Με αφορμή πρόσφατες δημόσιες τοποθετήσεις για τη δράση του Ελληνικού Στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, η καθηγήτρια Ισμήνη Λαμπ και ο δρ Κρίστοφερ Λαμπ καταθέτουν την τεκμηριωμένη απάντησή τους για το ποιος πραγματικά έκανε τις βιαιοπραγίες.
Χωρίς να προσωποποιούν την αντιπαράθεση, βασίζουν την παρέμβασή τους στη δεκαετή έρευνά τους για τον Αμερικανό διπλωμάτη Τζορτζ Χόρτον, καθώς και σε πρόσφατες μελέτες και νέες πρωτογενείς πηγές.
Το παρόν άρθρο αναλύει ένα από τα κυριότερα επιχειρήματα που ανέπτυξαν σε άρθρο που συμπεριλήφθηκε στο ειδικό ένθετο που κυκλοφόρησε στις 19 Μαΐου 2026 από τη Ναυτεμπορική, σε δημοσιογραφική επιμέλεια του pontosnews.gr. Σε αυτό υποστήριξαν ότι οι Έλληνες πρέπει να αναθεωρήσουν την αντίληψή τους για τη Μικρασιατική Καταστροφή, υπογραμμίζοντας ότι ο Χόρτον και οι αληθείς μαρτυρίες του αποτελούν το ιδανικό σημείο εκκίνησης. (Διαβάστε το εδώ.)
≈
Πρόσφατα διατυπώθηκε δημοσίως η άποψη ότι η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να αναγνωρίσει μαζικούς βιασμούς και δολοφονίες μουσουλμάνων γυναικών από τον Ελληνικό Στρατό κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Δεν πρόκειται όμως για την αυτονόητη παρατήρηση ότι σε κάθε πόλεμο υπάρχουν στρατιώτες που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλοι το γνωρίζουν αυτό και όλοι συμφωνούν ότι τέτοιες θηριωδίες είναι αποτρόπαιες. Η αιχμή ήταν ότι ο Ελληνικός Στρατός υπήρξε ιδιαιτέρως άξιος καταδίκης.
Δεν είναι μάλιστα η πρώτη φορά που Έλληνες ακαδημαϊκοί παραπλανούν την κοινή γνώμη για όσα συνέβησαν στη Μικρά Ασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε η αναφορά σε σχολικό βιβλίο ότι η σφαγή στη Σμύρνη το 1922 οφειλόταν απλώς σε «συνωστισμό».
Τέτοιες διαστρεβλώσεις όμως προκαλούν σύγχυση στους Έλληνες και ενθαρρύνουν την Τουρκία στις νεοοθωμανικές της επιδιώξεις καθώς δεν υπάρχει δικαιολογία για τέτοιους παραπλανητικούς ισχυρισμούς.
Δέκα χρόνια έρευνας για τον Τζορτζ Χόρτον
Η αλήθεια για τη Μικρά Ασία ήταν πάντοτε διαθέσιμη σε όποιον ήταν διατεθειμένος να την αναζητήσει.
Τη θέση αυτή την υποστηρίζουμε έχοντας αφιερώσει δέκα χρόνια στη μελέτη της Μικρασιατικής Εκστρατείας, προκειμένου να γράψουμε την πρώτη ολοκληρωμένη βιογραφία του Τζορτζ Χόρτον, του Αμερικανού διπλωμάτη που υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Στο έργο του Η Μάστιγα της Ασίας (The Blight of Asia), ο Χόρτον εξήγησε τι πραγματικά συνέβη στην Σμύρνη. Δυστυχώς, μαζικές εκστρατείες παραπληροφόρησης, υποστηριζόμενες από κρατικούς μηχανισμούς, οδήγησαν πολλούς ανθρώπους –ανάμεσά τους και επαγγελματίες ιστορικούς– στην αναπαραγωγή ψευδών ισχυρισμών για τη σύγκρουση.
Εάν υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε δικαιολογία για μια τόσο ανεπαρκή ιστορική έρευνα, σήμερα δεν υπάρχει πια.

Όσα υποστήριξε ο Χόρτον στη Μάστιγα της Ασίας έχουν επιβεβαιωθεί από τη σύγχρονη ιστοριογραφία, με βάση αποκαλύψεις πρωτογενών πηγών και αυθεντικών εγγράφων από τα εθνικά αρχεία όλων των εμπλεκόμενων χωρών.
Τα στοιχεία μάλιστα αυτά είναι πλέον διαθέσιμα σε όλους μέσα από τεκμηριωμένες μελέτες.
