Στα μέσα του 19ου αιώνα οι Έλληνες του Πόντου, μην αντέχοντας να ζουν υπό τουρκική κυριαρχία, ζήτησαν άδεια από τον τσάρο της Ρωσίας Αλέξανδρο Β΄ να μεταναστεύσουν για εγκατάσταση στην αυτοκρατορία του. Έτσι κοντά στους έξι χιλιάδες μετακινήθηκαν από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και από περιοχές της Γεωργίας στον Βόρειο Καύκασο.
Ένα μέρος τους εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Σταυρούπολης του Κουμπάν και ένα μέρος αυτών, το έτος 1864 έφθασαν να ριζώσουν κοντά στον ποταμό Χασάουτ (ή και Ακσάουτ).

Σύμφωνα με τα αρχεία της Σταυρούπολης: «[…] την 8η Μαρτίου του έτους 1864 στην ορεινή γραμμή της περιοχής του Κουμπάν μετανάστευσαν 22 οικογένειες Ελλήνων […]».
Οι Έλληνες αυτοί προέρχονταν από την περιοχή της Αργυρούπολης του Ανατολικού Πόντου και ήταν κυρίως τεχνίτες πέτρας, ξυλουργοί και σιδεράδες.
Αρχηγός τους ήταν ο Ιβάν Χαρύμποβ (Ιωάννης Καρυπίδης) που ζήτησε γραπτή άδεια εκ μέρους των οικογενειών από τον τοπικό γαιοκτήμονα Γρηγόριο Πετρουσέβιτς: «Θα θέλαμε να κατοικήσουμε εκεί όπου υπάρχει νερό, πέτρα και ξυλεία […]»

Το χωριό τους ονομάστηκε Χασάουτ-Γκρέτσεσκογιε, που στα ρωσικά σημαίνει Χασάουτ-Ελληνικό. Αρχικά αποτελείτο από χαμόσπιτα. Οι άνθρωποι ήταν φτωχοί και ζούσαν από την οικοδομή και την πώληση ξυλείας στους κοντινούς οικισμούς. Οι συνθήκες ζωής ήταν άθλιες. Πολλοί πέθαιναν από τύφο, πανώλη και κρύο. Σύμφωνα με τα αρχεία για το έτος 1873, το χωριό αποτελείτο από 25 αυλές, στις οποίες κατοικούσαν συνολικά 137 άτομα. Σύντομα οι Έλληνες έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια σχολείο και δρόμο. Το έτος 1875 ανήγειραν την εκκλησία τους, τον ναό του Αγίου Δημητρίου.

Μέσα σε λίγα χρόνια από την ίδρυση του χωριού σε αυτό εγκαταστάθηκαν οι Καρατσάι –ένα τουρκογενές μουσουλμανικό φύλο του Καυκάσου, με το χωριό να παραμένει κατά συντριπτική πλειοψηφία ελληνικό. Οι κάτοικοι ήταν πολύ εργατικοί. Επί κομμουνισμού το Χασάουτ-Γκρέτσεσκογιε αν και μικρό χωριό, είχε δυο κολχόζ και μάλιστα με ελληνικές ονομασίες, το «Εμπρός» και το «Ελεύθερον Ζωή».


Έτσι το χωριό συνέχισε να υπάρχει με την αρμονική συνύπαρξη των μειονοτήτων, διαθέτοντας ένα τζαμί, τον ναό του Αγίου Δημητρίου και το ευκτήριο του Αγίου Γεωργίου.

Οι Έλληνες του Χασάουτ-Γκρέτσεσκογιε σήμερα αριθμούν περί τα 600 άτομα.
Είναι οι οικογένειες: Κουζνετσόβ, Σαούλοβ, Εφραίμοβ, Ηλίεβ, Ντίμπιτζεβ, Φίεβ, Αβτζήεβ, Ποπόβ, Ιβανόβ, Φιμιλιάνοβ, Χαρύμποβ, Τσιρίνοβ, Ζουρνάτσεβ, Κετσέροβ, Καϊτιάζοβ, Κουζμινόβ, Χαλτζήεβ, Ματσάροβ, Φαναήλοβ, Αντριάνοβ, Μουράτοβ, Κοτσίδη, Αμανατίδη, Λεβαντίδη, Πετρίδη και Αποστολίδη.

Κρατούν τις παραδόσεις τους, μιλούν καλά την ποντιακή διάλεκτο και τη μεταλαμπαδεύουν στις επόμενες γενιές. Διατηρούν λαογραφικό μουσείο και ελληνικό σύλλογο με την ονομασία «Καλή Αρχή».

Σπάρτακος Τανασίδης
















