Σε εξέλιξη βρίσκεται η περίοδος του αντιγριπικού εμβολιασμού ενόψει της εποχικής έξαρσης της γρίπης, με τις υγειονομικές Αρχές να δίνουν έμφαση στην έγκαιρη προστασία των ομάδων που διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο σοβαρών επιπλοκών.
Η γρίπη αναμένεται και φέτος να κυκλοφορήσει παράλληλα με τον SARS-CoV-2, γεγονός που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την πρόληψη, κυρίως για ηλικιωμένους, άτομα με χρόνια προβλήματα υγείας και άλλες ευάλωτες ομάδες.
Σύμφωνα με τις οδηγίες των ειδικών, ο αντιγριπικός εμβολιασμός είναι προτιμότερο να πραγματοποιείται από τα μέσα Οκτωβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου, ώστε να έχει προλάβει να αναπτυχθεί η ανοσία πριν από την έντονη κυκλοφορία του ιού. Ωστόσο, ο εμβολιασμός μπορεί να γίνει καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία καταγράφεται εποχική έξαρση της γρίπης.
Ποιοι πρέπει να εμβολιαστούν κατά προτεραιότητα
Στις ομάδες για τις οποίες συστήνεται κατά προτεραιότητα ο εμβολιασμός περιλαμβάνονται:
- Άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω.
- Βρέφη και παιδιά ηλικίας από 6 μηνών έως 5 ετών.
- Παιδιά και ενήλικες με χρόνια νοσήματα, όπως αναπνευστικές και καρδιαγγειακές παθήσεις, σακχαρώδη διαβήτη, νεφροπάθειες και καταστάσεις ανοσοκαταστολής.
- Έγκυες, ανεξάρτητα από την εβδομάδα κύησης, καθώς και λεχώνες και θηλάζουσες.
- Άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία.
- Άτομα που φροντίζουν ή συγκατοικούν με βρέφη κάτω των 6 μηνών ή με ανθρώπους που αντιμετωπίζουν υποκείμενα νοσήματα.
- Υγειονομικοί και εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας.
- Άτομα που διαμένουν ή εργάζονται σε μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων, ιδρύματα χρονίως πασχόντων, κλειστές δομές και κέντρα φιλοξενίας.
- Επαγγελματίες που έρχονται συστηματικά σε επαφή με πτηνά ή χοίρους, όπως κτηνίατροι, πτηνοτρόφοι και χοιροτρόφοι.
Μία δόση κάθε χρόνο
Για τους περισσότερους ανθρώπους απαιτείται μία δόση αντιγριπικού εμβολίου ετησίως. Εξαίρεση αποτελούν τα παιδιά κάτω των 9 ετών που εμβολιάζονται για πρώτη φορά, καθώς χρειάζονται δύο δόσεις με μεσοδιάστημα τουλάχιστον τεσσάρων εβδομάδων.
Το αντιγριπικό εμβόλιο μπορεί να χορηγηθεί την ίδια ημέρα με το εμβόλιο κατά του κορονοϊού, σε διαφορετικό σημείο του σώματος. Μπορεί επίσης να γίνει οποιαδήποτε άλλη ημέρα, χωρίς να απαιτείται συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο εμβολιασμών.
Σε περίπτωση που κάποιος εμφανίζει συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού, ο εμβολιασμός θα πρέπει να αναβάλλεται μέχρι την υποχώρησή τους. Αντίθετα, ασυμπτωματικά άτομα με αρνητικό τεστ για COVID-19 μπορούν να εμβολιαστούν κανονικά.
Κάθε αντιγριπικός εμβολιασμός καταγράφεται υποχρεωτικά στο Εθνικό Μητρώο Εμβολιασμών από τον γιατρό που τον συνταγογραφεί ή τον πραγματοποιεί, καθώς και από τον φαρμακοποιό όταν ο εμβολιασμός γίνεται στο φαρμακείο.
Παράλληλα με τον εμβολιασμό, οι ειδικοί συστήνουν την τήρηση βασικών μέτρων προστασίας, όπως το συχνό πλύσιμο των χεριών και την απομόνωση όταν εμφανίζονται συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού. Για τα άτομα που ανήκουν στις ομάδες αυξημένου κινδύνου, η σύσταση είναι να απευθύνονται έγκαιρα στον γιατρό ή στον φαρμακοποιό τους για τον προγραμματισμό του εμβολιασμού.
«Ο αντιγριπικός εμβολιασμός δεν είναι απλώς μια συνήθεια κάθε φθινόπωρο. Είναι μια πράξη φροντίδας. Είναι το πιο απλό και αποτελεσματικό μέτρο προστασίας που έχουμε στα χέρια μας Όταν εμβολιαζόμαστε, προστατεύουμε τον εαυτό μας, αλλά και τους ηλικιωμένους μας, τις έγκυες γυναίκες, τα μικρά παιδιά και τους συμπολίτες μας με χρόνια νοσήματα», αναφέρει η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη, καλώντας τους πολίτες να μην καθυστερήσουν τον εμβολιασμό τους.

















