Δεν ήταν από εκείνους τους πολιτικούς που έμειναν στην ιστορία για μια μεγάλη φράση ή για μια θεαματική σύγκρουση στη Βουλή. Κι όμως, ο Σταύρος Νικολαΐδης ανήκει σε εκείνη την κατηγορία ανθρώπων που, αν τους αφαιρέσεις από την ελληνική δημόσια ζωή του 20ού αιώνα, κάτι σημαντικό λείπει από το κάδρο.
Ίσως γιατί κουβαλούσε μαζί του μια ολόκληρη διαδρομή του ποντιακού ελληνισμού – από τις αλησμόνητες πατρίδες, στην προσφυγιά, και έπειτα στη συμμετοχή στη διαμόρφωση του ίδιου του ελληνικού κράτους.
Ο Σταύρος Νικολαΐδης γεννήθηκε το 1892 στα Αλούτζια της Νικόπολης του Πόντου. Μαθήτευσε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στη συνέχεια φοίτησε στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, απ’ όπου αποφοίτησε αριστούχος το 1913, με τη στήριξη του μητροπολίτη Πολύκαρπου Ψωμιάδη.
Θα μπορούσε να ακολουθήσει έναν αμιγώς εκκλησιαστικό ή ακαδημαϊκό δρόμο. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε να διδάσκει σε διαφορετικά σημεία του ελληνισμού – από τα Κοτύωρα και την Τραπεζούντα έως τη Συμφερούπολη της Κριμαίας.
Εκεί, μετά το 1917, δεν περιορίστηκε στο ρόλο του εκπαιδευτικού. Ανέλαβε και καθήκοντα υπεύθυνου του ελληνικού προξενείου, σε μια εποχή που ολόκληρη η περιοχή του Εύξεινου Πόντου συγκλονιζόταν από πολέμους, επαναστάσεις και διωγμούς. Αυτή η εμπειρία φαίνεται πως τον σημάδεψε βαθιά.
Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθε στην Ελλάδα. Δεν ήταν ένας άνθρωπος που άφησε πίσω τον Πόντο για να ξεκινήσει απλώς μια νέα ζωή. Έμοιαζε περισσότερο να κουβαλά μαζί του μια αποστολή μνήμης.

Στην Αθήνα σπούδασε Νομικά και Θεολογία, γνωρίστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και μπήκε στην πολιτική. Από το 1926 έως το 1967 εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής Καβάλας – μια σχεδόν αδιανόητη πολιτική αντοχή για τα δεδομένα της εποχής, ειδικά σε μια Ελλάδα που πέρασε δικτατορίες, κατοχή, εμφύλιο και αλλεπάλληλες πολιτικές κρίσεις.
Υπηρέτησε ως υπουργός Εργασίας στην κυβέρνηση του Νικολάου Πλαστήρα το 1945 και αργότερα ως υπουργός Δημοσίων Έργων στις κυβερνήσεις του Θεμιστοκλή Σοφούλη και του Αλέξανδρου Διομήδη.
Το όνομά του συνδέθηκε ιδιαίτερα με ένα έργο που σήμερα μοιάζει αυτονόητο, αλλά τότε ήταν ζήτημα επιβίωσης για την πρωτεύουσα: την υδροδότηση της Αθήνας από τη λίμνη Υλίκη. Η σύνδεση των νερών της Υλίκης με τον Μαραθώνα έδωσε λύση στο πρόβλημα ύδρευσης της πόλης για δεκαετίες, σε μια περίοδο που η Αθήνα μεγάλωνε με εκρηκτικούς ρυθμούς λόγω και της προσφυγικής εγκατάστασης.

Ωστόσο, ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της προσωπικότητάς του να μην ήταν η πολιτική του διαδρομή. Ήταν το ότι δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί σαν άνθρωπος των γραμμάτων και της μνήμης.
Έγραψε βιβλία όπως τα Μνήμη Πόντου, Θρήνος Πόντου, Θρήνος Νικοπόλεως Πόντου, Ηράκλεια Πόντου και Ο Ελενόποντος, προσπαθώντας να διασώσει όχι μόνο γεγονότα αλλά και έναν ολόκληρο κόσμο που χανόταν μαζί με τους ανθρώπους του.
Την ίδια στιγμή συμμετείχε ενεργά σε φορείς που διαμόρφωσαν τη συλλογική μνήμη του προσφυγικού ελληνισμού. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών, πρόεδρος του σωματείου «Εθνική Μνημοσύνη», σύμβουλος του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών και βασικός παράγοντας για τη νομική κατοχύρωση του αυτοδιοίκητου του Πανελλήνιου Ιερού Ιδρύματος της Παναγίας Σουμελά.

Στις 15 Μαΐου 1967, λίγες μόλις εβδομάδες μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ο Σταύρος Νικολαΐδης πέθανε βαριά άρρωστος. Η κηδεία του έγινε σχεδόν σιωπηλά, παρουσία λίγων συγγενών. Ίσως ταιριαστό τέλος για έναν άνθρωπο που δεν αναζήτησε ποτέ το θόρυβο.
Και όμως, δεκαετίες αργότερα, το αποτύπωμά του παραμένει παντού: στην ιστορική μνήμη του Πόντου, σε θεσμούς που συνεχίζουν να λειτουργούν, ακόμη και στο νερό που έφτασε κάποτε στην Αθήνα χάρη σε ένα έργο που εκείνος προώθησε. Δεν είναι μικρό πράγμα για έναν άνθρωπο που σήμερα οι περισσότεροι δύσκολα θυμούνται το όνομά του.
















