Ο Βυσσινόκηπος του Άντον Τσέχοφ γράφτηκε το 1903 και ανέβηκε πρώτη φορά στις 17 Ιανουαρίου 1904, από το Θέατρο Τέχνης της Μόσχας, σε σκηνοθεσία Κονσταντίν Στανισλάφσκι. Έξι μήνες, δηλαδή, πριν από τον θάνατο του συγγραφέα του. Το κύκνειο άσμα του, έγινε από τα πιο γνωστά έργα του και μάλιστα από πολλούς μετέπειτα μελετητές χαρακτηρίστηκε ως και προφητικό. Παρόλα αυτά λόγω διάρκειας, σκηνικών και πολλών ηθοποιών, δεν ανεβαίνει πολύ συχνά στις ελληνικές σκηνές.
Να όμως που φέτος, αυτή την άνοιξη, έχουμε δυο παραστάσεις. Και μάλιστα από τις δυο κρατικές μας σκηνές. Του Εθνικού Θεάτρου, στην Αθήνα και του ΚΘΒΕ στην Θεσσαλονίκη. Δυο διαφορετικές προσεγγίσεις που όχι μόνο έχουν συζητηθεί, αλλά και έχουν προσελκύσει μεγάλο αριθμό θεατών.
Η «παρανόηση» και η προφητεία
Η Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα επιστρέφει με την κόρη της Άνια, στο πατρικό της σπίτι στη Ρωσία, ύστερα από πέντε χρόνια. Οι σπατάλες, η κακοδιαχείριση και η αμέλεια τη βρίσκουν βουτηγμένη στα χρέη και αντιμέτωπη με τον πλειστηριασμό του σπιτιού της και του μεγάλου βυσσινόκηπου που το περιβάλλει. Μαζί με τον αδελφό της Γκάγιεφ, δείχνουν ανήμποροι να κάνουν την οποιαδήποτε κίνηση για να αποτρέψουν την πώληση. Καθηλωμένοι από την αναβλητικότητα και την αναποφασιστικότητά τους, στέκονται παρατηρητές μιας αναπόφευκτης εξέλιξης. Την ίδια ώρα ο Λοπάχιν, έμπορος και γιος ενός σκλάβου του πατέρα της Λιουμπόφ, είναι έτοιμος να αδράξει την ευκαιρία και να αγοράσει την ιδιοκτησία των παλιών αφεντικών του. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η ιστορία του Βυσσινόκηπου.
Δεν είναι λίγοι αυτοί που μίλησαν για προφητικό έργο, αφού ήταν σαν να ζωγράφιζε την Οκτωβριανή επανάσταση του 1917.
Συμβολικά ο βυσσινόκηπος θα μπορούσε να είναι η τσαρική Ρωσία που όμως οι «ιδιοκτήτες» της, δεν μπορούσαν να την κρατήσουν βιώσιμη και την ανέλαβαν οι νέοι ιδιοκτήτες τους, που ήταν παλιοί εργαζόμενοι των αριστοκρατών.

Ο Τσέχοφ ολοκλήρωσε με πολύ κόπο και πόνο τον Βυσσινόκηπο, καθώς ήταν πολύ άρρωστος. Και ενώ ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει το κύκνειο άσμα του ως κωμωδία, ο Στανισλάφσκι το ανέβασε ως δράμα, κάτι που στεναχώρησε τον συγγραφέα. Από τότε ανεβαίνει παγκοσμίως ως δράμα, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο Στανισλάφσκι, όταν διάβασε το έργο, έγραψε στον Τσέχοφ: «Έβαλα τα κλάματα διαβάζοντάς το και δεν μπορούσα να σταματήσω». Και ο συγγραφέας του απάντησε: «Το έργο μου δεν είναι δράμα, αλλά κωμωδία, στιγμές-στιγμές μάλιστα φάρσα». Ο Τσέχοφ πέθανε λίγους μήνες αργότερα, από φυματίωση.
Πάμε Θεσσαλονίκη

