Στις 25 Σεπτεμβρίου 1910, η επιδημία χολέρας στην Τραπεζούντα φτάνει στο αποκορύφωμά της. Εκείνη την ημέρα καταγράφονται τα περισσότερα κρούσματα και οι περισσότεροι θάνατοι, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόξενο της πόλης, Τζούετ. Η επίσημη καταγραφή είχε αρχίσει μόλις εννέα ημέρες νωρίτερα.
Μέχρι τον Δεκέμβριο, ο απολογισμός θα έφτανε τα 673 κρούσματα και τους 352 θανάτους.
Οι αριθμοί είναι σήμερα γνωστοί χάρη στις σελίδες των αμερικανικών Public Health Reports. Μια προγενέστερη έκθεση του ίδιου προξένου δίνει και την εικόνα πίσω από αυτούς: τα μικρά πλοία που ξέφευγαν από τους ελέγχους, τα υπερπλήρη σπίτια, τη φυλακή όπου εξαπλώθηκε η νόσος και τα μέτρα που δοκιμάστηκαν στους δρόμους της Τραπεζούντας.

Το πλοιάριο από το Σοχούμ
Το καλοκαίρι του 1910, η χολέρα είχε εμφανιστεί στη Ρωσία, με την οποία η Τραπεζούντα επικοινωνούσε διαρκώς διά θαλάσσης και ξηράς. Οι αφίξεις από ρωσικά λιμάνια υποβάλλονταν σε υγειονομικό έλεγχο, ενώ τον Ιούλιο επιβλήθηκε πενθήμερη καραντίνα στη Σινώπη. Η επιτήρηση, όμως, δεν κάλυπτε όλα τα μικρά ιστιοφόρα που αποβίβαζαν επιβάτες στις ακτές.
Στις 28 Ιουλίου, ένα τέτοιο πλοιάριο έφτασε από το Σοχούμ με ύποπτο περιστατικό χολέρας – τέθηκε σε καραντίνα στα Σούρμενα.
Ο ασθενής πέθανε και, περίπου μία εβδομάδα αργότερα, υπήρξαν ακόμα πέντε κρούσματα, όλοι επιβάτες. Η προξενική έκθεση καταγράφει το συμβάν, χωρίς να αποδεικνύει ότι από αυτό το πλοίο ξεκίνησε η επιδημία μέσα στην πόλη.
Η παρουσία της χολέρας στην Τραπεζούντα αναφέρθηκε επίσημα στις 16 Σεπτεμβρίου. Την επόμενη ημέρα καταγράφηκαν έξι ύποπτα κρούσματα και ένας θάνατος.
Δεν είχε γίνει βακτηριολογική επιβεβαίωση για αυτά τα πρώτα περιστατικά· οι γιατροί αναγνώρισαν τη νόσο από την κλινική εικόνα. Στις 25 Σεπτεμβρίου, τα νέα κρούσματα και οι θάνατοι έφτασαν στο υψηλότερο ημερήσιο επίπεδό τους.
Στα σπίτια και στη φυλακή
Ο Αμερικανός πρόξενος υπολόγιζε τον πληθυσμό της Τραπεζούντας σε περίπου 55.000 κατοίκους.
Περιέγραφε μια πυκνοκατοικημένη πόλη χωρίς σύγχρονο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης. Στα σπίτια όπου εμφανίζονταν πολλά περιστατικά, σημείωνε συνωστισμό, κακή κατασκευή και ανοιχτούς βόθρους.
Η χολέρα έφτασε και στη φυλακή, όπου κρατούνταν περίπου 600 άνθρωποι. Εκεί αναφέρθηκαν 48 κρούσματα· κατά την προξενική έκθεση, η εξάπλωση περιορίστηκε μέσα σε δύο εβδομάδες.
Οι Αρχές τοποθέτησαν φρουρούς έξω από σπίτια ασθενών και προχώρησαν σε μερικές απολυμάνσεις.
Λήφθηκαν προφυλάξεις για τις ταφές, απαγορεύτηκε η δημόσια πώληση φρούτων, οι κάτοικοι κλήθηκαν να βράζουν το νερό τους και έγινε προσπάθεια καθαρισμού των δρόμων. Ο πρόξενος σημείωνε πάντως ότι δεν είχε διαπιστωθεί εκτεταμένη μόλυνση της κοινής παροχής νερού.
Δεν προκύπτει, επομένως, από την έκθεσή του μία συγκεκριμένη κρήνη ή πηγή ως εστία της επιδημίας.
Το φαρμακείο που έμενε ανοιχτό τη νύχτα
Μια άλλη πηγή φωτίζει την αντίδραση των ανθρώπων της πόλης. Στο φύλλο της 28ης Οκτωβρίου 1910 της τραπεζούντιας ιατρικής εφημερίδας Hekim δημοσιεύτηκε ανακοίνωση ότι το φαρμακείο «Σιφά», στο Ορτάχισαρ, θα έμενε ανοιχτό τις νύχτες λόγω της χολέρας. Εκεί θα βρισκόταν εφημερεύων γιατρός, έτοιμος να επισκεφθεί ασθενή. Η ανακοίνωση καλούσε όποιον μάθαινε για άρρωστο στη γειτονιά του να ειδοποιήσει αμέσως το φαρμακείο.
Τον Νοέμβριο καταγράφεται και μια ευρύτερη πρωτοβουλία για τη βοήθεια των απόρων.
Γιατροί που εργάζονταν μόνιμα ή προσωρινά στην Τραπεζούντα συνέταξαν προτάσεις για την αντιμετώπιση της επιδημίας. Ανάμεσά τους ήταν ο δημοτικός γιατρός Γιάνκο Παπαδόπουλο, ο Λεόν Αρσλανιάν, ο Αμπντουλκερίμ Εφέντη και άλλοι συνάδελφοί τους.
Στις προτάσεις περιλαμβανόταν η δημιουργία εταιρείας αρωγής, με σκοπό να κινητοποιηθούν και οι εύποροι κάτοικοι υπέρ των φτωχότερων. Η πηγή τεκμηριώνει την πρόταση ίδρυσής της· δεν αρκεί για να πούμε ότι η εταιρεία λειτούργησε τελικά.
Η συμμετοχή γιατρών από διαφορετικές κοινότητες είναι ένα στοιχείο της ιστορίας που εύκολα χάνεται πίσω από τον τελικό αριθμό των θυμάτων. Η επιδημία αφορούσε ολόκληρη την Τραπεζούντα, μαζί και την ελληνική κοινότητά της. Οι προξενικές εκθέσεις, ωστόσο, δεν κατανέμουν τους θανάτους ανά κοινότητα.
Μετά την κορύφωση της 25ης Σεπτεμβρίου, οι ημερήσιες καταγραφές υποχώρησαν και μηδενίστηκαν στις 20 Οκτωβρίου. Ακολούθησε νέα, ηπιότερη έξαρση. Όταν έκλεισε η επίσημη καταμέτρηση στις 16 Δεκεμβρίου, οι αναφορές έφταναν τα 673 κρούσματα και τους 352 θανάτους.

















