«Πάμε στη Σμύρνη. Κι εκεί δεν αφήνουν». Η Αγγελική Χατζηιωαννίδου από το Χριστιάνκιοϊ της Μερσίνας περιέγραψε έτσι, στη μαρτυρία της το 1965, ένα από τα αδιέξοδα της φυγής από την Κιλικία. Η Σμύρνη βρισκόταν ακόμη υπό ελληνική διοίκηση.
Στις 20 Οκτωβρίου 1921, η Γαλλία υπέγραφε στην Άγκυρα συμφωνία με την κυβέρνηση του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος. Η αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων από την Κιλικία θα άλλαζε τις συνθήκες του πολέμου στη Μικρά Ασία και τη ζωή των χριστιανικών πληθυσμών της περιοχής. Σήμερα συμπληρώνονται 105 χρόνια από εκείνη την υπογραφή.

Πίσω από τη διπλωματική ημερομηνία βρίσκεται μια ιστορία ανθρώπων που έπρεπε να αποφασίσουν αν θα έμεναν στα σπίτια τους, εμπιστευόμενοι τις διαβεβαιώσεις των κυβερνήσεων, ή αν θα έφευγαν χωρίς εξασφαλισμένο προορισμό.
Η απόφαση να εγκαταλείψουν την Κιλικία δεν τους εξασφάλιζε θέση σε πλοίο. Η επιβίβαση από την άλλη, δεν τους εξασφάλιζε δικαίωμα αποβίβασης.
Στην Ανατολική Μεσόγειο του 1921, η απόσταση ανάμεσα στη σωτηρία και στην επιστροφή στον κίνδυνο μπορούσε να κριθεί σε μια λιμενική αρχή.
Η επιστροφή που κράτησε ελάχιστα
Για πολλούς Αρμένιους της Κιλικίας, η προσφυγιά του 1921 ήταν μια επανάληψη. Είχαν επιζήσει από τη Γενοκτονία και τις εκτοπίσεις του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, είχαν βρεθεί σε καταυλισμούς στη Συρία και στην Παλαιστίνη και, μετά την ανακωχή, είχαν ενθαρρυνθεί να επιστρέψουν.
Στις αρχές του 1919 οργανώθηκε στο Χαλέπι γαλλική υπηρεσία επαναπατρισμού. Η επιστροφή στα σπίτια συνδεόταν με την προσδοκία ότι η συμμαχική παρουσία θα προσέφερε προστασία. Μαζί της άρχιζε η προσπάθεια να ξαναλειτουργήσουν κοινότητες: σχολεία, ορφανοτροφεία και ιατρεία, διανομή ρούχων, δάνεια σε οικογένειες και βοήθεια σε αγρότες.
Η Αρμενική Γενική Ένωση Αγαθοεργίας, η AGBU, μετέφερε πρόσφυγες και παιδιά από το Πορτ Σάιντ στη Μερσίνα. Οι μετακινήσεις αυτές είχαν κατεύθυνση προς την πατρίδα· στα σχέδια των οργανώσεων η αποκατάσταση είχε ήδη αρχίσει.
Όμως οι συγκρούσεις και οι νέες σφαγές του 1920, στο Μαράς, στο Χατζίν και αλλού, υπονόμευσαν αυτή την προσδοκία. Στο Χατζίν σκοτώθηκαν και παιδιά του ορφανοτροφείου της οργάνωσης. Το φθινόπωρο του 1921, άνθρωποι που μόλις είχαν επιχειρήσει να εγκατασταθούν ξανά στην Κιλικία ετοιμάζονταν να την εγκαταλείψουν. Οι εγκαταστάσεις περίθαλψης έπρεπε να αναζητήσουν και αυτές ασφαλέστερο τόπο.
Γιατί το Παρίσι ήθελε να φύγει
Η Γαλλία έβγαινε από τον Μεγάλο Πόλεμο με τεράστιες απώλειες και οικονομική εξάντληση. Η κατοχή στην Κιλικία την είχε εμπλέξει σε έναν ακόμη πόλεμο, ενώ αντιμετώπιζε παράλληλα αντίσταση στη Συρία.
Η διατήρηση στρατευμάτων απαιτούσε χρήματα, εφόδια και ανθρώπους που η γαλλική κοινωνία ήθελε να δει να επιστρέφουν.
Η κυβέρνηση του Αριστίντ Μπριάν αναζητούσε συνεννόηση με τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο Ανρί Φρανκλέν-Μπουγιόν ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις, μέσα σε συνθήκες αυξανόμενης απόκλισης από τη βρετανική πολιτική. Οι νικητές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου είχαν πλέον διαφορετικές επιδιώξεις στην περιοχή.