Ο Βυσσινόκηπος που ανέβηκε φέτος στο ΚΘΒΕ έχει γυναικεία υπογραφή, αφού το σκηνοθετεί η Αθανασία Καραγιαννοπούλου. Η ίδια το περιγράφει ως: «Ένας άντρας αγαπάει μια γυναίκα. Βάζει δύο στόχους: Να αποκτήσει απόλυτη δύναμη και να κατακτήσει τη γυναίκα. Τον ένα στόχο τον πετυχαίνει.
Αυτή είναι η ιστορία του Βυσσινόκηπου όπως την πρωτοδιάβασα. Μέσα στον –άλλοτε ακραία αστείο και άλλοτε λυπητερό– μύθο αυτό, μπλέκονται σχέσεις και δυναμικές που ισχυροποιούν ως σύμβολα τους ήρωες. Σύμβολα ενός κόσμου που πεθαίνει και ενός κόσμου που εισβάλλει και επιβάλλεται.»

Η μετάφραση ανήκει στον σπουδαίο Γεωργιανό ηθοποιό Δαβίδ Μαλτέζε, ενώ επί σκηνής του Βασιλικού θεάτρου της συμπρωτεύουσας, μεταξύ άλλων παίζουν οι Αντίνοος Αλμπάνης, Γιολάντα Μπαλαούρα, Βασίλης Ευταξόπουλος, Κώστας Σαντάς. Η ανταπόκριση του κόσμου είναι μεγάλη, συνεχίζοντας την καλή φετινή πορεία του ΚΘΒΕ.
Το εικαστικό μέρος της παράστασης, στο σύνολο των κριτικών ήταν από θετικό έως αποθεωτικό.
Από την άλλη η μεγάλη διάρκεια της παράστασης (γύρω στις 2,5 ώρες και κάποια επιμέρους θέματα με τη «χημεία» των ηθοποιών, μιλάνε για μια άνιση παράσταση. Όμως στο σύνολο των κριτικών το πρόσημο για την παράσταση είναι θετικό και ο κόσμος συρρέει.
Η Αθήνα διχάζεται

Όσο και αν ακούγεται παράδοξο, το φετινό ανέβασμα του Βυσσινόκηπου είναι μόλις το τρίτο στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου. Και ίσως το πιο ταραχώδες. Ο σκηνοθέτης Έκτορας Λυγίζος –που έχει έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους– το έχει παρουσιάσει σαν κωμωδία. Και μάλιστα σαν κωμωδία με πολύ ενισχυμένο το γκροτέσκ στοιχείο.
Αποτέλεσμα; Η θεατρική Αθήνα να έχει διχαστεί. Οι μισοί κάνουν λόγο –και γράφουν– τα καλύτερα, οι άλλοι μισοί τα χειρότερα.
Μόνο που και οι μεν και οι δεν κόβουν εισιτήριο. Κοινώς ο Βυσσινόκηπος του Εθνικού είναι από τις τελευταίες μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες της χειμερινής σεζόν που φτάνει σιγά-σιγά στο τέλος της. Για αυτό και πήρε και παράταση παραστάσεων και φτάνει μέχρι λίγο πριν από την επίσημη έναρξη του καλοκαιριού.
Όσον αφορά τους υπόλοιπους συντελεστές, τη μετάφραση υπογράφει η Χρύσα Προκοπάκη, ενώ στους ηθοποιούς που «αλωνίζουν» επί σκηνής βρίσκουμε τους: Αμαλία Μουτούση, Γιάννης Παπαδόπουλος, Σοφία Κόκαλη αλλά και η Ράνια Οικονομίδου σε διπλή διανομή με την Υβόνη Μαλτέζου. Τέλος το εντυπωσιακό σκηνικό είναι της Μυρτώ Λάμπρου.
Παλιά στο Εθνικό
Στις 10 Ιανουαρίου 1969 ανεβαίνει για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο, ο Βυσσινόκηπος σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη, μετάφραση Λυκούργου Καλέργη και σκηνικά-κοστούμια Γιώργου Βακαλού. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ήταν μεταξύ άλλων: Ελένη Χατζηαργύρη, Νάσος Κεδράκας , Όλγα Τουρνάκη αλλά και η Ράνια Οικονομίδου που την συναντάμε και στη φετινή διανομή. Στο ρόλο της Λιουμπόβ Αντρέγεβνα ήταν η Μαίρη Αρώνη που σύμφωνα με τους κριτικούς της εποχής ήταν τόσο καλή που ο Χάρης Πετρόπουλος τη χαρακτήρισε «ευπρόσωπον ιέρεια της τέχνης».

