Είχε πάει στο Ερζερούμ αναζητώντας έναν αγνοούμενο. Στο κοιμητήριο της πόλης όμως, βρέθηκε μπροστά σε εκατοντάδες νεκρούς.
Στις αρχές Νοεμβρίου του 1895, ο Αμερικανός περιηγητής Γουίλιαμ Λιούις Σαχτλέμπεν έφτασε στο μεγάλο αρμενικό κοιμητήριο της πόλης. Εκεί είχαν μεταφερθεί τα σώματα ανθρώπων που είχαν σκοτωθεί λίγες ημέρες νωρίτερα, στη σφαγή της 30ής Οκτωβρίου. Κατά μήκος ενός τοίχου είδε, όπως έγραψε, 321 σορούς. Γύρω τους συγγενείς πενθούσαν για τους δικούς τους.
Οι φωτογραφίες που σώζονται στο αρχείο του, σήμερα στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες, δεν δείχνουν την ώρα της επίθεσης. Δείχνουν όσα ακολούθησαν: νεκρούς που περιμένουν την ταφή, πενθούντες, ανθρώπους που μεταφέρουν σώματα σε έναν μεγάλο ομαδικό τάφο.
Και δίνουν πρόσωπα σε μία από τις σφαγές που συγκλόνισαν τις αρμενικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ο Γουίλιαμ Σαχτλέμπεν δεν είχε φτάσει εκεί ως απεσταλμένος για το Αρμενικό Ζήτημα. Η δική του αποστολή είχε αρχίσει από μια εξαφάνιση – και από ένα ποδήλατο.
Η αναζήτηση του χαμένου ποδηλάτη
Ο Φρανκ Λεντς ήταν ένας νέος Αμερικανός ποδηλάτης που είχε ξεκινήσει το 1892 από το Πίτσμπουργκ με σκοπό να κάνει το γύρο του κόσμου. Έστελνε ανταποκρίσεις στο περιοδικό Outing, το οποίο υποστήριζε το ταξίδι του. Την άνοιξη του 1894, αφού πέρασε από την Περσία προς τα ανατολικά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα ίχνη του χάθηκαν.
Η σιωπή του κινητοποίησε τη μητέρα του, φίλους του και το περιοδικό. Το 1895 το Outing ανέθεσε την αναζήτηση στον Γουίλιαμ Σαχτλέμπεν, ο οποίος γνώριζε ήδη τους δρόμους της περιοχής. Μαζί με τον συμφοιτητή του Τόμας Άλεν είχε πραγματοποιήσει ένα μεγάλο ταξίδι με ποδήλατο, περνώντας το 1891-1892 από την Κωνσταντινούπολη έως το Πεκίνο.
Οι δύο ταξιδιώτες είχαν περάσει και από την Αθήνα. Μία από τις φωτογραφίες της συλλογής τούς δείχνει με τα ποδήλατά τους στον Παρθενώνα τον Μάρτιο του 1891. Τέσσερα χρόνια αργότερα επέστρεφε στα οθωμανικά εδάφη με μια διαφορετική αποστολή.



Έφτασε στο Ερζερούμ την άνοιξη του 1895 και άρχισε να συγκεντρώνει πληροφορίες για τη διαδρομή του Φρανκ Λεντς.
Σύμφωνα με αμερικανική διπλωματική έκθεση του ίδιου έτους, η έρευνα εντόπισε μαρτυρίες και κομμάτια από το ποδήλατο και τα προσωπικά αντικείμενα του αγνοούμενου. Οι αμερικανικές Αρχές θεωρούσαν ότι είχε δολοφονηθεί κοντά στο Τσελκάνι, στην περιοχή του Αλασκέρτ. Η σορός του ωστόσο δεν εντοπίστηκε με βεβαιότητα.
Η υπόθεση απασχόλησε την αμερικανική διπλωματία. Όμως, όσο ο Γουίλιαμ Σαχτλέμπεν αναζητούσε απαντήσεις για έναν συμπατριώτη του, η περιοχή γύρω του βρισκόταν ήδη αντιμέτωπη με ένα πολύ ευρύτερο κύμα βίας.