Η ιστορική πραγματικότητα, η οποία δεν μπορεί αβίαστα να αμφισβητηθεί είναι ότι, από την αρχή της σύγκρουσης, η ελληνική κυβέρνηση αναγνώριζε τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που διέπρατταν Έλληνες και τιμωρούσε αυστηρά τους υπευθύνους. Αντιθέτως, οι τουρκικές Αρχές όχι μόνο αρνούνταν συστηματικά τις τουρκικές θηριωδίες, αλλά παράλληλα τις ενθάρρυναν και επιβράβευαν τους δράστες τους.
Επιπλέον, οι τουρκικές θηριωδίες υπήρξαν ασύγκριτα μεγαλύτερες από οτιδήποτε διέπραξαν οι Έλληνες σε βάρος των Τούρκων – σε τέτοιο βαθμό, ώστε οποιαδήποτε εξίσωση των δύο πλευρών να είναι παραπλανητική.
Οι δίκες της Σμύρνης και οι αυστηρές ποινές
Η διαφορετική αντιμετώπιση των εγκλημάτων έγινε εμφανής ήδη από την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, τον Μάιο του 1919.
Κατά παράβαση της συμφωνίας ανακωχής, Τούρκοι ηγέτες είχαν ήδη συγκεντρώσει όπλα, ελευθερώσει και εξοπλίσει φυλακισμένους κακοποιούς ενώ σχεδίαζαν να στήσουν ενέδρα στους Έλληνες στρατιώτες που έφθαναν στην πόλη. Μέσα στο χάος που ακολούθησε, ορισμένοι Έλληνες στρατιώτες προχώρησαν σε εκτέλεση Τούρκων αιχμαλώτων χωρίς δίκη.
Ο Χόρτον ανέφερε το γεγονός αυτό στο Αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών. Παράλληλα, κατέγραψε ότι οι ελληνικές Αρχές αναγνώρισαν όσα είχαν συμβεί και δεσμεύθηκαν ότι θα τιμωρούσαν τους Έλληνες αυστηρότερα από τους Τούρκους. Και πράγματι το έκαναν.
Παρά τη βία που είχαν προκαλέσει οι Τούρκοι, 48 Έλληνες και μόλις 13 Τούρκοι κρίθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν σε αυστηρές ποινές. Τρεις Έλληνες, ανάμεσά τους και ένας στρατιώτης, εκτελέστηκαν. Κανένας Τούρκος δεν καταδικάστηκε σε θάνατο.
Οι δύο πλευρές δεν είχαν τον ίδιο στόχο
Η ίδια αντιμετώπιση επικράτησε σε όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης αυτής, για τους γνωστούς λόγους όπως η διαφορά μεταξύ της χριστιανικής και της μουσουλμανικής θρησκείας αλλά και οι τελείως διαφορετικοί πολιτικοί στόχοι, που είχαν θέσει αντίστοιχα η ελληνική και η τουρκική ηγεσία.
Αξίζει να επισημανθεί ότι οι ελληνικές Αρχές επεδίωκαν να αποδείξουν ότι μπορούσαν να ασκήσουν με επιτυχία τη διεθνή εντολή που τους είχε ανατεθεί και να εξασφαλίσουν τη λαϊκή υποστήριξη ενόψει του δημοψηφίσματος που θα έκρινε ποιος θα έλεγχε τη Σμύρνη και τις γύρω περιοχές.
Από την άλλη πλευρά, οι Τούρκοι εθνικιστές επεδίωκαν να καταστήσουν την ελληνική διοίκηση τόσο καταστροφική, ώστε η τοπική και η διεθνής κοινή γνώμη να στραφούν εναντίον της Ελλάδας.
Για τον σκοπό αυτό διέπρατταν ειδεχθείς θηριωδίες σε βάρος των Ελλήνων, ελπίζοντας ότι θα προκαλούσαν σκληρές αντιδράσεις και αντίποινα που θα αποξένωναν την κοινή γνώμη από την ελληνική θέση. Πρόκειται για μια τακτική που έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από πολλά επαναστατικά και αντάρτικα κινήματα στην Ιστορία.

Το βιβλίο The Thirty-Year Genocide, που κυκλοφόρησε το 2019 από τις εκδόσεις του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και αποτελεί, κατά την κρίση μας, την πληρέστερη σύγχρονη ιστορική μελέτη αυτής της ιστορικής αυτής σύγκρουσης, αποδεικνύει ότι οι τουρκικές θηριωδίες διέφεραν ριζικά από οτιδήποτε διέπραξαν οι Έλληνες ως προς την έκταση, την ένταση και την πρόθεση.
«Σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα»
Ως προς την έκταση των εγκλημάτων, οι συγγραφείς του βιβλίου αναφέρουν: «Όλοι οι δυτικοί παρατηρητές συμφωνούσαν ότι οι τουρκικές θηριωδίες εις βάρος των Ελλήνων κατά την περίοδο 1919-1923 διαπράχθηκαν “σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα από εκείνες που διέπραξαν οι Έλληνες”».
