«Σ’ όσα έγραψε, ο Κώστας Πρετεντέρης γελάει με τα πάθη και τα παθήματα των ανθρώπων και της εποχής – δεν σαρκάζει με κακεντρέχεια. Ευθυμεί το θέατρο – δεν το ευτελίζει. Τέρπει το κοινό – δεν το εκβαρβαρώνει. Στη χορεία των νεοελλήνων θεατρικών συγγραφέων, ο Κώστας Πρετεντέρης αποτελεί μια απ’ τις πιο εύγλωττες (και ζηλευτές) αποδείξεις πως η “ψυχαγωγία” είναι αγωγή και ευφορία ψυχής και όχι αγωγός βορβόρου». Τα παραπάνω λόγια γράφτηκαν από τον Μάριο Πλωρίτη και ήταν η εισαγωγή στο βιβλίο με θεατρικά έργα του Κώστα Πρετεντέρη που κυκλοφόρησε το 1988.
Θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, δημοσιογράφος, αλλά και στιχουργός ο Κώστας Πρετεντέρης έφερε την αστική του κουλτούρα στα ελληνικά δεδομένα. Γνωρίζοντας σε ποια χώρα βρίσκεται σατίρισε με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, αλλά κυρίως με ήθος και σεβασμό, τον ελληνικό λαό των δεκαετιών του ’50, ’60 και ’70. Και ό,τι δημιούργησε όχι μόνο ήταν επιτυχημένο στην εποχή του, αλλά αποδείχτηκε απίστευτα διαχρονικό.

Προς τιμήν του
Με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Κώστα Πρετεντέρη, δύο έργα του παίζονται σε αθηναϊκές σκηνές. Το πρώτο έχει ήδη ανέβει και μιλάμε για την Κόμισσα της φάμπρικας που σκηνοθετεί ο Σταμάτης Φασουλής. Το έργο πρωτοανέβηκε το 1966 στο θέατρο Φλορίντα από το θίασο Στέφανου Ληναίου – Μάρως Κοντού – Νίκου Ρίζου. Το 1969 ακολούθησε η κινηματογραφική του μεταφορά με την Άννα Φόνσου, στο ρόλο που είχε στο σανίδι η Μάρω Κοντού. Η ταινία βέβαια έπεσε πάνω στη χούντα, εξού και πέρασε του λιναριού τα πάθη ώσπου να βγει στις αίθουσες. Στην ουσία κρατήθηκε στα συρτάρια του παραγωγού Κλέαρχου Κονιτσιώτη για περίπου έναν χρόνο και βγήκε τη σεζόν ’68-’69. Τότε ο πρωταγωνιστής της, ο Στέφανος Ληναίος, είχε φύγει για το Λονδίνο, αφού λόγω φρονημάτων τον είχε καθαιρέσει η χούντα ἆπό τη θέση του γενικού γραμματέα του Συνδέσμου Ελλήνων Ηθοποιών.
Και σε λίγο έρχεται το Τζένη-Τζένη. Εδώ δεν υπάρχει θεατρική ρίζα αφού είχε γίνει κατευθείαν ταινία. Και τα δυο τα είχε γράψει ο Πρετεντέρης μαζί με τον Ασημάκη Γιαλάμα. Το Τζένη-Τζένη λοιπόν θα σαλπάρει για το σανίδι του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά. Στην παράσταση σε σκηνοθεσία του Νίκου Καραθάνου παίζουν: Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Χρήστος Λούλης, Χάρις Αλεξίου, Άγγελος Παπαδημητρίου, Ζέτα Μακρυπούλια, Κώστας Μπερικόπουλος, Ιωάννα Μαυρέα, Γιάννης Κοτσυφάς, Ιωάννα Μπιτούνη, αλλά και ο σκηνοθέτης της. Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί ποιος ηθοποιός, θα υποδύεται τον εκάστοτε ρόλο. Και μια μικρή λεπτομέρεια: Στην κλασική ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, στις μακρινές σκηνές που η Τζένη Καρέζη έκανε θαλάσσιο σκι, την ντουμπλάριζε η Άννα Πρετεντέρη. Η αξέχαστη σύζυγος του συγγραφέα και σπουδαία παραγωγός στη δημόσια και μετέπειτα στην ιδιωτική τηλεόραση.

Φυσικά και τα δυο έργα είναι γνωστά και αγαπητά στον κόσμο. Προσέξτε όμως πώς μπορεί και στα δυο να βγαίνει μπροστά το αισθηματικό στοιχείο, όμως πίσω υπάρχει ένα πολιτικό υπόβαθρο. Αυτό που λέγαμε στην εισαγωγή, ήξερε ο Κώστας Πρετεντέρης σε ποια χώρα βρίσκεται! Και όπως είχε πει ο ίδιος: «Ο Ελληνικός λαός δεν έχει χιούμορ, έχει πλάκα. Δεν του αρέσει το χιούμορ, του αρέσει η πλάκα. Χιούμορ είναι να γελάς με αυτά που παθαίνεις. Οι Έλληνες γελάνε με αυτά που παθαίνει ο άλλος».

