντετέκτιβ)».

Από το θέατρο έφυγε κοντά στα τέλη του ’60, και από το 1973 και μετά, λόγω προβλημάτων υγείας, αποσύρθηκε. Αλλά δεν ήταν μόνος του.
Ο μεγάλος έρωτας
Με τη Μαρίκα Κρεβατά γνωρίστηκαν στον οπερετικό θίασο του Παρασκευά Οικονόμου και κράτησαν για πολλά χρόνια τη σχέση τους κρυφή. Εκείνη είχε πάρει διαζύγιο από τον συνάδελφό της Άγγελο Μαυρόπουλο, με τον οποίο είχαν μια κόρη, την επίσης ηθοποιό Γκέλυ Μαυροπούλου. «Ο μόνος άντρας που μπήκε παρασκηνιακά στο σπίτι μας ήταν ο Γαβριηλίδης», είχε πει σε συνέντευξή της η Μαυροπούλου.
Όταν η τελευταία παντρεύτηκε τον Στέφανο Στρατηγό, τότε η μητέρα της ομολόγησε τον έρωτά που είχε με τον Γαβριηλίδη.
«Μια μέρα η Μαρίκα μού εξομολογήθηκε το δεσμό της με τον Γιώργο. Λες και δεν το είχα αντιληφθεί. Ως τότε παίζαμε το κρυφτούλι. “Συνάδελφοι από χρόνια, φίλοι”, ξεκινάει η Μαρίκα. “Συνδεθήκαμε ερωτικά πάλι για χρόνια. Ε, δεν είναι αστείο, τώρα, σ’ αυτή την ηλικία να ζούμε χώρια ο ένας από τον άλλο”;» είχε πει η Μαυροπούλου. Και συνέχισε: «”Θα παντρευτούμε, ναι. Μα όχι ακόμα. Ο Γιώργος έχει μια φοβία για τη στιγμή, τη μοναδική εκείνη στιγμή που θα στηθεί στην εκκλησία να πάρει την ευλογία του παπά”. Παντρεύτηκαν με κουμπάρα την Ηρώ Χαντά, στον Άγιο Γεώργιο Κυψέλης».

Η Μαυροπούλου τον περιγράφει σαν ένα γλυκύτατο άνθρωπο, που όταν ήταν στις καλές του ήταν η χαρά της ζωής. Μάλιστα είχε διηγηθεί το παρακάτω περιστατικό: «Θυμάμαι μια φορά στο σπίτι, χτυπάει το τηλέφωνο. Η μητέρα μου είναι απασχολημένη στην κουζίνα, και σηκώνει το ακουστικό ο Γιώργος. Μιλάει κάμποσο… Η μητέρα μου εν τω μεταξύ έρχεται από την κουζίνα.
— Ποιος ήτανε; τον ρωτά.
— Πού θες να ξέρω;
— Πώς δεν ξέρεις;
— Το σήκωσα και κάποιος μου μίλησε γερμανικά… Ε! του απάντησα κι εγώ γερμανικά. Μετά, μου ξανάπε κάτι, πάλι στα γερμανικά. Του απαντώ κι εγώ ξανά στα γερμανικά. Μου λέει: Τάγκεσεν, του λέω μπίτεσεν. Και το ’κλείσε….
»Μιλούσε καταπληκτικά αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά. Όλες τις γλώσσες. Χωρίς να ξέρει λέξη από καμιά. Αλλά τις μιλούσε με άψογη προφορά».

Ο Γιώργος Γαβριηλίδης πέθανε σαν σήμερα το 1982 σε ηλικία 73 ετών, από πνευμονικό οίδημα. Η απώλειά του συγκλόνισε την Κρεβατά. Και τα τελευταία χρόνια της ζωής της, που είχε απώλεια μνήμης, ρωτούσε συνεχώς την κόρη της: «Πού είναι ο Γιώργος;». Η Μαρίκα «συνάντησε» τον Γιώργο της το 1994.
Σπύρος Δευτεραίος

