Σημειώνουν επίσης ότι οι τουρκικοί ισχυρισμοί για ελληνικές θηριωδίες «σχεδόν ποτέ δεν επιβεβαιώνονταν από δυτικούς διπλωμάτες, ιεραποστόλους ή δημοσιογράφους».
Οι δυτικοί διπλωμάτες, σύμφωνα με σχετικές μελέτες, κατέληξαν να πιστεύουν ότι οι περισσότερες τουρκικές καταγγελίες ήταν κατασκευασμένες και αποσκοπούσαν στο να αντισταθμίσουν τις δυτικές κατηγορίες για τις θηριωδίες που διέπρατταν οι ίδιοι οι Τούρκοι.
Ως προς την ένταση, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι ελληνικές βιαιοπραγίες δεν μπορούν να συγκριθούν με τη σαδιστική συμπεριφορά των Τούρκων δραστών. Εκατομμύρια άνθρωποι υπήρξαν θύματα ενός μηχανισμού βίας που περιλάμβανε στιγματισμούς, σταυρώσεις, πυρπολήσεις ζωντανών ανθρώπων, ακρωτηριασμούς και λιθοβολισμούς, καθώς και μαζικούς βιασμούς νεαρών κοριτσιών και αγοριών:
«Οι χριστιανοί δολοφονούνταν με μαχαίρια, ξιφολόγχες, τσεκούρια και πέτρες· χιλιάδες κάηκαν ζωντανοί· δεκάδες χιλιάδες γυναίκες και κορίτσια βιάστηκαν ομαδικά και δολοφονήθηκαν· κληρικοί σταυρώθηκαν και χιλιάδες χριστιανοί πρόκριτοι βασανίστηκαν –τους έβγαλαν τα μάτια, τους έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά, τους συνέτριψαν τα πόδια– πριν εκτελεστούν».
Οι πρακτικές αυτές υπήρξαν τόσο ακραίες και απάνθρωπες, ώστε οι συγγραφείς καταλήγουν στο αδιαμφισβήτητα αληθές, αλλά και φρικιαστικό συμπέρασμα:
«Ως προς τη συμπεριφορά των δραστών και στο επίπεδο των μεμονωμένων πράξεων, η τουρκική σφαγή των χριστιανών υπήρξε πολύ πιο σαδιστική από τη ναζιστική εξόντωση των Εβραίων».
Η κρίσιμη διαφορά της πρόθεσης
Η πλέον καθοριστική διαφορά μεταξύ των δύο πλευρών αφορά την πρόθεση. Όπως απέδειξαν οι δίκες της Σμύρνης, ενώ οι Έλληνες τιμωρούσαν τους δικούς τους ανθρώπους όταν παραβίαζαν τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι Τούρκοι ηγέτες έκαναν το αντίθετο.
Τιμωρούσαν όσους Τούρκους προσπαθούσαν να προστατεύσουν ή να βοηθήσουν τους χριστιανούς γείτονές τους και «δεν τιμώρησαν ποτέ τους δράστες των αντιχριστιανικών θηριωδιών».
Αντιθέτως, ενθάρρυναν και επιβράβευαν όσους ήταν υπεύθυνοι ακόμη και για τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα. Οι συγγραφείς του The Thirty-Year Genocide καταλήγουν ότι «οι πιο αιμοσταγείς Τούρκοι έλαβαν τις μεγαλύτερες ανταμοιβές», σημειώνοντας χαρακτηριστικά:
«Ο Κεμάλ ήξερε πώς να βγάζει τον χειρότερο εαυτό από τους υφισταμένους του».
Το οργανωμένο σχέδιο που περιέγραψε ο Χόρτον
Όλα αυτά τα συμπεράσματα, τα οποία βασίζονται σε έγκυρη σύγχρονη έρευνα, επιβεβαιώνουν όσα είχε καταγράψει εξαρχής ο Χόρτον στη Μάστιγα της Ασίας:
«Η καταστροφή της Σμύρνης δεν ήταν παρά η τελευταία πράξη ενός συνεπούς προγράμματος εξόντωσης του χριστιανισμού σε όλο το μήκος και το πλάτος της παλαιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αυτή η διαδικασία εξόντωσης εφαρμόστηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, με προκαθορισμένο σκοπό, με σύστημα και με σχολαστική προσοχή ακόμη και στις παραμικρές λεπτομέρειες. Και ολοκληρώθηκε με ανείπωτες αγριότητες».
Θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά περισσότερα για τις θηριωδίες στη Μικρά Ασία. Αρκεί, όμως, η παρατήρηση με την οποία ο Χόρτον συνόψισε το ζήτημα:
«Μία από τις πιο έντεχνες διατυπώσεις που κυκλοφόρησαν οι Τούρκοι προπαγανδιστές είναι ότι οι χριστιανοί που σφαγιάστηκαν ήταν εξίσου κακοί με τους εκτελεστές τους, ότι δηλαδή η ευθύνη ήταν “50-50”. Αυτό απευθύνεται ιδιαίτερα στο αγγλοσαξονικό αίσθημα δικαιοσύνης, απαλλάσσει τον καθένα από κάθε περαιτέρω ενόχληση ή ευθύνη και καθησυχάζει τη συνείδηση. Χρειάζεται, όμως, να είναι κανείς εξαιρετικά απερίσκεπτος για να αποδεχθεί μια τέτοια θέση, ενώ απαιτείται ελάχιστη σκέψη για να αντιληφθεί την πλάνη της».

Ο Χόρτον δεν αρνήθηκε ότι Έλληνες στρατιώτες παραβίασαν ανθρώπινα δικαιώματα. Κατέγραψε μάλιστα όσα περιστατικά γνώριζε, αλλά τα τοποθέτησε στο ιστορικό τους πλαίσιο.
Υπενθύμισε ότι, ακόμη και πριν από την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, οι Έλληνες «είχαν εκδιωχθεί από τα σπίτια τους, οι συγγενείς τους είχαν δολοφονηθεί και οι γυναίκες τους είχαν βιαστεί». Μέχρι την άφιξη του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, «δεν διέθεταν κανένα απολύτως μέσο αντίδρασης και δεν είχαν άλλη επιλογή από το να υπομένουν».
Όποιες πράξεις εκδίκησης και αν διέπραξαν μεμονωμένοι Έλληνες, ο Χόρτον υποστήριζε ότι, εάν συγκριθούν με «τη μακρά ιστορία σφαγών που έχουν ποτίσει με αίμα την Οθωμανική Αυτοκρατορία», ο τελικός απολογισμός «δεν θα είναι 50-50, ούτε καν ένα προς δέκα χιλιάδες».
«Ο δρόμος προς το Άουσβιτς ξεκίνησε από τη Σμύρνη»
Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν υπήρξε συμφορά μόνο για την Ελλάδα, αλλά για ολόκληρο τον κόσμο.
Και αυτό επειδή, όπως έχουμε υποστηρίξει και σε άλλο άρθρο μας, «ο δρόμος προς το Άουσβιτς ξεκίνησε από τη Σμύρνη».
Η σύγχρονη ιστορική έρευνα τεκμηριώνει ότι οι ναζί θαύμαζαν τη γενοκτονία των Ελλήνων και των άλλων χριστιανικών πληθυσμών από την Τουρκία και χρησιμοποίησαν το παράδειγμά της κατά την εξόντωση των Εβραίων.
Υπάρχει ωστόσο και μια τελευταία πτυχή της Μικρασιατικής Καταστροφής που πρέπει να γίνει γνωστή σε όλους, Έλληνες και μη.
Όπως υποστήριζαν ο Χόρτον και οι Αμερικανοί ιεραπόστολοι, που βρίσκονταν στην περιοχή, η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα που προσπάθησε να προστατεύσει τους χριστιανούς της Μικράς Ασίας. Ήταν επίσης η χώρα που υποδέχθηκε τους πρόσφυγες οι οποίοι επέζησαν, είτε ήταν ελληνικής καταγωγής είτε όχι.
Παράλληλα, οι Έλληνες δεν ανταπέδωσαν στους Τούρκους, που βρίσκονταν υπό την εξουσία τους όσα οι ίδιοι υπέφεραν από αυτούς.
Ο Χόρτον έγραψε: «Δεν υπήρξαν αντίποινα. Οι Τούρκοι που ζούσαν στην Ελλάδα δεν κακοποιήθηκαν με κανέναν τρόπο, ούτε ξέσπασε επάνω τους κάποια θύελλα μίσους ή εκδίκησης. Πρόκειται για μια μεγάλη και όμορφη νίκη, η οποία, με τον δικό της τρόπο, ανυψώνεται στο επίπεδο του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας. Μαρτυρούν σ’ αυτό τόσο η μεταχείριση των Τούρκων αιχμαλώτων πολέμου, όσο και οι προσπάθειες της Ελλάδας [να σώσει] τις χιλιάδες πρόσφυγες που κατέφυγαν στο έδαφός της».
«Οι Έλληνες δεν χρειάζεται να απολογηθούν»
Η πραγματική ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι γεμάτη από σοβαρά σφάλματα όλων των πλευρών. Από ανθρωπιστική άποψη, όμως, οι Έλληνες δεν χρειάζεται να απολογηθούν.
Μπορούν να είναι υπερήφανοι για τη στάση τους στη Μικρά Ασία.
Είναι μια πλευρά της Ιστορίας για την οποία οι Έλληνες έχουν λόγο να αισθάνονται υπερηφάνεια – ακόμη και αν ορισμένοι Έλληνες ακαδημαϊκοί δεν την έχουν κατανοήσει.

