Η γαλλική ηγεσία προσδοκούσε ότι η αποχώρηση θα επέτρεπε να αποκατασταθούν πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με την αναδυόμενη τουρκική εξουσία. Στις διαπραγματεύσεις είχαν θέση οι σιδηρόδρομοι, οι επιχειρηματικές παραχωρήσεις και η γαλλική επιρροή στην Ανατολή.

Η ιστορικός Ορόρ Μπρουνά επισημαίνει και την υποδοχή της συμφωνίας στη Γαλλία: μεγάλο μέρος του Τύπου την αντιμετώπισε θετικά, ενώ η επιθυμία για επιστροφή των στρατιωτών περιόριζε τη διάθεση συνέχισης της εμπλοκής. Για το Παρίσι, το τέλος των εχθροπραξιών αποτελούσε πολιτική επιτυχία. Στην Κιλικία, η αποχώρηση των ίδιων στρατευμάτων δημιουργούσε ένα επείγον ζήτημα επιβίωσης.
Τι υποσχόταν η συμφωνία
Στις 20 Οκτωβρίου υπέγραψαν ο Φρανκλέν-Μπουγιόν και ο Γιουσούφ Κεμάλ μπέης, υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Άγκυρας.
Το πρώτο άρθρο τερμάτιζε την κατάσταση πολέμου. Το τρίτο όριζε προθεσμία έως δύο μήνες για την αποχώρηση των στρατευμάτων εκατέρωθεν της συμφωνημένης γραμμής. Μικτή επιτροπή θα καθόριζε τις λεπτομέρειες της εκκένωσης και της παράδοσης.
Υπήρχαν επίσης προβλέψεις που αφορούσαν άμεσα τους κατοίκους: πλήρης αμνηστία στις περιοχές που εκκενώνονταν και επιβεβαίωση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων από την κυβέρνηση της Άγκυρας.
Το κείμενο δεν διέταζε ανταλλαγή πληθυσμών. Προέβλεπε αποχώρηση στρατευμάτων και αλλαγή διοίκησης, με διαβεβαιώσεις για όσους θα παρέμεναν.
Αυτό ακριβώς έκανε τόσο κρίσιμο το ερώτημα της εμπιστοσύνης. Η ασφάλεια των κοινοτήτων θα εξαρτιόταν πλέον από την εφαρμογή των υποσχέσεων της εξουσίας που αναλάμβανε. Η γαλλική στρατιωτική παρουσία, στην οποία είχαν στηρίξει τις προσδοκίες τους, έληγε μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία.

Τον Νοέμβριο ακολούθησαν διακηρύξεις, συναντήσεις με κοινοτικούς εκπροσώπους και εκκλήσεις να μείνουν οι κάτοικοι στις εστίες τους. Ο Μουσταφά Κεμάλ επαναλάμβανε την υπόσχεση αμνηστίας και ίσης απονομής δικαιοσύνης, ανεξαρτήτως φυλής ή θρησκείας.
Στις 28 Νοεμβρίου, κοινή διακήρυξη Γάλλων και Τούρκων εκπροσώπων απέδιδε την αναστάτωση σε οργανωμένη εκστρατεία αντιπάλων της ειρήνης. Οι κυβερνήσεις, διαβεβαίωνε, είχαν δεσμευτεί να σεβαστούν τις εγγυήσεις.
Οι αρμενικές ηγεσίες ζητούσαν συγκεκριμένα μέσα προστασίας. Σε επιστολή της 5ης Νοεμβρίου προς τον Μπριάν, η αρμενική αντιπροσωπεία επισήμαινε ότι ακόμη και η προηγούμενη πρόβλεψη για μικτή χωροφυλακή με γαλλική συνδρομή είχε εγκαταλειφθεί.
Στις 14 Νοεμβρίου, οι επικεφαλής των τριών αρμενικών θρησκευτικών κοινοτήτων ανακοίνωναν ότι οι συγκεντρωμένοι στην περιοχή Αρμένιοι είχαν αποφασίσει να μεταναστεύσουν ξανά. Ζητούσαν είτε αποτελεσματική προστασία είτε ασφαλές καταφύγιο και μέσα μεταφοράς.
Η Γενοκτονία του 1915 παρέμενε πρόσφατο βίωμα. Οι διαβεβαιώσεις που δίνονταν το 1921 έπρεπε να αναμετρηθούν με την εμπειρία ανθρώπων οι οποίοι είχαν ήδη χάσει οικογένειες και τόπους ζωής.
Στη Σμύρνη η πόρτα δεν άνοιγε
Οι Έλληνες της περιοχής αναζητούσαν επίσης διέξοδο. Ο Αριστείδης Στεργιάδης υπολόγιζε σε περίπου 40.000 τους Έλληνες στα Άδανα, στην Ταρσό, στη Μερσίνα και στο Τζεϊχάν που ήταν πιθανό να χρειάζονταν απομάκρυνση.
