Ψάχνοντας κανείς τα βιβλία που κατάφεραν να ολοκληρώσουν το «τρίγωνο» της μεταφοράς στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ανακαλύπτει μόλις πέντε ελληνικά έργα και ένα «εισαγόμενο».
Το «εισαγόμενο» είναι η Θεατρίνα του Σόμερσετ Μομ, η οποία στη χώρα μας θεωρείται προσωπικός θρίαμβος της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Με την ίδια στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ανέβηκε το 1972 στο θέατρο, μεταφέρθηκε το 1977 στην τηλεόραση ως σειρά, ενώ το 1980 σηματοδότησε την κινηματογραφική της επιστροφή με την ταινία Πονηρό θηλυκό, κατεργάρα γυναίκα – παρά το γεγονός ότι δεν δηλωνόταν επισήμως η αρχική πηγή.
Επιπλέον, ένα από τα ελληνικά βιβλία έχει έντονο αέρα εξωτερικού: πρόκειται για το έργο Ο Χριστός ξανασταυρώνεται του Νίκου Καζαντζάκη. Το βιβλίο ήταν βεβαίως ελληνικό, όπως ελληνικές παραγωγές ήταν και η τηλεοπτική σειρά και η θεατρική παράσταση, που ανέβηκε πρόσφατα σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη· η κινηματογραφική ταινία όμως του Ζιλ Ντασέν –αν και γυρίστηκε στην Κρήτη– ήταν γαλλική παραγωγή.
Τα άλλα τρία ήταν η Μαντώ Μαυρογένους του Γεωργίου Ρούσσου, με την Αρώνη και τη Βουγιουκλάκη στο θέατρο, την Τζένη Καρέζη στον κινηματογράφο και την Κάτια Δανδουλάκη στην τηλεόραση· τα Αρραβωνιάσματα του Δημήτρη Μπόγρη, με άπειρα ανεβάσματα από το 1925, κινηματογραφική μεταφορά το 1950 και τηλεοπτική σειρά το 1983· και η Μαντάμ Σουσού του Δημήτρη Ψαθά, αν και εδώ η ταινία με τη Μαρίκα Νέζερ και η πρώτη σειρά με την Άννα Παϊτατζή θεωρούνται χαμένες.
Και φτάνουμε στο Αυτή η νύχτα μένει, που κυκλοφόρησε το 1994 χωρίς τις περγαμηνές ούτε του μεγάλου έργου ούτε του μπεστ σέλερ. Μόνο που στην πορεία έγινε και τα δύο. Και, όπως έχει πει ο ίδιος, σηματοδότησε τη μετάβαση «από τον Καβάφη στον Καφάση».

Εν αρχή ην ο συγγραφέας
Ο Θάνος Αλεξανδρής, ο συγγραφέας του έργου, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Αρτάκη, κοντά στη Χαλκίδα. Μικρός ονειρευόταν να γίνει ιεραπόστολος ή έστω μητροπολίτης. Όταν όμως πέρασε στη Νομική Αθηνών, τα δύο προηγούμενα ξεχάστηκαν. Έτσι ήρθε στην πρωτεύουσα την περίοδο της Μεταπολίτευσης.
Η πρώτη του «ενοχή» ήρθε όταν πέρασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και η δεύτερη, όταν συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μαρίνο στη «Μέδουσα». Κι αυτό ήταν επανάσταση.
Αντί να κάνει ψυχανάλυση –δεν ήταν άλλωστε και της μόδας τότε–, έμεινε και δεύτερη σεζόν δίπλα στον σπουδαίο σόουμαν. Φυσικά, στο σπίτι δεν δέχθηκαν την καλλιτεχνική στροφή του νεαρού. Όταν όμως διαγωνίστηκε και κέρδισε στην κατηγορία του στο «Νά η ευκαιρία», η κατάσταση γλύκανε.
Ακολούθησε πρωταγωνιστικός ρόλος στους Νεκρικούς διαλόγους του Λουκιανού, στον Λυκαβηττό. Και, μέσα από ένα παιχνίδι της τύχης –και της μοίρας–, βρέθηκε στην επαρχία, στα νυχτερινά κέντρα της περιφέρειας.
Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα
Δεκαετία του ’80: το ΠΑΣΟΚ κυριαρχεί, ενώ οι επιχορηγήσεις και τα δάνεια ρέουν. Και η περιφέρεια παίρνει φωτιά. Είναι η εποχή που το γλέντι αρχίζει να αποενοχοποιείται και ένας ολόκληρος κόσμος ζει και αναστενάζει κάθε βράδυ στα τοπικά κέντρα διασκέδασης – σε αυτά που κάποτε αποκαλούνταν «σκυλάδικα».
Ο απλός άνθρωπος της ημέρας γίνεται το βράδυ ο πελάτης, ο άρχοντας, που θέλει να κοντραριστεί με το διπλανό τραπέζι στο εφέ και τη «ζημιά» – την κατανάλωση, στη γλώσσα της νύχτας.
Και δίπλα του υπάρχει ένας άλλος κόσμος, που ζει απ’ όλο αυτό: οι ιδιοκτήτες των κέντρων, οι σερβιτόροι, οι τραγουδιστές, οι τραγουδίστριες, οι χορεύτριες. Όλοι αυτοί κάνουν ανάσταση όταν μπαίνουν τα χρήματα από τις επιχορηγήσεις.

Όσον αφορά το καλλιτεχνικό μέρος του προγράμματος, το μεγάλο δέλεαρ ήταν οι γυναίκες: τραγουδίστριες ή χορεύτριες. Αρκετές φορές βαφτίζονταν με ένα ξενικό ή εξωτικό όνομα, κρύβοντας την πραγματική τους ταυτότητα. Ήταν εκείνες που έκαναν τον πελάτη να ξοδεύει χρήματα. Και οι ίδιες, ως σωστές επαγγελματίες, γνώριζαν το ρόλο τους και φρόντιζαν να κρατούν τους πελάτες σε εγρήγορση. Έτσι, η «πράξη» καθυστερούσε όσο το δυνατόν περισσότερο.
Και, βέβαια, η νύχτα, το αλκοόλ, οι πόθοι που έβγαιναν στην επιφάνεια: όλα αυτά είναι γραμμένα με ρεαλισμό, αλλά και με αγάπη.
Στο βιβλίο του ο Θάνος Αλεξανδρής δεν μιλά για αγγέλους και δαίμονες, αλλά για ανθρώπους, με τα πάθη, τα προβλήματα και την αλήθεια τους. Και, φυσικά, μας προσφέρει ένα οδοιπορικό σε όλη την επικράτεια, σε κέντρα με ονόματα που σήμερα μοιάζουν σαν να ξεπήδησαν από τη «Ζώνη του λυκόφωτος».

Ο συγγραφέας, όταν το έγραφε, είχε φύγει πια από τη νύχτα και είχε μπει σε μια άλλη «ζούγκλα», ίσως ακόμη πιο άγρια: αυτή των ΜΜΕ. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1994, όταν οι περισσότεροι ζούσαμε μέσα σε ένα ιδεατό λούσο. Ήταν η εποχή που τα μπουζούκια της Αθήνας είχαν βαφτιστεί μιούζικ χολ και η τραγουδίστρια ή ο τραγουδιστής που άνοιγε νωρίς νωρίς το πρόγραμμα περίμενε, στο πίσω μέρος του μυαλού του, μια πρόσκληση σε πρωινή εκπομπή για μια εκ βαθέων εξομολόγηση, ώστε να «λύσει τη σιωπή του».
Η δύναμη του βιβλίου ήταν υπόγεια. Δεν έγινε εξαρχής το αγαπημένο των κριτικών, δεν πήρε θέση δίπλα στον Αλχημιστή του Κοέλιο ή στην ποίηση της Κικής Δημουλά –που ήταν τότε τα μεγάλα τρεντ, από τους διανοουμένους έως τις φιναλίστ των καλλιστείων–, αλλά έγινε αγαπητό σε μια κάστα ξεχωριστών αναγνωστών.
Η Μαλβίνα Κάραλη το είχε χαρακτηρίσει ως τη «μόνη εμπεριστατωμένη κοινωνιολογική μαρτυρία για τον ευρύ χώρο που λέγεται σκυλάδικο». Και είχε δίκιο.
