Ο Νικόλαος Ελευθεριάδης γεννήθηκε στον οικισμό Ιραβάν ή Ιλαϊάν, 15 χλμ νοτιοανατολικά της Νεοκαισάρειας. Είχε περίπου 118 Έλληνες κατοίκους, που μιλούσαν ποντιακά. Στον οικισμό υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου και σχολείο, το οποίο όμως λειτούργησε λίγα χρόνια, εξαιτίας της έλλειψης δασκάλων. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Πόλεμος 1914. Εξορίες. Αντάρτικο. Έξοδος. Στο Σεφερμπερλίκ σηκώσανε τους άντρες από είκοσι μέχρι σαράντα πέντε ετών. Εγώ είχα κρυμμένη ηλικία και γλίτωσα. Με πήρανε όμως οι Τούρκοι, κι άλλα παλικάρια που είχανε κρύψει ηλικία και δε φύγανε, μας επιστρατέψανε και μας είχανε και κουβαλούσαμε τρόφιμα στο στρατό τους.
Πήγαμε Νίκσαρ, φορτώναμε σιτάρια, κριθάρια, αλεύρια, ψωμιά και τα πηγαίναμε στο Τσορμίκ, στη Ρεσάdια δηλαδή.
Τον πόλεμο όλο δύσκολα τον περάσανε όλα τα χωρία. Οι άντρες φύγανε πολλοί, πείνα έπεσε, αρρώστια έπεσε, ληστές Τούρκοι κατεβαίνανε και ληστεύανε. Όλος ο τόπος αγρίεψε.
Ο δικός μου ο πατέρας είχε μεγάλη ηλικία, στο Σεφερμπερλίκ δεν τον πήρανε, σηκώθηκε και πήγε στο Υοσγάτ. Δούλευε εκεί με το αφιόνι, έβγαζε το λάδι του και το πουλούσε. Τον προδώσανε όμως πως κάνει λαθραία τη δουλειά, τον πιάσανε και το τούρκικο δικαστήριο τον καταδίκασε στην κρεμάλα. Τίποτε δεν μπορέσαμε να κάνουμε. Κι εμείς κινδυνεύαμε. Ήρθε ένα απόσπασμα και ζητούσανε να πάρουνε και τη μητέρα μου. Ο Τσιβρόγλους τότε μίλησε, έβαλε τ’ όνομά του εγγύηση και την αφήσανε.
Μόλις έκλεισε Ανακωχή, 1918 ήτανε, είπαμε άλλο δε μένουμε. Πήρα τη μητέρα μου, πήγαμε Φάτσα, μαζί είχα και την αδελφή μου, μπήκαμε σε «τούρκικο πανί» και φύγαμε Ρουσία.
Μείναμε δύο χρόνια στην πολιτεία Σοχούμ, βρήκαμε κι άλλους Έλληνες εκεί. Στο Σοχούμ βρισκόμαστε και μάθαμε την είδηση πως στο Νίκσαρ σηκώσανε όλα τα χωριά.
Είχαμε συγγενείς δικούς μας εκεί. 1921 ήτανε, τους πήρανε, άντρες γυναίκες, τους πήγανε στο Νίκσαρ, τους κλείσανε στην αρμένικη εκκλησία κι από κει σεφκέτια-σεφκέτια τούς στέλνανε εξορία. Πρώτα τους άντρες, ύστερα τα γυναικόπαιδα.
Τότες μάθαμε πως μια δική μας από το Ιραβάν πήρε Τούρκο άντρα, αλλαξοπίστησε για να μπορέσει να μείνει στην Τουρκία. Τους άλλους τους πήγανε Τοκάτ, Γενί Χαν, Σιβάς, τους φτάνανε μέχρι Ντιαρμπεκίρ της Αρμενίας.
Εκεί βρίσκονταν κι έγινε η Ανταλλαγή και τους δώσανε χαρτί και φύγανε. Άλλοι γυρίσανε Σαμψούντα και μπήκανε σε καράβια και φύγανε, άλλοι κατέβηκαν Μερσίνα και φύγανε από κει. Εμείς ήρθαμε από τη Ρουσία 2 Μαΐου 1920 στον Πειραιά.
Τέσσερα χρόνια περάσανε και ήρθανε οι άλλοι από τις εξορίες κι ανταμώσαμε. Από Χατζαμπετίνογλου Τσιφλίκ και από Τεπέ δεν εξορίστηκαν. Αυτοί είχανε δέσιμο με το Ρεσαdιέ και τους εξαιρέσανε.
