Το 1985 ανεβαίνει ξανά στο Εθνικό, αυτή τη φορά σε σκηνοθεσία Γιώργου Μιχαηλίδη με πρωταγωνιστές μεταξύ άλλων τους: Αντιγόνη Βαλάκου, Νικήτα Τσακίρογλου, Χρήστο Καλαβρούζο και Μιράντα Ζαφειροπούλου. Διαβάζοντας την κριτική του θρυλικού Θόδωρου Κρητικού (που ήταν ονομαστός κυρίως στις δεκαετίες ’80 και ’90) διαπιστώνουμε ότι και εδώ υπάρχει το πρόβλημα ότι ενώ ο Τσέχοφ το είχε γράψει σαν κωμωδία και εδώ ανέβηκε σαν δράμα. Και δη υπερβολικό και «παλαιάς κοπής». Όπως αναφέρει μεταξύ άλλων: «Τελικά, η παράσταση αναγκάζεται να αναζητήσει ποιητικό άλλοθι στην ωραιοπάθεια των κατάλευκων σκηνικών και κοστουμιών της Ντένης Βαχλιώτη. Αλλά το κόλπο αυτό το κατέχουν ακόμη κι οι διαφημίσεις απορρυπαντικών στην τηλεόραση».

Από τον Κουν, στη Στέγη
Το 1945 ανέβηκε για πρώτη φορά ο Βυσσινόκηπος στη χώρα μας, από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, όπου έπαιζε και ο ίδιος. Ότι ακριβώς έκανε ο Λυκούργος Καλλέργης που υπέγραφε και την μετάφραση. Ανάμεσα στους ηθοποιούς που πρωταγωνιστούσαν στην παράσταση βρίσκουμε τους: Βασίλης Διαμαντόπουλος, Καίτη Λαμπροπούλου, Μαρία Φωκά, Γιάννης Γκιωνάκης και Σταύρος Ξενίδης. Η παράσταση είχε ανέβει στο «θέατρο Αλίκης» μετέπειτα Μουσούρη.

Μια δεκαετία μετά, το 1955, ο Κάρολος Κουν το ανεβάζει ξανά. Αυτή την φορά στη μόνιμη του θέση, δηλαδή στο υπόγειο του θεάτρου Τέχνης. Στους ηθοποιούς συναντάμε, μεταξύ άλλων τους: Δημήτρη Χατζημάρκο, Πέτρο Φυσσούν, Γιώργος Λαζάνης, Μαρία Κωνσταντάρου, Βέρα Ζαβιτσιάνου. Η μετάφραση παραμένει του Λυκούργου Καλλέργη.

23 Νοεμβρίου 1974. Η Έλλη Λαμπέτη βρίσκεται στο ΚΘΒΕ και εκείνη την ημέρα κάνει πρεμιέρα στον Βυσσινόκηπο. Σε σκηνοθεσία Μίνου Βολανάκη και μαζί με τους Δημήτρη Παπαμιχαήλ, Γιώργος Γεωγλερής, Ματίνα Καρρά και Πόπη Άλβα, η παράσταση γίνεται τεράστια επιτυχία.
Τόσο που με κάποιες αλλαγές μεταφέρεται την επόμενη σεζόν στην Αθήνα, στο θέατρο Διονύσια (σημερινό Χορν). Στην ουσία ήταν η παράσταση που σηματοδότησε τη στροφή της ηθοποιού σε άλλου είδους ρεπερτόριο, πιο κλασικό. Η ίδια μάλιστα σε τηλεοπτική της συνέντευξη είχε πει πως αισθανόταν πάντα σαν Τσεχοφική ηρωίδα. Επίσης και εδώ είναι η μετάφραση του Λυκούργου Καλλέργη.