Ο θείος Κώστας
Γεννήθηκε στην Αθήνα, φοίτησε στο Πειραματικό Γυμνάσιο και μαθητής ακόμα, άρχισε να γράφει νούμερα για επιθεωρήσεις, αφού μεγάλωσε σ’ ένα σπίτι όπου η λογοτεχνία και η τέχνη κατείχαν κεντρική θέση. Βέβαια η εφηβεία του έπεσε πάνω στην κατοχή οπότε καταλαβαίνει κανείς ότι παρόλη την σκληρότητα του πολέμου, η φαντασία και ο πόθος του για δημιουργία όχι μόνο δεν είχε καταπιεστεί, αλλά έψαχνε να βρει τρόπο να εκδηλωθεί. Και εκδηλώθηκε με άκρως επεισοδιακό τρόπο.
Τότε λοιπόν ο 15χρονος Κώστας ήταν οργανωμένος σε μια αντιστασιακή οργάνωση. Μαζί με τον κολλητό του, που μεγαλώνοντας έγινε γιατρός, διοργάνωσαν μια παράσταση με σκοπό τα έσοδα να διατεθούν για τα οικονομικά της οργάνωσης. Φυσικά τα περισσότερα κείμενα ήταν του Πρετεντέρη. Στην παράσταση συμμετείχαν φίλοι και συμμαθητές και έγινε στον κινηματογράφο «Γρανάδα» (νυν «Λαμπέτη») στην λεωφόρο Αλεξάνδρας. Η παράσταση όχι μόνο είχε επιτυχία, αλλά κόντεψαν να σπάσουν τις πόρτες. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να συλληφθούν ο Πρετεντέρης και ο φίλος του και να οδηγηθούν στην Ασφάλεια, που βρισκόταν στην οδό Ελπίδος. Σύμφωνα με τον Πρετεντέρη έπεσαν και οι πρώτες καρπαζιές, αλλά το κύριο μέλημα και των δυο νεαρών ήταν ο θείος Κώστας. Επρόκειτο για έναν μέγα και τρανό Αντιστασιακό και κατάσκοπο που κρυβόταν κατά καιρούς στα σπίτια τους. Οπότε και οι δυο φοβόντουσαν μήπως «έσπαγαν» στην ανάκριση και ομολογούσαν που κρυβόταν ο θείος Κώστας. Ο τελευταίος ύστερα από λίγες ώρες εμφανίστηκε στην Ασφάλεια, υπέγραψε –γιατί ήταν ανήλικοι– και τους πήρε για να τους πάει στα σπίτια τους. Το τι έγινε στην πορεία ο θείος Κώστας, δεν είπε ποτέ ο Πρετεντέρης. Άλλωστε το ευχάριστο γεγονός μέσα σε όλο αυτό το σουρεαλιστικό, ήταν ότι πρώτη φορά ακούστηκε κείμενό του.
Ο πολυγραφότατος
Άρχισε λοιπόν να γράφει αρχικά για το θέατρο. Όχι μόνος του αλλά μαζί με άλλους. Ήταν πολύ σύνηθες τότε να γράφουν δύο, τρεις ή και περισσότεροι συγγραφείς κυρίως στο θέατρο και τις επιθεωρήσεις. Η αιτία ήταν ότι σε σχέση με την έκρηξη των θεατρικών σκηνών των τελευταίων χρόνων, τότε ήταν πολύ λίγες. Οπότε η συνεργασία ήταν αναγκαία και ίσως μια από τις αιτίες που βγήκαν τόσο μεγάλα ταλέντα, χωρίς την έπαρση του μοναδικού.

