Ουρές, συνωστισμός και εξαντλημένα αποθέματα για ένα ζευγάρι κάλτσες. Το νάιλον, που σήμερα συναντάμε σε αμέτρητα προϊόντα, υπήρξε κάποτε καταναλωτικό αντικείμενο πόθου.
Η δημόσια παρουσίασή του έγινε στις 27 Οκτωβρίου 1938, σε εκδήλωση της Herald Tribune στη Νέα Υόρκη.
Πίσω από τη νέα ίνα βρίσκονταν ο χημικός Γουάλας Κάροδερς και η ερευνητική ομάδα του στη DuPont, που είχαν πετύχει τη σύνθεσή της το 1935.
Ήδη το 1938 μικρές ποσότητες χρησιμοποιούνταν στις τρίχες οδοντόβουρτσας. Η εφαρμογή που θα την έκανε διάσημη όμως, ήταν οι γυναικείες κάλτσες: μια ελκυστική εναλλακτική στο ευαίσθητο μετάξι, με αντοχή και ελαστικότητα.
Οι πρώτες περιορισμένες πωλήσεις καλτσών έγιναν το 1939 στο Γουίλμινγκτον του Ντέλαγουερ. Η ζήτηση ήταν τέτοια ώστε τα διαθέσιμα ζευγάρια εξαντλήθηκαν μέσα σε τρεις ώρες.
Όταν άρχισε η πανεθνική διάθεσή τους στις ΗΠΑ, στις 15 Μαΐου 1940, πουλήθηκαν περίπου 800.000 ζευγάρια την πρώτη ημέρα. Μέχρι το 1941, το νάιλον είχε κατακτήσει περισσότερο από το 30% της αγοράς καλτσών.
Όταν οι κάλτσες παραχώρησαν τη θέση τους στα αλεξίπτωτα
Με την είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η παραγωγή στράφηκε στις στρατιωτικές ανάγκες. Το νάιλον χρησιμοποιήθηκε σε αλεξίπτωτα και σχοινιά, ενώ οι κάλτσες αποσύρθηκαν από την καταναλωτική αγορά το 1942.
Η έλλειψη γέννησε ευρηματικές λύσεις: γυναίκες χρωμάτιζαν τα πόδια τους με καλλυντικά και σχεδίαζαν μια γραμμή στο πίσω μέρος, μιμούμενες τη ραφή της κάλτσας.
Η μεταπολεμική επιστροφή τους προκάλεσε νέα φρενίτιδα. Σύμφωνα με το Hagley Museum and Library, στο Πίτσμπουργκ περίπου 40.000 άνθρωποι περίμεναν για μόλις 13.000 ζευγάρια. Ο Τύπος έφτασε να μιλά για «ταραχές του νάιλον».
Η ίνα που είχε ξεκινήσει από το εργαστήριο έγινε σύμβολο μιας εποχής στην οποία ακόμη και ένα καθημερινό αξεσουάρ μπορούσε να κινητοποιήσει ολόκληρα πλήθη.

