1988 και η Τζένη Καρέζη με σκηνοθέτη τον Όλεγκ Εφραίμοφ αναμετριέται με τον ρόλο της Λιούμποβα. «Αν δεχτούμε ότι η Λιούμποβα είναι ρόλος ιλαροτραγικής διπλότητας, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η κα. Τζένη Καρέζη ευνόησε κατά προτίμηση τη δραματική πλευρά. Και ομολογουμένως η υποκριτική της εύνοια έδωσε ισχυρά τεκμήρια ευαισθησίας και πάθους στη μια ψυχική όψη, αφήνοντας ασχολίαστη την άλλη», ανέφερε η κριτική της εφημερίδας Καθημερινή. Η παράσταση γίνεται μεγάλη επιτυχία, όμως κατεβαίνει πιο νωρίς από ότι ήταν κανονισμένο, καθώς η μεγάλη ηθοποιός μετέβη στο Λονδίνο όπου διαπιστώθηκε το πρόβλημα υγείας που είχε.

Στην τελευταία παράσταση, ο κόσμος γέμισε ασφυκτικά το θέατρο, χωρίς να γνωρίζει τίποτα. «Ήταν το θέατρο κατάμεστο. Παντού κόσμος, ακόμα και στα σκαλάκια. Λες και ήξερε ο κόσμος, ότι θα διακόπταμε εκείνη τη μέρα. Και έγινε μια παράσταση εκείνο το βράδυ σαν να αποχαιρετούσε ο κόσμος τη Τζένη λες και ήξερε ότι κάτι συμβαίνει. Κανείς δεν το ήξερε. Ούτε καν οι συνάδελφοι είχαν πάρει είδηση. Κι όμως έγινε χαμός από συγκίνηση. Ένας πανζουρλισμός, που δεν είχε γίνει τις προηγούμενες ημέρες», ανέφερε ο Κώστας Καζάκος σε συνέντευξή του. Για την ιστορία, ο Βυσσινόκηπος ήταν η προτελευταία παράσταση της Καρέζη.

Το 1995 ο Βυσσινόκηπος στεγάζεται στην λεωφόρο Πατησίων στο νεοσύστατο τότε θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη». Η μετάφραση ήταν του Μάριου Πλωρίτη, η σκηνοθεσία του Γιούρι Λιούμπιμοφ, ενώ στον θίασο συναντάμε ονόματα όπως Γιάννης Φέρτης, Πέτρος Φυσσούν, Ζαχαρίας Ρόχας, Δάφνη Λαμπρόγιαννη, Μαρίνα Ψάλτη. Το καλοκαίρι η Κάτια Δανδουλάκη ανακοίνωσε πως την ερχόμενη σεζόν, δηλαδή το 2026-27, θα ξανανεβάσει το έργο του Τσέχοφ, αυτή την φορά σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου.

Λίγα χρόνια μετά και συγκεκριμένα το 2009, ο Βυσσινόκηπος ανεβαίνει στην Κυψέλη και συγκεκριμένα στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας. Ο Στάθης Λιβαθινός στήνει μια μεταμοντέρνα, για την εποχή, παράσταση με μπροστάρισα την Μπέτυ Αρβανίτη. «Ο Τσέχοφ είναι λίγο σαν τη φωτιά. Όσο περισσότερο τον πλησιάζεις τόσο μεγαλύτερο φόβο νιώθεις. Δέος»!, είχε πει σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης εκείνη την εποχή. Και συνέχισε απαντώντας στο ερώτημα αν το έργο είναι κωμωδία ή δράμα. «Στο θέμα αυτό σπάσανε τα μούτρα τους γενιές και γενιές σκηνοθετών. Πιθανόν κι εγώ να τα σπάσω… Εκείνο που πιστεύω είναι πως ο Τσέχοφ απλώς είναι αλληγορικός ως προς τους χαρακτηρισμούς των έργων του. Όταν λέει “κωμωδία” δεν εννοεί πως κωμωδία είναι το έργο. Κωμωδία είναι η ζωή. Του άρεσαν τα αινίγματα και οι αντίστροφες ματιές».
Στην παράσταση εκτός από την Μπέτυ Αρβανίτη, έπαιζαν οι Γιάννης Φέρτης, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Τζίνη Παπαδοπούλου, ενώ τα βραβευμένα σκηνικά και κοστούμια υπέγραφε η Ελένη Μανωλοπούλου.