Σε τηλεγράφημα της 29ης Οκτωβρίου 1921, ο ύπατος αρμοστής απέρριπτε την υποδοχή τους στη Σμύρνη, επικαλούμενος έλλειψη στέγης, εργασίας και πόρων, καθώς και φόβους για τη δημόσια τάξη. Προστέθηκαν ανησυχίες για την ευλογιά.
Τρία ελληνικά μεταγωγικά στάλθηκαν στη Μερσίνα. Η Κύπρος όμως επέτρεψε την είσοδο μόνο Κυπρίων, επικαλούμενη αδυναμία υποδοχής όλων στο λοιμοκαθαρτήριο. Ύστερα και από γαλλική άρνηση προσωρινής υποδοχής στη Συρία, οι συγκεκριμένοι πρόσφυγες μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα.

Η διαδρομή τους δείχνει πόσα διαφορετικά εμπόδια μπορούσαν να μεσολαβήσουν ανάμεσα στην αναχώρηση και στην εγκατάσταση. Κάθε επόμενος σταθμός απαιτούσε νέα άδεια, διαθέσιμο χώρο και μια αρχή πρόθυμη να αναλάβει την ευθύνη.
Το πλοίο που οι επιβάτες του αρνήθηκαν να γυρίσει
Ένα άλλο επεισόδιο αποτυπώνει πόσο αποφασισμένοι ήταν οι πρόσφυγες να εμποδίσουν την επιστροφή τους.
Το «Pomone», ένα παλιό και υπερφορτωμένο φορτηγό, έφτασε έξω από την Αλεξάνδρεια με 345 Αρμένιους. Οι βρετανικές Αρχές αρνήθηκαν την είσοδο στην Αίγυπτο. Το πλοίο δεν διέθετε επαρκή σωστικά μέσα και οι συνθήκες μεταφοράς ήταν ακατάλληλες.
Οι επιβάτες κατέλαβαν το πλοίο. Αρνήθηκαν να επιστρέψουν στην Κιλικία και απαίτησαν να μεταφερθούν στον Λίβανο και στη Συρία.
Στις 4 Δεκεμβρίου 1921, το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών έδωσε εντολή να γίνουν δεκτοί στα εδάφη υπό γαλλική εντολή. Ακολούθησε το άνοιγμα της Συρίας και του Λιβάνου στους πρόσφυγες που περίμεναν στη Μερσίνα και στο Ντορτγιόλ.
Η απόφαση για οργανωμένη εκκένωση διαμορφώθηκε μόλις στα μέσα Δεκεμβρίου. Στις 14 του μήνα ο Μπριάν ενέκρινε σχετικό σχέδιο. Η επιχείρηση που ακολούθησε ήταν βιαστική και απρογραμμάτιστη.
Η έρευνα του ιστορικού Μπέντζαμιν Τόμας Γουάιτ αναδεικνύει εδώ το ρόλο των ίδιων των προσφύγων: η επιμονή τους να φύγουν, η συγκέντρωσή τους στα σημεία αναχώρησης και η άρνησή τους να επιστρέψουν πίεσαν τη Γαλλία να αναλάβει την απομάκρυνσή τους.
Οι ειδήσεις από την Κιλικία και τον Πόντο έφταναν μαζί
Στις 7 Νοεμβρίου 1921, η τύχη των χριστιανών της Κιλικίας συζητήθηκε στη βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων μαζί με τις διώξεις στον Πόντο.
Ο βουλευτής Τ. Π. Ο’Κόνορ έθεσε ερώτηση για εκτελέσεις Ελλήνων και Αρμενίων στη Σαμψούντα και στην Πάφρα και για τις βιαιοπραγίες στη Μερζιφούντα. Στην ίδια παρέμβαση ζητούσε να μάθει πώς θα προστατεύονταν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι της Κιλικίας μετά τη γαλλική αποχώρηση.
Η βρετανική κυβέρνηση παρέπεμπε στην ιδιαίτερη γαλλική ευθύνη για την περιοχή και στις συνομιλίες που βρίσκονταν σε εξέλιξη με το Παρίσι.
Οι βουλευτές ζητούσαν συζήτηση, δημοσιοποίηση των όρων και απαντήσεις για τις εγγυήσεις. Η κυβέρνηση ζητούσε χρόνο και διπλωματική επιφύλαξη.
Προς το τέλος της ανταλλαγής, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι ο σκοπός της βρετανικής πολιτικής παρέμενε ο ίδιος. Παραδέχτηκε όμως ότι η δυνατότητα υλοποίησής του αποτελούσε διαφορετικό, ανοιχτό ερώτημα.
Οι διακηρύξεις προστασίας και η δυνατότητα παρέμβασης είχαν πλέον απομακρυνθεί επικίνδυνα μεταξύ τους.