Ανάμεσα στους δημιουργούς που συνεργάστηκε ο Κώστας Πρετεντέρης ήταν ο Γιώργος Οικονομίδης. Και εξαιτίας του έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, στο «Χαρούμενο ξεκίνημα» σε σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου. Στην ταινία υπήρχε και έτερος δημιουργός στο σενάριο, ο Ασημάκης Γιαλαμάς. Ο τελευταίος μαζί με τον Πρετεντέρη γίνανε ένα από τα πιο ονομαστά συγγραφικά δίδυμα.
Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’50. Η Ελλάδα μετά από μια καταστροφική δεκαετία, προσπαθεί να σηκώσει κεφάλι και να χαμογελάσει. Ταυτόχρονα αλλάζει και η καθημερινότητα των Ελλήνων, νέες καταστάσεις και χαρακτήρες εμφανίζονται στην κοινωνία. Και από κοντά η επιθεώρηση ζει μεγάλες εποχές. Μπαίνει και το φαντασμαγορικό στοιχείο με σκηνικά, κοστούμια, ορχήστρες. Όλα ωραία αλλά εάν δεν υπάρχει κείμενο, απλά χόρταινε το μάτι του θεατή. «Ο δοσατζής ήταν ένας από τους χαρακτήρες της επιθεώρησης εκείνη την εποχή», είχε πει σε μια από τις λιγοστές του συνεντεύξεις ο Κώστας Πρετεντέρης. «Ο κόσμος ήθελε να καταναλώσει αλλά δεν μπορούσε, οπότε άρχιζαν οι δόσεις. Επίσης τι ήταν ο χαρακτήρας του “βλάχου”, που έγραψε ιστορία ο Κώστας Χατζηχρήστος; Η αύξηση της αστυφιλίας».

Πίστευε ότι η πολιτική σάτιρα άρχισε να ακμάζει από το 1953, και επί χούντας έτρεχε ο κόσμος να ακούσει ακόμα και το υπονοούμενο. Όταν υπήρχε μια φαινομενική ηρεμία, το είδος έπεφτε.
Από το 1959 αρχίζει να γράφει και για πρόζα. Όσον αφορά τον κινηματογράφο τα περισσότερα σενάρια ήταν προσαρμοσμένα από τα θεατρικά του. Από τις αγαπημένες του πάντως ταινίες, που ήταν απευθείας σενάριο, ήταν το Μην ερωτεύεσαι το Σάββατο που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Γεωργιάδης.
Και δεν ήταν τα μόνα πεδία δράσεως του. Έγραψε πολύ πετυχημένες ραδιοφωνικές εκπομπές, όπως Το ημερολόγιο ενός θυρωρού ή τα Καθημερινά του καθημερινού με τον Δημήτρη Χορν.
Και βέβαια στίχους σε τραγούδια που έγραψαν ιστορία. Δεν είναι τυχαίο, ότι η για πολλούς μεγαλύτερη Ελληνίδα τραγουδίστρια, η Τζένη Βάνου, πάντα τον μνημόνευε για τους σπουδαίους στίχους του.
Η γειτονιά και η μικρή οθόνη
Στην νεοσύστατη τότε ελληνική τηλεόραση, ο Κώστας Πρετεντέρης, υπέγραψε μερικά από τα πιο πετυχημένα σίριαλ της πρώτης δεκαετίας. Όπως η «Κοκορόμυαλη» (με πρωταγωνίστρια την Κατερίνα Γιουλάκη), ο «Ονειροπαρμένος» (με τον Κώστα Βουτσά), το «Εκείνες κι εγώ» (με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, και μετά από 20 χρόνια έγινε το ριμέικ του με τον Γιάννη Μπέζο) και βέβαια «Η γειτονιά μας», η σειρά που κράτησε έξι σεζόν (από 24 Φεβρουαρίου 1972, μέχρι 20 Οκτωβρίου 1977).
Αρχικά το σενάριο είχε γραφτεί για τον κινηματογράφο. Καθώς όμως το 1972 ο ελληνικός κινηματογράφος είχε ξεκινήσει να βρίσκεται σε περίοδο εμπορικής κάμψης, ενώ αντίθετα η τηλεόραση ήταν το νέο ανερχόμενο μέσο, αποφασίστηκε «Η γειτονιά μας» να γυριστεί σαν τηλεοπτική σειρά. Τα πάθη και οι ιστορίες των ανθρώπων μιας γειτονιάς, από τις τελευταίες που είχαν απομείνει στην Αθήνα, κράτησαν το κοινό για 550 επεισόδια. Και εδώ φαίνεται, εκτός από το ταλέντο και το μυαλό του Κώστα Πρετεντέρη. «Δεν γράφω για τον Ζαν ή για τον Πιέρ. Γράφω για τον Θανάση, την Κατίνα. Οι ήρωες είναι αντίγραφα των απλών ανθρώπων» είχε πει σε συνέντευξή του.

