Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος διαμόρφωσε και καθόρισε το είδος των πολεμικών επιχειρήσεων του 20ού αιώνα σε όλο τον κόσμο, μη εξαιρούμενης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό σήμαινε πρακτικά τη «νομιμοποίηση» πρακτικών που παραβίαζαν τους παραδοσιακούς κανόνες του πολέμου, μέσα από πρακτικές όπως ο περιορισμός των προσωπικών ελευθεριών, οι εκτοπισμοί ολόκληρων εθνών, η γενοκτονία κ.ά.
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές απάνθρωπες πρακτικές του πολέμου αυτού ήταν η μεταχείριση της Αρμενικής Μειονότητας από το επίσημο κράτος.
Η Γενοκτονία των Αρμενίων είναι ιστορικό γεγονός τεκμηριωμένο μέσα από δημόσια έγγραφα, από τον Τύπο της εποχής, από τις προφορικές μαρτυρίες και από τις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς πολλοί Αρμένιοι αστοί είχαν κάνει ασφάλεια ζωής και υγείας σε αμερικανικές και άλλες ασφαλιστικές εταιρείες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο ρωσικός Τύπος της εποχής. Παραθέτουμε μερικές ενδεικτικές δημοσιεύσεις, άνευ σχολίων, καθώς μιλούν με γλαφυρότητα από μόνες τους.

Η κόμισσα Αλεξάνδρα Τολστάγια, η οποία τον Φεβρουάριο του 1915 βρισκόταν στο Ιγκντίρ, στους πρόποδες του Αραράτ, περιγράφει με τον εξής τρόπο την κατάσταση των Αρμενίων στην εφημερίδα Russkije Vedomosti, μια ιστορική φιλελεύθερη εφημερίδα που τυπωνόταν στη Μόσχα από το 1863 ως το 1918:
«[…]Οι περισσότεροι πρόσφυγες είναι γυναίκες και παιδιά. Οι άνδρες είναι πολύ λίγοι, κυρίως γέροι. Είναι βρώμικοι, αδυνατισμένοι, σχεδόν όλοι άρρωστοι. Μετά βίας σκεπάζουν τη γύμνια τους με κάτι φωτεινά, χρωματιστά και βρώμικα ράκη. Οι άνθρωποι αυτοί παρουσιάζουν ένα τρομακτικό και θλιβερό θέαμα. Είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς ότι ντυμένοι έτσι ήταν αναγκασμένοι να διανύσουν 150-200 χιλιόμετρα, και μάλιστα μέσα από τα βουνά, όπου το χιόνι είναι σχεδόν ένα μέτρο και η θερμοκρασία είναι 15-20 βαθμοί ψύχους! […] Μόλις άρχισε ο πόλεμος, οι Κούρδοι άρχισαν να μεταχειρίζονται τους Αρμένιους με αλύπητη σκληρότητα: σκότωναν τους άνδρες, έπαιρναν τις γυναίκες… Μια άρρωστη γυναίκα διηγήθηκε το πως μπροστά στα μάτια της σκότωσαν τον σύζυγο και τα παιδιά της… Ενώ μιας συγγενούς της τής έσφαξαν σύζυγο, πατέρα, αδέρφια… Εκείνη ικέτευε τους Κούρδους να σκοτώσουν και την ίδια, αλλά αυτοί της απάντησαν ότι την χρειάζονται και την απήγαγαν».
Τον Αύγουστο του ιδίου έτους, η ίδια εφημερίδα πληροφορούσε για τους Αρμένιους που έφυγαν από την Τουρκία για να σωθούν στη Ρωσία:
«Η Ρωσία τώρα είναι γεμάτη πρόσφυγες που ζητούν βοήθεια και οι οποίοι δεν πρέπει να μείνουν στο έλεος της μοίρας […] Οι άνθρωποι πεθαίνουν από το κρύο…»
Η ίδια εφημερίδα πάλι μας πληροφορεί σε φύλλο του Μαΐου του 1915 για την κατάσταση των Αρμενίων στρατιωτών του οθωμανικού στρατού:
«Με σουλτανική διαταγή (Ιραδέ) όλοι οι Αρμένιοι στρατιώτες αφοπλίζονταν και στέλνονταν στην οδοποιία… Σύντομα όλοι οι καταταγέντες εγκλείστηκαν στις φυλακές, στα καραβάν-σεράι και στα στρατόπεδα. Τις νύχτες κατά ομάδες λίγων ατόμων οδηγούνταν έξω από την πόλη και ανακοινώνοντάς τους ότι για τη συμπάθειά τους προς τους Ρώσους καταδικάζονται σε θάνατο, τους τουφέκιζαν και τα πτώματα ρίχνονταν στο ποτάμι.»

