Υπάρχουν τραγούδια που γίνονται εφήμερα σουξέ και τελικά χάνονται στη λήθη του χρόνου. Και υπάρχουν και εκείνα τα τραγούδια που μοιάζουν να έχουν τη δική τους μοίρα. Σαν να περιμένουν υπομονετικά, κρυμμένα μέσα στον χρόνο, τη στιγμή που θα έρθει η ώρα τους. Και η «Ρόζα» είναι ένα από αυτά.
Ένα τραγούδι που έγραψε ο Θάνος Μικρούτσικος πάνω σε στίχους του Άλκη Αλκαίου και ερμηνεύτηκε μοναδικά από τον αξέχαστο Δημήτρη Μητροπάνο.
Σήμερα θεωρείται ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του ελληνικού πενταγράμμου. Ένα ζεϊμπέκικο που έχει σημαδέψει γενιές, μια μελωδία που έχει συνοδεύσει νύχτες, χορούς, σιωπές και εξομολογήσεις. Όμως, η ιστορία του δεν ξεκίνησε με χειροκροτήματα. Ξεκίνησε με μια σχεδόν ψιθυριστή ηχογράφηση σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας. Και για πολλά χρόνια παρέμεινε ξεχασμένη.
Η νύχτα που γεννήθηκε μια μελωδία
Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο ποιητής Άλκης Αλκαίος στέλνει ένα ποίημα στον Θάνο Μικρούτσικο. Ο τίτλος του: «Η Ρόζα». Ο συνθέτης διαβάζει τους στίχους και κάτι μέσα του αρχίζει αμέσως να… κινείται. Η μουσική σχηματίζεται σχεδόν αυθόρμητα, σαν να υπήρχε ήδη κάπου και απλώς να περίμενε να αποκαλυφθεί. Η νύχτα όμως έχει προχωρήσει. Οι περισσότεροι στην πολυκατοικία κοιμούνται.
Ο σπουδαίος Θάνος Μικρούτσικος δεν θέλει να προκαλέσει θόρυβο και να ξυπνήσει τη γειτονιά.
Έτσι, κατεβάζει τη σουρντίνα –για όσους δεν γνωρίζουν πρόκειται για μία μικρή συσκευή που μειώνει την ένταση του οργάνου– και αρχίζει να παίζει. Η μελωδία γεννιέται μέσα σε μια σχεδόν μυστική σιωπή. Καταγράφεται πρόχειρα σε μια κασέτα. Όμως εκείνη η ηχογράφηση δεν έχει καθαρότητα. Ο ήχος είναι «πνιγμένος», θαμπός, σαν να κρύβεται πίσω από έναν τοίχο. Και έτσι το τραγούδι δεν παίρνει τον δρόμο του. Αντί να βγει στον κόσμο, κλείνεται σε ένα συρτάρι.

Τα χρόνια της σιωπής
Ο χρόνος περνά. Η κασέτα παραμένει εκεί, μαζί με άλλα τραγούδια. Κατά καιρούς ο συνθέτης τη βγάζει από το συρτάρι και παίζει τη «Ρόζα» σε καλλιτέχνες. Αλλά η κακή ποιότητα της παλιάς ηχογράφησης δεν επιτρέπει στη μελωδία να αποκαλύψει τη δύναμή της. Ακόμη και μεγάλοι ερμηνευτές που την ακούν δεν μπορούν να δουν αυτό που κρυβόταν μέσα της. Τον καιρό που Μικρούτσικος και Αλεξίου συνεργάζονται για τον δίσκο Η αγάπη είναι ζάλη, η Χαρούλα και ο τότε σύζυγός της, ο παραγωγός Αχιλλέας Θεοφίλου ακούν το κομμάτι αλλά το προσπερνούν με συνοπτικές διαδικασίες. Έτσι, η «Ρόζα» επιστρέφει ξανά στο σκοτάδι. Σαν μια ιστορία που δεν έχει ακόμη ειπωθεί. Περνούν σχεδόν είκοσι χρόνια.