Η παράσταση συζητήθηκε και είχε και τους υποστηρικτές του. Αλλά αυτό που συνέβη με το ανέβασμα του 2015, ακόμα και οι λιγοστές αρνητικές κριτικές ήταν χάδι.
Ο λόγος για το ανέβασμα του έργου σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου που έγινε στη «Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση» και δίχασε όσο καμία άλλη παράσταση εκείνη την σεζόν.

Μέσα σε 2,5 ώρες που διαρκούσε η παράσταση, εμφανίστηκε μεταξύ άλλων ο Μίκυ Μάους, ακούστηκαν λαϊκά, ηθοποιοί υποδύθηκαν ρόλους εντελώς αντίθετους από την ηλικία, ενίοτε και το φύλο τους και οι γνώμες ήταν ή του ύψους ή του βάθους. Λυδία Φωτοπούλου, Χρήστος Λούλης, Λένα Κιτσοπούλου, Άγγελος Παπαδημητρίου, ήταν μερικοί από τον πολυμελή θίασο, που 4 χρόνια αργότερα, το 2020 δηλαδή που λόγω covid-19 ανέβασαν στο διαδίκτυο την παράσταση διχάζοντας και πάλι.
Λίγα χρόνια πριν και συγκεκριμένα τη σεζόν 2012-13, το έργο ανέβηκε από το Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη. Επί σκηνής ήταν οι Μάκης Παπαδημητρίου, Μιχάλης Οικονόμου, Κατερίνα Λυπηρίδου, Σύρμω Κεκέ, Πέτρος Σπυρόπουλος, Όμηρος Πουλάκης. Εδώ οι κριτικές ήταν συγκρατημένες και όπως σημειώνει ο κριτικός Γιώργος Συρμής: «Ο Βυσσινόκηπος στο θέατρο του Νέου Κόσμου, προσπαθώντας να αναδείξει μια πιο κωμική, κοινωνική και μεταμοντέρνα διάσταση του έργου, ίσως να μην αναδεικνύει όλες τις διαστάσεις αυτού του έτσι κι αλλιώς ανοιχτού σε πολλές αναγνώσεις αριστουργήματος. Σκηνογραφικά και σκηνοθετικά δεν καταπλήσσει, αλλά σίγουρα είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα θεατρική πρόταση με ερμηνείες που είναι από καλές έως εξαιρετικές».

Τέλος το 2018, το έργο ανέβηκε στο θέατρο Χορν σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη και με μουσική του Μίνου Μάτσα. Η Θέμις Μπαζάκα υποδύθηκε την ξεπεσμένη αρχόντισσα και δίπλα της οι Κόρα Καρβούνη, Αθηνά Μαξίμου, Γιάννης Κότσιφας, Γεωργιάννα Νταλάρα. Η μετάφραση είχε γίνει από την ηθοποιό Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου και τα σκηνικά από την Αθανασία Σμαραγδή.

Έκτοτε πέρασαν 7 σεζόν και φέτος όπως είπαμε, είχαμε τον διπλό Βυσσινόκηπο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Και δεν τελειώνει εδώ, καθώς για τη επόμενη σεζόν καλώς εχόντων, θα έχουμε δυο ακόμα ανεβάσματα: Εκτός από την Κάτια Δανδουλάκη και ο Δημήτρης Τάρλοου ετοιμάζεται για τη δική του εκδοχή, με πρωταγωνίστρια, μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της, την Αλεξία Καλτσίκη. Το γιατί αφορά σήμερα ένα έργο του 1903 που ακόμα προσφέρεται για πειραματισμούς και νεωτερισμούς, το απαντά η σκηνοθέτης του φετινού ανεβάσματος του ΚΘΒΕ Αθανασἰα Καραγιαννοπούλου: «Τίποτα δεν έχει αλλάξει από το 1904. Και σήμερα είμαστε και απελπισμένοι δανειζόμενοι αλλά και παραγωγικοί δανειστές. Και ανήμποροι ρομαντικοί αλλά και ευφυείς καιροσκόποι. Είμαστε όλοι, όλα».
Σπύρος Δευτεραίος
















