Τον Μάρτιο του 1936, μια «ομάς Ποντίων νέων» αποφάσισε να δημιουργήσει μια κιβωτό γεμάτη θησαυρούς του ποντιακού πολιτισμού, το περιοδικό Ποντιακά Φύλλα. Στις 32 (συνήθως) σελίδες του φιλοξενούσε υπογραφές που σήμερα μοιάζουν θρυλικές: Δημοσθένης Ηλ. Οικονομίδης, Κώστας Γ. Καλλίδης, Παναγιώτης Τζουλιάδης, Τάκης Μουζενίδης, Παντελής Ηλ. Μελανοφρύδης, Οδυσσέας Λαμψίδης, Μιχαήλ Μεταλλείδης, Χριστόφορος Μουρατχανίδης, Ξένος Ξενίτας (Ξενοφών Άκογλου), Γεώργιος Βαλαβάνης, Δ.Κ. Παπαδόπουλος (Σταυριώτης), Νίκος Καπνάς (ο οποίος από το 7ο τεύχος ανέλαβε και τη διεύθυνση της έκδοσης), Γιώργος Βελισσαρίδης στην καλλιτεχνική επιμέλεια, κ.ά.
Μακριά από πολιτικές (αντιπαρα)θέσεις, αλλά και από ανέφικτους στόχους, η συντακτική ομάδα –υπό τον Γεώργιο Φωκά– γράφει στην 3η σελίδα του πρώτου τεύχους:

Το «δείγμα γραφής» σε αυτό το πρώτο τεύχος είναι εντυπωσιακό. Πέρα από τα «κλασικά» ποντιακά θέματα –π.χ. ένα σύντομο αφιέρωμα στον Λεωνίδα Ιασονίδη, ανέκδοτα, λαϊκά τραγούδια & παραμύθια του Πόντου και τα συναφή–, συναντάμε το εξαιρετικό «Πόλεμος Σουρμενιτών και Κερασουντίων» του Γ. Κεράση, το πολύστιχο ποίημα «Η τραγωδία της Ορδού» του Ανδρέα Μουτάφη, αλλά και τη φανταστική ιστορία που ακολουθεί, με την υπογραφή Σ.Π.
Την παραθέτουμε αυτούσια, καθώς είναι γραμμένη σε πεντακάθαρη δημοτική:

Στα βάθη της Ανατολής ζούσε κάποτε ένας άρχοντας εξαιρετικά προοδευτικός. Αγαπούσε τα Γράμματα, την Τέχνη, την Επιστήμη.
Ό,τι όμως τον ξεχώριζε από τους άλλους, ήταν το εξής: Ενώ ο κόσμος έπαιρνε ό,τι μπορούσε από τους σοφούς αυτούς και τους έβριζε και τους καταφρονούσε, αυτός τους αγαπούσε, τους εκτιμούσε και με κάθε τρόπο προσπαθούσε να λιγοστέψη τον πόνο τους, τα βάσανά τους. Καταλάβαινε τη νοοτροπία των σοφών αυτών, που θυσιάζονται για τους άλλους, που δίνουν τα φώτα τους για να βαδίζουν οι άνθρωποι άνετα στην πρόοδο, στην ευτυχία.
Έβλεπε πως οι σοφοί όλα τα δίνουν και για τον εαυτό τους δεν κρατούν τίποτε. Όλοι κλέβουν τα έργα τους, και τους ίδιους τους πετάνε στη φτώχεια και στην καταφρόνεση.
Απεφάσισε λοιπόν ο άρχοντας να βάλη τα πράματα σε κάποια τάξη. Έβαλε μαστόρους και χτίσανε μακρυά απ’ την πολιτεία, μέσα σ’ ένα ανθοστόλιστο περιβόλι ένα παλάτι για 100 ανθρώπους ακριβώς, και μάζεψε μέσα εκεί όλους τους πιο εξαντλημένους, για να βρούνε, στο τέλος της ζωής τους, λίγη άνεση, που δεν την γνώρισαν, κι ας ήσαν οι μεγαλύτεροι σοφοί του κόσμου.
Το παλάτι αυτό το ωνόμασαν «Ακαδημία της Σιωπής» οι τρόφιμοί του. Απάνω στην εξώπορτα γράψανε: «Οι τρόφιμοι δε θα μιλούν καθόλου, θα γράφουν λίγο και θα σκέπτωνται πολύ». Η Ακαδημία αυτή έγινε ξακουστή σ’ όλον τον κόσμο.
Μια μέρα έφθασε στην «Ακαδημία της Σιωπής» ένας γέρος καμπούρης με μια γκλίτσα στο χέρι και μερικά κουρέλια στην πλάτη. Χτύπησε φοβισμένα την πόρτα. Η πόρτα άνοιξε και ένας τρόφιμος τον ρώτησε με νόημα: «Τι θέλεις;».
Ο γεροκαμπούρης έκανε νόημα πως θέλει να δη τον πρόεδρο της Ακαδημίας. Ο τρόφιμος ωδήγησε το γέρο στην αίθουσα των συνεδριάσεων. Ο γέρος μας εχαιρέτισε τους τροφίμους και, με νοήματα πάντα, εξέφρασε την επιθυμία του στον πρόεδρο, να γίνη δεκτός στην «Ακαδημία της Σιωπής».
Ο πρόεδρος πήρε ένα ποτήρι και το γιόμισε με νερό τόσο καλά, που αν έχυνε μια και μόνη σταλαγματιά, το νερό θα χυνόταν. Ο γέρος κατάλαβε τι του λένε. Έσκυψε και πήρε από κάτω ένα ροδοπέταλο, το έβαλε προσεκτικά απάνω στο νερό και έχυσε από πάνω μια σταγονίτσα. Το νερό δεν ξεχείλισε.
Ο πρόεδρος άρχισε να τον βλέπη σαστισμένος. Οι τρόφιμοι όλοι σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και κύτταζαν τον γεροκαμπούρη με περιέργεια.
Ο γεροκαμπούρης τότε αργά-αργά ζύγωσε στον μαυροπίνακα και έγραψε:
0+100 = 0100 = 100
Πήγε στη θέση του και κύτταξε τον πρόεδρο να βγάλη την απόφασή του. Όλοι οι τρόφιμοι επίσης με αγωνία περίμεναν την απάντηση που θα δοθή στον γέρο.
Σηκώνεται τότε ο πρόεδρος, πλησιάζει στον μαυροπίνακα και γράφει:
100+0 = 1.000
Είμαστε, δηλαδή, 100. Μ’ εσένα όμως το 0, που λες τον εαυτό σου, γινόμαστε 1.000.
Τότε όλοι οι τρόφιμοι της «Ακαδημίας της Σιωπής» για πρώτη και τελευταία φορά έλυσαν τη σιωπή τους και με ξεφωνητά χαράς δέχτηκαν τον νέο σύντροφό τους, τον γέρο καμπούρη. Ίσως τον σοφώτερον απ’ όλους εκεί μέσα.
Σ.Π.
![(Πηγή: Βιβλιοθήκη Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη / el.travelogues.gr. Στην γκραβούρα [του 1853], η εσωτερική αυλή του Τεμένους του Σουλτάνου Μπεγιαζίτ Β’ στην Κωνσταντινούπολη)](https://www.pontosnews.gr/wp-content/uploads/2026/03/anaktoro-vayazit-750x422.jpg)