Το 1996 ο Θάνος Μικρούτσικος επιστρέφει στη δισκογραφία ετοιμάζοντας έναν νέο δίσκο. Έχει μόλις ολοκληρωθεί η θητεία του στο υπουργείο Πολιτισμού και η μουσική επανέρχεται στο επίκεντρο της ζωής του. Αναζητά τη φωνή που θα δώσει ζωή στα νέα του τραγούδια. Και τότε εμφανίζεται ο Δημήτρης Μητροπάνος. Η συνεργασία των δύο δεν μοιάζει με τις συνηθισμένες σχέσεις συνθέτη και τραγουδιστή. Δεν πρόκειται για μια απλή επαγγελματική επιλογή. Είναι μια συνάντηση δύο τελείως διαφορετικών κόσμων.
Ο δίσκος που ετοιμάζεται θα πάρει τον τίτλο Στου αιώνα την παράγκα. Και μέσα στη διαδικασία των ακροάσεων, ο Θάνος Μικρούτσικος αρχίζει να ψάχνει παλιές κασέτες. Κάπου εκεί βρίσκεται ακόμη η «Ρόζα».
Η ιστορία της διάσωσης του τραγουδιού μοιάζει σχεδόν κινηματογραφική. Ο ίδιος ο συνθέτης τη θυμόταν κάπως έτσι: «Δέκα χρόνια αργότερα, το 1996, ετοιμάζω τον δίσκο με τον Δημήτρη Μητροπάνο Στου αιώνα την παράγκα. Ίδια διαδικασία. Είχα ήδη γράψει για τον Μήτσο καινούργια τραγούδια αλλά επίσης του έβαζα να ακούσει και παλιότερα. Ανέσυρα εκείνη τη μαγνητοταινία με τη «Ρόζα», γιατί υπήρχαν αρκετά ανέκδοτα εκεί, κι όταν άρχισε το τραγούδι σηκώθηκα από τη θέση μου με πρόθεση να πατήσω forward. Εκείνη τη στιγμή ο Μπενέτος (σ.σ. μουσικός παραγωγός Ηλίας Μπενέτος) μού άρπαξε με δύναμη το χέρι μου και σχεδόν ουρλιάζοντας φώναξε: “Ασ’ το!”. Γνωρίζουμε όλοι τι έγινε και τι εξακολουθεί να γίνεται με αυτό το τραγούδι. Πώς να μην πιστέψεις, λοιπόν, στα θαύματα;». Ήταν μια απλή κίνηση. Ένα χέρι που σταμάτησε ένα άλλο. Αλλά ίσως εκείνη η στιγμή να ήταν αρκετή για να αλλάξει τη μοίρα ενός τραγουδιού.

Η «Ρόζα» μπήκε τελικά στο στούντιο το καλοκαίρι του 1996. Αλλά η ηχογράφησή της αποδείχθηκε δύσκολη. Η ατμόσφαιρα, ο ρυθμός, ο χαρακτήρας του τραγουδιού έμοιαζαν να αντιστέκονται. Ο ίδιος ο Θάνος Μικρούτσικος είχε αφηγηθεί στην αυτοβιογραφία του: «Οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν το καλοκαίρι του 1996. Η “Ρόζα” μας παίδεψε πολύ στο στούντιο. Δεν μπορούσαμε να βρούμε τον τρόπο που θα έπαιζαν τα τύμπανα.
»Ήμασταν έξι ώρες και προσπαθούσαμε να βρούμε κάτι που θα με ικανοποιούσε. Ντράμερ ήταν ο σπουδαίος μουσικός Νίκος Καπηλίδης.
»Δεν ήθελα τα τυπικά χτυπήματα του ζεϊμπέκικου. Κάποια στιγμή ζητάω από τον Καπηλίδη να βγάλει το πουκάμισό του! “Σοβαρολογείτε;” με ρωτάει. “Απολύτως” του απαντάω. Βγάζει το πουκάμισο και ζητάω αν υπάρχει στο στούντιο καμιά προβιά για να φορέσει! Προβιά βέβαια δεν βρήκαμε, αλλά λέω στον Καπηλίδη να σκεφτεί ότι είναι ένας Βίκινγκ και να παίξει το κομμάτι όπως θα έπαιζε το ζεϊμπέκικο ένας Βίκινγκ. Τα κατάφερε απόλυτα». Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπήρχε και κάτι ακόμη. Ο ίδιος ο Δημήτρης Μητροπάνος ένιωθε ένα απροσδόκητο άγχος. Για περίπου δύο εβδομάδες δεν μπορούσε να τραγουδήσει το κομμάτι. Ίσως γιατί είχε ήδη καταλάβει τη δύναμη που κουβαλούσε.