Από την Τραπεζούντα στο δρόμο για το Ερζερούμ
Το Ερζερούμ, γνωστό στους Αρμένιους και ως Καρίν, ήταν σημαντικό κέντρο της ανατολικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με αρμενικές κοινότητες, σχολεία, εκκλησίες, εμπόρους και τεχνίτες. Στα τέλη του 19ου αιώνα όμως, το αίτημα των Αρμενίων για ασφάλεια και μεταρρυθμίσεις είχε συναντήσει την καχυποψία και την καταστολή της σουλτανικής εξουσίας.
Οι σφαγές που συνδέθηκαν με τη διακυβέρνηση του Αμπντούλ Χαμίτ Β’ είχαν ήδη ξεκινήσει.
Το 1894 η βία είχε ξεσπάσει στο Σασούν. Το φθινόπωρο του 1895 απλώθηκε σε πολλές περιοχές: στις αρχές Οκτωβρίου έφτασε στην Τραπεζούντα και στη συνέχεια ακολούθησε τη διαδρομή προς την ενδοχώρα, μέσω της Αργυρούπολης και της Μπαϊμπούρτης, προς το Ερζερούμ.
Μια επιστολή από το Ερζερούμ, με ημερομηνία 17 Οκτωβρίου 1895, που διαβιβάστηκε στην αμερικανική κυβέρνηση, αποτυπώνει την ανησυχία των ημερών. Ο συντάκτης της περιέγραφε ένοπλους μουσουλμάνους κατοίκους και απειλές μέσα στην πόλη, καθώς και βία εναντίον Αρμενίων στην ύπαιθρο. Την ίδια στιγμή εκτιμούσε ότι ο κίνδυνος μιας επίθεσης στην ίδια την πόλη ήταν μικρός.
Δεκατρείς ημέρες αργότερα, η εκτίμηση αυτή διαψεύστηκε.
Η 30ή Οκτωβρίου
Την Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 1895, στο στόχαστρο μπήκαν οι Αρμένιοι του Ερζερούμ. Στο στόχαστρο βρέθηκαν άνθρωποι, καταστήματα, αγορές και σπίτια.
Στις επιθέσεις και στις λεηλασίες συμμετείχαν ένοπλοι κάτοικοι, ενώ σύγχρονες μαρτυρίες και ιστορικές μελέτες αναφέρουν και τη συμμετοχή Οθωμανών στρατιωτών.
Η καταστροφή δεν περιορίστηκε στην πόλη. Αμερικανικό διπλωματικό έγγραφο του Δεκεμβρίου 1895 κατέγραφε επιθέσεις και σε αρμενικά χωριά στην πεδιάδα του Ερζερούμ, μαζί με λεηλασίες εκκλησιών και απώλειες ζωών. Οι πηγές της εποχής δίνουν διαφορετικές εκτιμήσεις για τον συνολικό αριθμό των νεκρών. Ο αριθμός που κατέγραψε αργότερα ο Γουίλιαμ Σαχτλέμπεν στο κοιμητήριο αφορά όσους είδε εκεί, όχι το σύνολο των θυμάτων.
Κατά τη διάρκεια της σφαγής, ο Αμερικανός βρισκόταν στο κτήριο της αμερικανικής ιεραποστολής, όπου είχαν ζητήσει προστασία περισσότεροι από 200 Αρμένιοι, σύμφωνα με την περιγραφή που συνοδεύει φωτογραφικά τεκμήρια της συλλογής του.
Όταν μπόρεσε να δει τις συνέπειες, άρχισε να τις καταγράφει. Στις ανταποκρίσεις του για τους Times του Λονδίνου περιέγραψε ανθρώπους που είχαν σκοτωθεί, σπίτια και καταστήματα που είχαν λεηλατηθεί, καθώς και την αγωνία εκείνων που αναζητούσαν τους δικούς τους.
Ο απολογισμός της σφαγής στο Ερζερούμ εντάσσεται σε μια πολύ μεγαλύτερη τραγωδία. Το Μουσείο Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ εκτιμά ότι τουλάχιστον 80.000 Αρμένιοι σκοτώθηκαν μεταξύ 1894 και 1896 στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι Χαμιτιανές σφαγές είχαν προηγηθεί της Γενοκτονίας των Αρμενίων, που εξαπολύθηκε δύο δεκαετίες αργότερα, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στο κοιμητήριο, με έναν Αρμένιο φωτογράφο
Στο κοιμητήριο ο Γουίλιαμ Σαχτλέμπεν δεν πήγε μόνος. Στη μαρτυρία του αναφέρει ότι τον συνόδευαν ένας καβάσης της βρετανικής αντιπροσωπείας, ένας στρατιώτης, ο διερμηνέας του και ένας Αρμένιος φωτογράφος.
