Η ιστορία της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, ενός από τα σημαντικότερα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, εκτείνεται πάνω από 1.400 χρόνια.
Κατασκευάστηκε ως καθεδρικός ναός μεταξύ 532-537 μ.Χ. υπό τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό Α’, με αρχιτέκτονες τον Ανθέμιο τον Τραλλιανό και τον Ισίδωρο τον Μιλήσιο, και αποτελούσε την κεντρική εκκλησία της Ανατολικής Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης για περίπου 1.000 χρόνια.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή το 1453, η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί). Προστέθηκαν χαρακτηριστικά του Ισλάμ, όπως μιχράμπ, μιμβράν και μιναρέδες, ενώ πολλές χριστιανικές εικόνες καλύφθηκαν με επίχρισμα.

Με την ίδρυση του σύγχρονου τουρκικού κράτους, υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ, και στο πλαίσιο των εκσυγχρονιστικών και κοσμικών μεταρρυθμίσεων, η κυβέρνηση αποφάσισε να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε μουσείο. Το υπουργικό συμβούλιο εξέδωσε σχετική απόφαση στις 24 Ιανουαρίου 1935, και η Αγία Σοφία ανοίχθηκε επίσημα ως μουσείο την 1η Φεβρουαρίου 1935. Αυτό σήμαινε ότι το μνημείο θα λειτουργούσε πλέον ως χώρος πολιτισμού και τέχνης, ανοιχτός σε επισκέπτες όλων των θρησκειών και εθνικοτήτων.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ήρθαν στο φως σημαντικά ψηφιδωτά και βυζαντινά έργα τέχνης που είχαν κρυφτεί πίσω από επιχρίσματα επί αιώνες, συμβάλλοντας στην παγκόσμια κατανόηση της βυζαντινής τέχνης και αρχιτεκτονικής.
Το 1985, η Αγία Σοφία εντάχθηκε στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO ως μέρος των «Ιστορικών Περιοχών της Κωνσταντινούπολης».
Αυτό το στάδιο στη λειτουργία της Αγίας Σοφίας –ως μουσείου– κράτησε περίπου 85 χρόνια, μέχρι το 2020, όταν το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο της Τουρκίας ακύρωσε την κυβερνητική απόφαση του 1934 και η κυβέρνηση Ερντογάν υπέγραψε διάταγμα για τη μετατροπή της ξανά σε λειτουργικό τζαμί.
Σύμφωνα μάλιστα με επίσημο έγγραφο του τουρκικού υπουργείου Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, η πιο πρόσφατη αλλαγή του καθεστώτος της Αγίας Σοφίας εντάσσεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της εθνικής κυριαρχίας της Τουρκίας. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, «η πιο απτή έκφραση της αρχής της κυρίαρχης ισότητας στο διεθνές δίκαιο είναι η απαγόρευση παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις ενός κράτους», ενώ υπογραμμίζεται ότι τα κράτη μέλη του ΟΗΕ «οφείλουν να απέχουν από κάθε στάση ή συμπεριφορά που θα μπορούσε να θίξει την κυριαρχία άλλου κράτους».

Στο ίδιο έγγραφο επισημαίνεται ότι η μετατροπή της Αγίας Σοφίας από τέμενος σε μουσείο πραγματοποιήθηκε «με διοικητική πράξη και συγκεκριμένα με το Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1934», στο πλαίσιο της εσωτερικής έννομης τάξης της Τουρκίας και βάσει της κυριαρχικής της εξουσίας.
Παράλληλα, τονίζεται πως «ούτε κατά το χρόνο λήψης της απόφασης αυτής ούτε μεταγενέστερα υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο ή έγγραφο που να αποδεικνύει ότι η Τουρκία μοιράστηκε ή εκχώρησε την κυριαρχική της αρμοδιότητα ως προς τον καθορισμό του νομικού καθεστώτος της Αγίας Σοφίας σε άλλη διεθνή νομική οντότητα».
Αναφορικά με το διεθνές πλαίσιο προστασίας μνημείων, το έγγραφο σημειώνει ότι, παρότι η Αγία Σοφία έχει ενταχθεί στον Κατάλογο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, «η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος δεν παραβιάζει καμία από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Τουρκία», ιδίως σε ό,τι αφορά «την προστασία, τη διατήρηση, την προβολή και τη μεταβίβαση της πολιτιστικής κληρονομιάς στις επόμενες γενιές». Επιπλέον, διευκρινίζεται ότι «δεν απαιτείται άδεια της Επιτροπής Παγκόσμιας Κληρονομιάς για τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος».
Τέλος, σε ό,τι αφορά τα ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας, το κείμενο υποστηρίζει ότι η επαναλειτουργία της Αγίας Σοφίας ως τεμένους «θα πρέπει να αξιολογηθεί ως άσκηση της ίδιας της ελευθερίας συνείδησης και θρησκείας», καθώς «το άνοιγμα ενός κτηρίου που λειτούργησε ως τέμενος για περίπου 500 χρόνια για λατρευτική χρήση […] θεωρείται ότι ενισχύει και δεν περιορίζει τη θρησκευτική ελευθερία».
