Στην ουσία, το βιβλίο είναι και ένας αποχαιρετισμός σε μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί. Και, ακριβώς επειδή μιλά για κάτι που έχει τελειώσει, με τα χρόνια γίνεται αντικείμενο λατρείας.
Πάμε σινεμά;
Το 1999 ο αξέχαστος σκηνοθέτης Νίκος Παναγιωτόπουλος μεταφέρει το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη. Αρχικά, ως είδηση, η συνάντηση ενός γαλλοθρεμμένου και κινηματογραφικά sui generis σκηνοθέτη με τα λαϊκά μαγαζιά της επαρχίας φαινόταν παράδοξη.
Γι’ αυτό και πρόσθεσε στο σενάριο μια ερωτική ιστορία που δεν υπήρχε στο βιβλίο. Ένας νεαρός ερωτεύεται μια κοπέλα που ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια. Κάποια στιγμή εκείνη φεύγει για την επαρχία χωρίς να αφήσει ίχνη, κι εκείνος ξεκινά να τη βρει.
Το ζευγάρι υποδύθηκαν ο Νίκος Κουρής και η Αθηνά Μαξίμου, ενώ τη μουσική υπογράφει ο Σταμάτης Κραουνάκης. Το ομώνυμο τραγούδι, σε ερμηνεία της Δήμητρας Παπίου, γίνεται το απόλυτο τραγούδι που στοιχειώνει τις ψυχές όταν βραδιάζει.
Το πρώτο θεατρικό ανέβασμα
Το 2016 η χώρα βρίσκεται μέσα στα μνημόνια. Τα μαγαζιά δουλεύουν πλέον δύο ημέρες την εβδομάδα, ενώ τα όποια σουξέ αρχίζουν να γεννιούνται στο διαδίκτυο και στα social media. Η νοσταλγία για τα χρόνια του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της βήματα, αλλά έχει ήδη αρχίσει να γίνεται trend.
Και η σκηνοθέτρια Κίρκη Κάραλη παίρνει το βιβλίο στα χέρια της και το μεταφέρει στη σκηνή. Εδώ δεν υπάρχει μία ερωτική ιστορία, αλλά ιστορίες ανθρώπων, τραγουδιστών και θαμώνων.
Το υλικό, μάλιστα, φιλτράρεται μέσα από το παρόν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περσόνα του Μάριου, ενός τραγουδιστή που έδρασε τότε και ντυνόταν αρκετά προκλητικά για την εποχή.
Στη συγκεκριμένη παράσταση, που ανέβηκε πρώτα στη Θεσσαλονίκη και κατόπιν στην Αθήνα, τον ήρωα υποδύθηκε συγκλονιστικά ο Όμηρος Πουλάκης, με μια εμφάνιση που παρέπεμπε στην Κοντσίτα, τη νικήτρια της Eurovision 2014.
Ξεχώρισαν επίσης το συγκλονιστικό τηλεφώνημα-μονόλογος της Μαρίας Διακοπαναγιώτου στο ρόλο μιας λαϊκής τραγουδίστριας της εποχής, ο δυναμισμός του Σήφη Πολυζωίδη και το ξέσπασμά του σε ένα αξέχαστο, πονεμένο ζεϊμπέκικο, καθώς και η παρουσία του Θάνου Αλεξανδρή επί σκηνής, ως αφηγητή της ζωής του.
Μικρή οθόνη και podcast
Το 2022 το βιβλίο μεταφέρεται στην τηλεόραση και, σεναριακά, στο Αγρίνιο του 1984, στο κέντρο «Όνειρο». Κι εδώ έχουμε ιστορίες θαμώνων και εργαζομένων, αλλά και ολόκληρο τον μικρόκοσμο της περιοχής.
Το κάστινγκ είναι «Εθνική Ελλάδος» (Βασίλης Μπισμπίκης, Άννα Μάσχα, Γιάννης Στάνκογλου, Νικολέτα Καρρά, Κόρα Καρβούνη, Γιάννος Περλέγκας, Ηλιάνα Μαυρομάτη και ο Γιάννης Τσορτέκης, σε μια σκηνή συγχώρεσης που έγραψε ιστορία), ενώ η νέα ματιά της σειράς δεν πέφτει στην παγίδα του ρετρό.
