Το πετρέλαιο μετρίασε τα κέρδη του μετά την εκρηκτική άνοδο που το οδήγησε σε υψηλά τετραετίας, καθώς οι αγορές αποτιμούν πλέον πιο ψύχραιμα –αλλά όχι λιγότερο ανήσυχα– το ενδεχόμενο στρατιωτικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή.
Τα συμβόλαια του Brent, αφού άγγιξαν ενδοσυνεδριακά τα 126,41 δολάρια το βαρέλι –το υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο του 2022– υποχώρησαν, με τις τιμές να διαμορφώνονται νωρίτερα κοντά στα 122 δολάρια στην Ευρώπη. Λίγο αργότερα, σύμφωνα με το CNBC, τα futures παράδοσης Ιουνίου κινούνταν στα 116,05 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό (WTI) διαπραγματευόταν στα 106,59 δολάρια.
Η αναδίπλωση αυτή ήρθε μετά το αρχικό σοκ που προκάλεσε δημοσίευμα του Axios, σύμφωνα με το οποίο η Αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) ετοιμάζεται να παρουσιάσει στον Ντόναλντ Τραμπ σχέδια για πιθανή στρατιωτική δράση κατά του Ιράν. Ήδη ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε την πρόταση της Τεχεράνης, επιμένοντας στον ναυτικό αποκλεισμό.
Η πληροφορία αυτή αρκούσε για να επαναφέρει στο προσκήνιο το σενάριο μιας ευρύτερης σύγκρουσης, με άμεσο αντίκτυπο στις ενεργειακές αγορές.
Ωστόσο, πίσω από τη βραχυπρόθεσμη διακύμανση των τιμών, η μεγάλη εικόνα παραμένει αμετάβλητη: η γεωπολιτική ένταση δεν αποκλιμακώνεται, αντιθέτως μετασχηματίζεται σε έναν πιο σύνθετο και επίμονο κίνδυνο.
Η πιθανότητα εμπλοκής των ΗΠΑ σε άμεση στρατιωτική δράση κατά του Ιράν, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη ένταση στην περιοχή, ενισχύει το σενάριο μιας παρατεταμένης κρίσης. Οι επενδυτές φαίνεται να εγκαταλείπουν την προσδοκία μιας γρήγορης αποκλιμάκωσης και να προσαρμόζονται σε ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας και αυξημένου ρίσκου.
Στο επίκεντρο αυτής της νέας πραγματικότητας βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ, το κρίσιμο πέρασμα από το οποίο διέρχεται σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου. Οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία τους –είτε μέσω στρατιωτικής έντασης είτε μέσω περιορισμού των διελεύσεων– μεταφράζεται άμεσα σε σοκ προσφοράς για την παγκόσμια αγορά.
Η κατάσταση αυτή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει ευρύτερα τις αγορές. Τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια καταγράφουν απώλειες, με βασικούς δείκτες όπως ο Stoxx Europe 600 και ο Euro Stoxx 50 να κινούνται πτωτικά, καθώς το αυξημένο ενεργειακό κόστος συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και ενισχύει τους φόβους για επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Παράλληλα, οι πιέσεις μεταφέρονται και στην αγορά ομολόγων, όπου οι αποδόσεις κινούνται ανοδικά, αντανακλώντας την εκτίμηση ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλός για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι επενδυτές αναθεωρούν τις προσδοκίες τους για τα επιτόκια, θεωρώντας πλέον πιθανό ότι οι κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν πιο αυστηρή νομισματική πολιτική.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Αγγλίας βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα: από τη μία πλευρά η ανάγκη στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας και από την άλλη η πίεση για συγκράτηση του πληθωρισμού. Το ενεργειακό σοκ καθιστά αυτή την εξίσωση ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς μετατρέπει μια εξωτερική γεωπολιτική κρίση σε εσωτερική οικονομική πίεση.
















