Ένα από τα παράξενα, αλλά υπαρκτά, φαινόμενα που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια στην Τουρκία είναι η προσέλευση μουσουλμάνων πολιτών προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, με αίτημα να βαπτισθούν χριστιανοί. Το φαινόμενο δεν έχει μαζικές διαστάσεις, ούτε μπορεί να παρουσιαστεί ως κύμα εκχριστιανισμών.
Ωστόσο, είναι αρκετά εμφανές ώστε να προκαλεί συζητήσεις στους ρωμαίικους κύκλους της Κωνσταντινούπολης και προβληματισμό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο δημοσιογράφος, συγγραφέας και θρησκειολόγος Συμεών Σολταρίδης, μιλώντας στην εκπομπή «Πρίσμα» της Δημοτικής Τηλεόρασης Θεσσαλονίκης, περιέγραψε το φαινόμενο με νηφαλιότητα. Όπως εξήγησε, πρόκειται για ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών, μορφωτικού επιπέδου και κοινωνικής προέλευσης, οι οποίοι ζητούν να ασπαστούν την Ορθοδοξία. Η διαδικασία δεν είναι άμεση. Προηγείται αίτηση προς την αρμόδια επιτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ακολουθεί περίοδος κατήχησης και, εφόσον κριθεί ότι η απόφαση είναι συνειδητή, τελείται το βάπτισμα.
Οι αριθμοί παραμένουν περιορισμένοι. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Σολταρίδη, στην Τουρκία μπορεί να μιλά κανείς για περίπου 1.500 έως 1.800 νεοβαπτισθέντες μέσα σε μια εικοσαετία, με μεγαλύτερη κινητικότητα την τελευταία δεκαετία και ιδίως την τελευταία πενταετία. Πρόκειται, συνεπώς, για μικρό αριθμό σε μια χώρα σχεδόν 90 εκατομμυρίων κατοίκων.
Η σημασία του φαινομένου δεν βρίσκεται στην ποσότητα, αλλά στο τι αποκαλύπτει για την τουρκική κοινωνία.
Η Τουρκία είναι μια χώρα με πολύπλοκες ταυτότητες, ιστορικά στρώματα και υπόγειες μνήμες. Ορισμένοι από όσους προσέρχονται στην Ορθοδοξία επικαλούνται πιθανή καταγωγή από παλιές χριστιανικές οικογένειες, κυρίως του Πόντου, που εξισλαμίστηκαν σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους. Άλλοι συνδέονται με Ρωμιούς μέσω φιλικών ή κοινωνικών σχέσεων.
Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου τα κίνητρα δεν είναι καθαρά θεολογικά. Ο Σολταρίδης επισημαίνει ότι για κάποιους μπορεί να παίζουν ρόλο πρακτικές επιδιώξεις, όπως η ευκολότερη μετακίνηση προς την Ευρώπη ή η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής.
Εδώ αρχίζει και ο προβληματισμός της ρωμαίικης κοινότητας. Άλλο πράγμα η ένταξη στην Εκκλησία και άλλο η ένταξη στη μειονοτική κοινότητα. Το βάπτισμα αποδεικνύει ότι κάποιος είναι ορθόδοξος χριστιανός. Δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι είναι Ρωμιός. Αυτό έχει πρακτικές συνέπειες, ιδίως όταν τίθενται ζητήματα φοίτησης παιδιών στα ρωμαίικα σχολεία ή συμμετοχής σε κοινοτικές δομές και βακούφια.
Η ανησυχία δεν είναι αβάσιμη, διότι η ιστορική εμπειρία των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων στην Τουρκία είναι φορτισμένη από πιέσεις, δημεύσεις, κρατικούς ελέγχους και νομικές ασάφειες. Από την άλλη πλευρά, η πλήρης καχυποψία απέναντι σε κάθε νεοφώτιστο θα ήταν επίσης άδικη. Υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν ειλικρινά πνευματικό νόημα, σε μια κοινωνία όπου η παραδοσιακή θρησκευτικότητα δοκιμάζεται, ιδίως μεταξύ μορφωμένων και νεότερων στρωμάτων.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο φαίνεται να ακολουθεί μια προσεκτική μέση οδό. Δεν επιδιώκει προσηλυτισμό, δεν βιάζεται να βαπτίσει, αλλά δεν μπορεί και να κλείσει την πόρτα σε όποιον προσέρχεται ελεύθερα. Η Εκκλησία, από τη φύση της, δέχεται τον άνθρωπο που ζητά να γίνει μέλος της. Η κοινότητα όμως, έχει να διαχειριστεί ζητήματα ιστορικής συνέχειας, γλώσσας, ταυτότητας και επιβίωσης.
Το φαινόμενο των νεοφώτιστων στην Τουρκία δεν πρέπει ούτε να εξιδανικεύεται ούτε να δαιμονοποιείται.
Δεν σημαίνει ότι «οι Τούρκοι γίνονται χριστιανοί», όπως θα ήθελαν ορισμένες εύκολες εθνικές αναγνώσεις. Σημαίνει όμως ότι μέσα στην τουρκική κοινωνία υπάρχουν ρωγμές, αναζητήσεις, υπόγειες μνήμες και πνευματικές μετατοπίσεις. Και για τον ελληνισμό της Πόλης, που αγωνίζεται να επιβιώσει αριθμητικά και θεσμικά, το φαινόμενο αυτό αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία, πρόκληση και δοκιμασία ωριμότητας.
