Και αυτή ακριβώς ήταν η επιτυχία της σειράς. Το ότι ο κόσμος όχι μόνο το έβλεπε, αλλά είχε ταυτιστεί με τους ήρωες της σειράς. Για παράδειγμα ο «καπετάν Γιασός» –τον υποδυόταν ο ηθοποιός Πέτρος Πανταζής– είχε σαν ήρωας ένα οξύτατο θέμα υγείας. Παρενέβη όμως τηλεφωνικά ένας στρατηγός που τους απείλησε ότι εάν πάθει κάτι ο καπετάνιος θα μπει και θα τινάξει τα πλατό στον αέρα, λόγω του ότι έβλεπε τη σειρά η μητέρα του και είχε αρρωστήσει και μόνο στην ιδέα, ότι ο αγαπημένος της ήρωας, θα πέθαινε.
Ο καπετάνιος είχε μπλεξίματα στη σειρά με μια μοιραία και κακή γυναίκα, τη Μαρίνα που υποδυόταν η Νέλλη Γκίνη. Η ηθοποιός εισέπραττε στην καθημερινότητά της, πολύ hate που θα λέγαμε σήμερα. Μέχρι που συνέβη ένα περιστατικό το οποίο την έκανε να πανικοβληθεί. Συγκεκριμένα είχε πάρει ένα ταξί προκειμένου να πάει στην οδό Λένορμαν που βρισκόταν το στούντιο. Ο ταξιτζής γύρισε, την κοίταξε με απειλητικό ύφος και της είπε ότι κανονικά έπρεπε να την πάει στα νταμάρια στον Κορυδαλλό και να την αφήσει εκεί. Όταν έφτασε στο στούντιο, η ηθοποιός πήγε στον Κώστα Πρετεντέρη και έκλαιγε μπροστά του γονατιστή, να την αφήσει να φύγει από την σειρά. Τελικά ύστερα από λίγες μέρες, η Μαρίνα αποδείχθηκε ότι ήταν πράκτορας της CIA και μεταμορφώθηκε σε καλή.
Πλάκες και «χάντρες»
Εκτός από όλα τα παραπάνω, ο Κώστας Πρετεντέρης αρθρογραφούσε και σε εφημερίδες. Και όταν τον είχαν αποκαλέσει «πολυγραφότατο», είχε πει: «Μπροστά στους συγγραφείς της προηγούμενης γενιάς και τον Γεώργιο Σουρή, εγώ είμαι ο τεμπέλης της εύφορης κοιλάδας». Αυτή την ευγενία που είχε στα έργα του, είχε και στη ζωή του. Δεν καθόταν στις συνεντεύξεις του, να θυμηθεί τις παλιές καλές στιγμές και να απαξιώσει τους νεότερους. «Ευτυχώς που έφτυσαν τον παλιό κινηματογράφο. Σήμερα υπάρχουν παιδιά ταλαντούχα με πολύ μόρφωση που αν κάποια στιγμή ξεπεράσουν την παραίσθηση των κριτικών και σκέφτουν και τον κόσμο, θα έχουμε σπουδαίο κινηματογράφο».

Ο Κώστας Πρετεντέρης «έφυγε» στις 19 Δεκεμβρίου 1978, σε ηλικία μόλις 52 ετών. Ο πρόωρος θάνατός του στέρησε πολλά στο θέατρο και γενικότερα τα γράμματα και την τέχνη. Κι αυτό αποδεικνύεται από τα έργα του, που παραμένουν αναλλοίωτα στον χρόνο.
Ο χαμογελαστός κύριος με τα χοντρά μαύρα μυωπικά γυαλιά που μαζί με τη σύζυγό του και τη φίλη και γειτόνισσά τους Μάρω Κοντού, βάζανε στοίχημα ποιος θα πάει πρώτος στο γηροκομείο Αθηνών –ήταν απέναντι από τα σπίτια τους–, ήταν ένας δημιουργός μοναδικός. Και ένας ευγενής αστός, που δεν θαμπώθηκε από τη δόξα και την επιτυχία, αγαπητός στους φίλους και συνεργάτες του, που σαν γνήσιος Έλληνας, λάτρευε την πλάκα, όπως είχε πει ο ίδιος.
Χαρακτηριστική ιστορία από το παραπάνω, είναι πως από μια «πλάκα» προέκυψε ένα αξεπέραστο τραγούδι. Μιλάμε για τις «Χάντρες» που τόσο πολύ αντιπαθούσε στην πορεία της καριέρας του ο Δημήτρης Χορν. Συνθέτης του ήταν ο Μίμης Πλέσας. Αυτός μαζί με τον Πρετεντέρη, είχαν πει στο Χορν, ότι για να κυκλοφορήσει σε δίσκο το τραγούδι «Ποιος το ξέρει» (που το λάτρευε ο Χορν), έπρεπε να γραφτεί και έτερο τραγούδι, για να γεμίσουν τη δεύτερη πλευρά από το δισκάκι. Άρχισε να μουρμουρίζει τη μελωδία ο συνθέτης, σε χρόνο ρεκόρ έγραψε ο Πρετεντέρης τους στίχους και στην ουσία έπεισαν τον Χορν, ότι θα ήταν ένα τραγούδι για πλάκα. Και έτσι ηχογραφήθηκε.
Σπύρος Δευτεραίος
