Η παρουσία του τελευταίου ανοίγει ένα ακόμη, συγκλονιστικό κεφάλαιο πίσω από τις εικόνες. Όπως επισημαίνει ο ιστορικός της φωτογραφίας Ντέιβιντ Λόου στη μελέτη του για τον αρμενικό φωτογραφικό κόσμο της εποχής, ο φωτογράφος αυτός είδε στο κοιμητήριο δύο παιδιά, συγγενείς του, ανάμεσα στους νεκρούς. Το όνομά του δεν παρατίθεται στην αναφορά που εξετάζει ο ερευνητής.
Ο Ντέιβιντ Λόου σημειώνει ότι ο ακριβής ρόλος του στις επιμέρους λήψεις δεν είναι απολύτως σαφής. Διαβάζει όμως τις εικόνες ως πιθανό αποτέλεσμα συνεργασίας: του Αμερικανού που βρέθηκε εκεί με τη φωτογραφική του μηχανή, του Αρμένιου φωτογράφου που τον συνόδευε και των ανθρώπων που στάθηκαν μπροστά στον φακό μέσα στο πένθος τους.
Σε μία εικόνα, άνδρες έχουν συγκεντρωθεί γύρω από ένα φέρετρο. Σε άλλη, τέσσερις μεταφέρουν έναν νεκρό προς τον ομαδικό τάφο. Σε άλλες, τα σώματα βρίσκονται ακόμα στο έδαφος, δίπλα στον τοίχο του κοιμητηρίου. Η φωτογραφική μηχανή κατέγραφε όσα οι συγγενείς και οι γείτονες ήταν αναγκασμένοι να αντικρίσουν και να διαχειριστούν.



Στις 7 Δεκεμβρίου 1895, το εικονογραφημένο βρετανικό περιοδικό The Graphic δημοσίευσε φωτογραφίες από τη σφαγή και τις ημέρες που ακολούθησαν. Για τους αναγνώστες του Λονδίνου, τα γεγονότα δεν έφταναν πια μόνο μέσα από ανταποκρίσεις: υπήρχαν και οι εικόνες του κοιμητηρίου.
Η βαλίτσα που δεν έπεσε στη φωτιά
Η διαδρομή των τεκμηρίων δεν τελείωσε με τη δημοσίευσή τους. Περίπου μία δεκαετία μετά το θάνατο του Γουίλιαμ Σαχτλέμπεν, μέρος του αρχείου του βρέθηκε πολύ κοντά στην καταστροφή.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, στο Χιούστον του Τέξας, εργάτες κατεδάφιζαν ένα παλιό σπίτι και έκαιγαν όσα αντικείμενα δεν κρατούσαν. Όπως αφηγήθηκε αργότερα ο Πολ Μόνταγκιου Τζούνιορ στον συγγραφέα Ντέιβιντ Χέρλιχι, ένας εργάτης πέταξε από ένα παράθυρο μια μικρή βαλίτσα προς τη φωτιά.
Η βαλίτσα δεν έπεσε στη φωτιά· άνοιξε στο έδαφος και οι φωτογραφίες σκορπίστηκαν.
Ο Πολ Μόνταγκιου, που ενδιαφερόταν για τη φωτογραφία και την ιστορία, τις είδε και έδωσε 20 δολάρια σε έναν από τους εργάτες για να συγκεντρώσει ό,τι μπορούσε να κρατήσει. Ανάμεσα στο υλικό διέκρινε και εικόνες μαζικής ταφής από την Αρμενία, χωρίς τότε να γνωρίζει ολόκληρη την ιστορία τους.

Χρόνια αργότερα, η Ζαν Ζακαριάν, η οποία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το υλικό, το κράτησε και δώρισε μέρος της συλλογής στο UCLA, με τη μεσολάβηση της βιβλιοθηκονόμου Τζία Αϊβαζιάν. Στο πανεπιστήμιο διατηρούνται σήμερα ημερολόγια, έγγραφα και φωτογραφίες του Γουίλιαμ Σαχτλέμπεν, τόσο από τα ταξίδια του όσο και από την εποχή των σφαγών.

