Ταυτόχρονα ο ανταποκριτής της εφημερίδας Zarya, βρισκόμενος τον ίδιο μήνα στο υπό ρωσική κατάληψη Βαν αναφέρει:
«Τα δάκρυα των Αρμενίων χηρών, το κλάμα και ο οδυρμός των πεινασμένων και ημίγυμνων παιδιών, οι στεναγμοί των γερόντων και των γεροντισσών ανοίγουν μπροστά μας μια νέα σελίδα στην ιστορία των ανθρωπίνων κακουργημάτων. Οι διηγήσεις για τις ωμότητες των Νέρωνα, Καλιγούλα, Αττίλα, Ταμερλάνου και ομοίων ωχριούν μπροστά στο τρομακτικό έπος των τουρκικών και των κουρδικών ωμοτήτων, οι οποίες εξεδίωξαν από τα πατρογονικά χωριά και από τις πόλεις αυτούς τους δυστυχείς ανθρώπους.»
Στην εφημερίδα Russkije Vedomosti, πάλι, στη στήλη «Αρμενικές πληγές», υπάρχει αναφορά και στην Ελλάδα:
«[..] το άνθος της αρμενικής διανόησης είναι φυλακισμένοι και από λίγο εξοντώνονται στην ειρκτή… Οι χωρικοί δεν εξαιρούνται από τα πογκρόμ παντού στην Τουρκία, όπου ακούγεται η αρμενική γλώσσα…, για να μη μιλήσουμε για περιοχές, κατειλημμένες με πόλεμο ή για όσες γειτνιάζουν με τις πολεμικές επιχειρήσεις. Στην Κωνσταντινούπολη δεν σταματά το πογκρόμ κατά των χριστιανών… Τον Πατριάρχη, ο οποίος παρουσιάστηκε ενώπιον του Ταλαάτ στην Υψηλή Πύλη και προσπάθησε να ζητήσει έλεος από αυτά τα κτήνη, τον έδειραν και τον πέταξαν έξω. Οι εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, μέσα στις οποίες κρύβονταν οι δυστυχείς και όσοι έμειναν χωρίς στέγη, καταστράφηκαν και πυρπολήθηκαν.

»Η Βουλγαρία και η Ελλάδα είναι γεμάτες από Αρμένιους πρόσφυγες. Από αυτούς γεμίζει πάλι και η Ρωσία. Οι αριθμοί, για τη Ρωσία και μόνο, είναι όλο και πιο τρομακτικοί. Αρχικά μιλούσαν για 75 χιλιάδες, μετά για 100, μετά για 150· πλέον μιλούν για 200 χιλιάδες πρόσφυγες».
Το ρωσόφωνο αρμενικό περιοδικό Αρμένιοι και Πόλεμος αναφέρει στο πρώτο του τεύχος το 1916:
«Κανένα από τα προηγούμενα πογκρόμ κατά των Αρμενίων, μη εξαιρούμενου του πογκρόμ των ετών 1895-1896, δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτό που υπέστησαν οι Αρμένιοι τις ημέρες του παγκοσμίου πολέμου. Όλος ο πληθυσμός της τουρκικής Αρμενίας, ανερχόμενος προπολεμικά σε δύο εκατομμύρια, υπέστη συστηματικό ξεριζωμό. Ένα μεγάλο μέρος του, κυρίως άρρενες, δολοφονήθηκαν, και μάλιστα για εξοικονόμηση πυρομαχικών, τα οποία τότε οι Τούρκοι διέθεταν πολύ λίγα, οι άνθρωποι κατά κύριο λόγο θανατώνονταν με τρόπο πιο οικονομικό: κλειδώνονταν σε κτήρια και πυρπολούνταν. Άλλο μέρος, κυρίως γυναικόπαιδα, προσηλυτίστηκαν με τη βία στο ισλάμ. Τέλος, το τρίτο μέρος εκτοπίστηκε σε μακρινά μέρη της Μεσοποταμίας και της Αραβίας· οι εκτοπισμοί πραγματοποιούνταν με τέτοιον υπολογισμό, ώστε να πεθάνουν κατά το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της πορείας από πείνα, δίψα, στερήσεις· από τους ανθρώπους αφαιρούνταν υποδήματα, ρούχα και χρήματα και δεν τους έδιναν απολύτως καμία βοήθεια. Είναι φυσικό ο δρόμος μέσα από τα βουνά από Ερζερούμ, Σεβάστεια, Μπαϊμπούρτ προς Χαλέπι και Μουσούλη να γίνει μια πραγματική πορεία θανάτου. Εκατοντάδες χιλιάδες έμειναν για πάντα στις χαράδρες και στα περάσματα του Ταύρου.»
Σπάρτακος Τανασίδης
















