Το χιόνι είχε μετατραπεί σε πάγο και οι άνδρες έπρεπε να κόβουν σκαλοπάτια για να συνεχίσουν. Είχαν ήδη αποτύχει δύο φορές. Στην τρίτη προσπάθεια όμως, έξι άνθρωποι έφτασαν στην κορυφή του Αραράτ, πραγματοποιώντας την πρώτη τεκμηριωμένη ανάβαση στο βουνό.
Ήταν 9 Οκτωβρίου 1829 – ή 27 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο που χρησιμοποιούσε τότε η Ρωσική Αυτοκρατορία.
Επικεφαλής ήταν ο φυσιοδίφης και καθηγητής Φρίντριχ Πάροτ, από το Πανεπιστήμιο του Ντόρπατ, το σημερινό Τάρτου της Εσθονίας. Μαζί του ανέβηκαν ο Αρμένιος διάκονος Χατσατούρ Αμποβιάν, δύο Αρμένιοι χωρικοί και δύο Ρώσοι στρατιώτες.
Το Αραράτ, που η παράδοση συνδέει με την Κιβωτό του Νώε, ήταν ένα βουνό φορτισμένο με θρησκευτικούς συμβολισμούς. Αλλά για την αποστολή η προσέγγιση της κορυφής, σε υψόμετρο άνω των 5.000 μέτρων, απαιτούσε επιμονή και αντοχή απέναντι στο κρύο, στην κακοκαιρία και στον πάγο.
Οι πρώτες απόπειρες είχαν ανακοπεί πριν από τον στόχο. Η τρίτη ολοκληρώθηκε με μια παραμονή περίπου 45 λεπτών στην κορυφή. Ο Αμποβιάν τοποθέτησε το σταυρό που είχε μεταφέρει και πήρε μαζί του πάγο ως ενθύμιο.
Η συνάντηση που άνοιξε έναν άλλο δρόμο
Η συνεργασία με τον Πάροτ αποδείχθηκε καθοριστική για τον νεαρό διάκονο. Ο καθηγητής αναγνώρισε τις δυνατότητές του και μεσολάβησε ώστε να σπουδάσει στο Ντόρπατ, όπου ο Αμποβιάν έμεινε από το 1830 έως το 1836.
Αργότερα θα αναδεικνυόταν σε μία από τις θεμελιώδεις μορφές της σύγχρονης αρμενικής λογοτεχνίας.
Η επιστημονική αποστολή στο Αραράτ συνδέθηκε έτσι και με μια σημαντική διαδρομή στην ιστορία των αρμενικών γραμμάτων.
Ο Πάροτ κατέγραψε το ταξίδι του σε βιβλίο, γνωστό στην αγγλική του έκδοση ως Journey to Ararat. Στις σελίδες του διασώθηκε η περιγραφή μιας ανάβασης που χρειάστηκε τρεις προσπάθειες για να περάσει στην ιστορία.

