Στις 19 Δεκεμβρίου, η συζήτηση επέστρεψε στις υποσχέσεις των Συμμάχων. Ο λόρδος Ρόμπερτ Σέσιλ και ο Άρθουρ Ουίλιαμς υπογράμμισαν ότι οι Αρμένιοι είχαν στηρίξει τη συμμαχική υπόθεση και είχαν ενθαρρυνθεί να εγκατασταθούν στην Κιλικία με την προσδοκία προστασίας.
Ο Ουίλιαμς διάβασε επιστολή του βρετανικού υπουργείου Πολέμου, του Μαρτίου 1920, που περιέγραφε τον σχεδιασμό επιστροφής Αρμενίων σε περιοχή υπό γαλλική προστασία. Η παρουσία τους εκεί συνδεόταν, συνεπώς, με προηγούμενες συμμαχικές αποφάσεις.
Απέναντι σε αυτή την επιχειρηματολογία ακούστηκε και η ερώτηση ποιος θα πλήρωνε την περίθαλψη. Ο βουλευτής Τζ. Ντ. Ρις επικαλέστηκε το βάρος για τον Βρετανό φορολογούμενο και αμφισβήτησε τη συνέχιση των δαπανών.
Στα πρακτικά της ίδιας συνεδρίασης συνυπάρχουν η ευθύνη για τις υποσχέσεις, η αξιοπιστία της Βρετανίας και ο λογαριασμός της διάσωσης. Ενώ οι πρόσφυγες αναζητούσαν τόπο αποβίβασης, στο Λονδίνο συζητούσαν ποια ακριβώς υποχρέωση είχε δημιουργήσει η προηγούμενη πολιτική.
Η αποχώρηση που επηρέασε και το ελληνικό μέτωπο
Η Συμφωνία της Άγκυρας είχε συνέπειες και πέρα από την Κιλικία. Η γαλλοτουρκική προσέγγιση βάθαινε τις ρωγμές μέσα στην Αντάντ και ενίσχυε τη θέση του κεμαλικού κινήματος.
Η λήξη του νότιου μετώπου επέτρεπε στην Άγκυρα να ενισχύσει τις δυνάμεις που πολεμούσαν τον ελληνικό στρατό. Το γαλλικό πολεμικό υλικό που παρέμεινε στην περιοχή συνέβαλε επίσης στη μεταβολή του συσχετισμού.
Ο ιστορικός Γιάννης Μουρέλος αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην απελευθέρωση τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων, επισημαίνοντας παράλληλα ότι ο ρόλος του εγκαταλειμμένου υλικού στην ευρύτερη κούρσα εξοπλισμών ήταν δευτερεύων. Η διάκριση έχει σημασία για την κατανόηση του πολέμου: η συμφωνία επηρέασε τις συνθήκες στις οποίες συνέχιζε να πολεμά η Ελλάδα.
Η Κιλικία αποτελούσε έτσι έναν κρίκο ανάμεσα στη διπλωματική μετατόπιση των Συμμάχων, στη στρατιωτική ενίσχυση της Άγκυρας και στην έξοδο των χριστιανικών κοινοτήτων.
Όταν η φυγή απέκτησε οριστικό χαρακτήρα
Η υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών συμφωνήθηκε αργότερα, στις 30 Ιανουαρίου 1923. Η σχετική σύμβαση περιέλαβε και όσους είχαν ήδη εγκαταλείψει τις περιοχές που υπάγονταν στην ανταλλαγή από τις 18 Οκτωβρίου 1912.
Έτσι, η φυγή που είχε προηγηθεί εντάχθηκε εκ των υστέρων στο νέο καθεστώς.
Το πρώτο άρθρο απαγόρευε στους ανταλλάξιμους την επιστροφή για εγκατάσταση χωρίς άδεια της αντίστοιχης κυβέρνησης. Η προσωρινότητα της αναχώρησης έχανε και το νομικό της έρεισμα.
Για τους ορθόδοξους πρόσφυγες της Κιλικίας που υπάγονταν στη σύμβαση, η ανταλλαγή επισφράγιζε μια απώλεια που είχε ήδη συντελεστεί. Είχαν φύγει πριν συμφωνηθεί ο υποχρεωτικός αποχωρισμός. Τώρα το δικαίωμα να ξαναστήσουν τη ζωή τους στον τόπο τους περνούσε μέσα από την άδεια του κράτους που είχαν εγκαταλείψει.
Στη μαρτυρία της Αγγελικής Χατζηιωαννίδου, η ανάμνηση της άρνησης στη Σμύρνη ακολουθείται από μια σκληρή εκ των υστέρων αποτίμηση: «Καλύτερα. Γιατί έναν χρόνο μετά χάλασε η Σμύρνη».

