Όταν τελικά ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1996 από τη Minos EMI, η «Ρόζα» δεν άργησε να ξεχωρίσει. Η φωνή του Μητροπάνου έμοιαζε σαν να περίμενε χρόνια αυτή τη μελωδία. Το τραγούδι άρχισε να ακούγεται παντού. Σε ραδιόφωνα, σε μαγαζιά, σε παρέες. Και κάθε φορά που ξεκινούσε το ζεϊμπέκικο, κάποιος σηκωνόταν από την καρέκλα του. Σαν να τον καλούσε κάτι αόρατο.

Το μυστικό της Ρόζας
Το πρόσωπο που κρύβεται πίσω από το όνομα «Ρόζα» δεν αποκαλύφθηκε ποτέ. Ο δημιουργός των στίχων, ο Άλκης Αλκαίος, κράτησε το μυστικό μέχρι το τέλος.
Ο Θάνος Μικρούτσικος είχε πει: «Δε θέλησε ποτέ, μα ποτέ, όσες φορές και αν τον ρώτησα να μου πει, αλλά προσωπικά είμαι εκατό τοις εκατό σίγουρος ότι ναι, είναι! Κάποιο πολύ κοντινό του πρόσωπο μού είχε πει ότι κάποτε υπήρχε στη ζωή του μία Ρόζα αλλά για εμένα αναμφίβολα το τραγούδι έχει γραφτεί για τη Λούξεμπουργκ. Το αποδεικνύει, νομίζω, και ο συγκλονιστικός στίχος «πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία/πώς η Ιστορία γίνεται σιωπή» ο οποίος συνοψίζει τη συγκυρία καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο στην ελληνική γλώσσα». Ίσως να ήταν πράγματι η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Ίσως να ήταν κάποια άλλη. Ίσως να ήταν απλώς ένα σύμβολο.
Κάποιες ιστορίες στη μουσική μοιάζουν με παραμύθια. Η «Ρόζα» θα μπορούσε να είχε χαθεί για πάντα μέσα σε μια παλιά κασέτα. Θα μπορούσε να είχε σβήσει πριν καν ακουστεί. Κι όμως επέστρεψε. Σαν να είχε αποφασίσει ότι δεν θα μείνει για πάντα σιωπηλή. Και σήμερα, κάθε φορά που η φωνή του Μητροπάνου ξεκινά εκείνο το ζεϊμπέκικο, είναι σαν να αποδεικνύεται ξανά κάτι απλό: Μερικά τραγούδια περιμένουν τη στιγμή που η ιστορία θα τα δικαιώσει.
Οι στίχοι του τραγουδιού:
Τα χείλη μου ξερά και διψασμένα
γυρεύουνε στην άσφαλτο νερό
περνάνε δίπλα μου τα τροχοφόρα
και συ μου λες μας περιμένει η μπόρα
και με τραβάς σε καμπαρέ υγρό
Βαδίζουμε μαζί στον ίδιο δρόμο
μα τα κελιά μας είναι χωριστά
σε πολιτεία μαγική γυρνάμε
δε θέλω πια να μάθω τι ζητάμε
φτάνει να μου χαρίσεις δυο φιλιά
Με παίζεις στη ρουλέτα και με χάνεις
σε ένα παραμύθι εφιαλτικό
φωνή εντόμου τώρα ειν’ η φωνή μου
φυτό αναρριχώμενο η ζωή μου
με κόβεις και με ρίχνεις στο κενό
Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί
Αγάπη μου από κάρβουνο και θειάφι
πώς σ’ έχει αλλάξει έτσι ο καιρός
περνάνε πάνω μας τα τροχοφόρα
και γω μέσ’ στην ομίχλη και τη μπόρα
κοιμάμαι στο πλευρό σου νηστικός
Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία
πώς η ιστορία γίνεται σιωπή
τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο
συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω
τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