Η σειρά υπήρξε μία από τις πιο επιτυχημένες της σεζόν 2022-2023, αλλά, προς τιμήν του καναλιού (Alpha), δεν ανανεώθηκε για δεύτερη σεζόν, ώστε να μην «ξεχειλώσει».
Το τραγούδι των τίτλων παρέμεινε το «Αυτή η νύχτα μένει» του Κραουνάκη, αυτή τη φορά σε νέα εκτέλεση από τη Γιώτα Νέγκα.
Και το rebranding –υπήρχε και τότε– δεν σταμάτησε εκεί. Παράλληλα με την προβολή της σειράς, υπήρχε και ένα podcast, το οποίο παρουσίαζε ο συγγραφέας και στο οποίο φιλοξενήθηκαν τόσο πρωταγωνιστές της σειράς όσο και ερμηνευτές του λαϊκού τραγουδιού, όπως η Κατερίνα Στανίση.
Με δύναμη από τη Θεσσαλονίκη
Όταν, πέρυσι τέτοια εποχή, έγινε γνωστό ότι το έργο θα ανέβαινε από το ΚΘΒΕ, φάνηκε πως, ακόμη και περισσότερα από 30 χρόνια μετά, το βιβλίο όχι μόνο δεν έχει χάσει την ορμή του, αλλά προσφέρεται και για νέες αναγνώσεις. Και, όσον αφορά τη χρονική συγκυρία, είναι βέβαιο πως, αν είχε ανέβει σε κρατική σκηνή λίγα χρόνια νωρίτερα, δεν θα ήταν λίγοι εκείνοι που θα έγραφαν για «τρίξιμο κοκάλων», «ασέβεια» και όλα τα σχετικά.
Ευτυχώς, όχι μόνο δεν συνέβη κάτι τέτοιο, αλλά η παράσταση, που ανέβηκε στο Βασιλικό Θέατρο, έσκισε.
Κι ας έμοιαζε άκρως σουρεαλιστικό το γεγονός ότι δίπλα στον τίτλο Αυτή η νύχτα μένει φιγουράριζαν άλλοι τίτλοι παραστάσεων, όπως Ο βυσσινόκηπος και Ζορμπάς.
Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Αστέριος Πελτέκης όχι μόνο αγαπήθηκε, αλλά άνοιξε και μια επιπλέον συζήτηση για εκείνη την εποχή. Όπως έχει πει σε συνέντευξή του ο σκηνοθέτης, «το μεγαλύτερο στοίχημα της παράστασης ήταν να μεταφέρει στη σκηνή έναν κόσμο “σκοτεινό και ταυτόχρονα λαμπερό”, χωρίς να τον εξιδανικεύσει και χωρίς να τον αδικήσει».
Αυτή την περίοδο και έως την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου, η παράσταση παίζεται στο θέατρο «Ολύμπια». Ναι, στην Ακαδημίας, στην παλιά Λυρική Σκηνή. Μάλιστα, στην πρεμιέρα, που έγινε πριν από λίγες ημέρες, ανέβηκε στη σκηνή και η Κατερίνα Στανίση ως γκεστ.
Εκεί, ανάμεσα στους τοίχους και στα θεωρεία, που είναι «ποτισμένα» με τις άριες του παρελθόντος, ακούστηκε το «Τι πουρό, τι καγκουρό» και άλλα τραγούδια που δίνουν το στίγμα της εποχής.
Και η επιτυχία δεν σταματά εδώ, καθώς τον Δεκέμβριο η παράσταση θα ανέβει ξανά στη Θεσσαλονίκη. Και, όπως είχε πει ο Πελτέκης σε συνέντευξή του: «Πίσω από όλα αυτά βρίσκεται κάτι πολύ πιο διαχρονικό: η ανάγκη του ανθρώπου να ονειρεύεται, να ελπίζει και να διεκδικεί μια καλύτερη ζωή. Γιατί, τελικά, η “νύχτα που μένει” δεν ανήκει μόνο σε μια εποχή. Είναι η νύχτα που ο καθένας κρατά μέσα του, ως ανάμνηση, όνειρο, επιτυχία ή αποτυχία».

















