Ο ένας λύνει κάβους· στον άλλο ο κάβος κόβεται. Ο Πορτογάλος Βάκα Γκάβρο, ο αφηγητής της νουβέλας Πέδρο Καζάς, διαλέγει ένα ερημονήσι για να ζήσει μακριά από τους ανθρώπους. Ο Φώτης Κόντογλου, που του έδωσε φωνή, περνά από το Αϊβαλί στη Λέσβο το 1922, πρόσφυγας.
Για τον θαλασσινό, στεριά είναι ο τόπος που διάλεξε. Για τον Αϊβαλιώτη είναι, πρώτα απ’ όλα, ο τόπος όπου κατάφερε να φτάσει. Η πατρίδα μένει στην απέναντι ακτή.
Προτού μαθητεύσει στην τέχνη της ορθόδοξης εικόνας στο Άγιον Όρος, ο Κόντογλου είχε κιόλας ζητήσει από τον αναγνώστη του ένα άλλο είδος πίστης. Του έδινε μια νουβέλα για έναν κουρσάρο που μπορεί να έζησε τρεις αιώνες και του έλεγε πως την είχε βρει σ’ ένα χειρόγραφο στο Οπόρτο. Τον καλούσε να πιστέψει μια «ιστορία απίστευτη».

Η φετινή επέτειος της γέννησης του Κόντογλου, στις 8 Νοεμβρίου, βρίσκει το πρώτο λογοτεχνικό του έργο στον δρόμο για την Πορτογαλία. Ο Ζοζέ Αντόνιο Κόστα Ιντέιας, καθηγητής Συγκριτικής Γραμματολογίας και συντονιστής του προγράμματος Νεοελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο NOVA της Λισαβόνας, μεταφράζει τη νουβέλα στα πορτογαλικά με προοπτική έκδοσης εκεί.
Στη συνέντευξη που έδωσε στο pontosnews.gr απαντά στα ελληνικά.
Αφορμή για τη συζήτησή μας ήταν η ανακοίνωσή του στις 30 Σεπτεμβρίου, στο 7ο Συνέδριο Νεοελληνιστών της Ιβηρικής Χερσονήσου και της Λατινικής Αμερικής, στη Μούρθια. Εκεί ο Ιντέιας μίλησε για τον τρόπο με τον οποίο ο Κόντογλου ξαναδουλεύει το υλικό των ιβηρικών θαλασσινών αφηγήσεων.
«Όταν περιορίζουμε τον Κόντογλου αποκλειστικά στην αγιογραφία, την Ορθοδοξία και τη μικρασιατική νοσταλγία, μας διαφεύγει η οικουμενική, μοντερνιστική και ριζοσπαστικά ταξιδιωτική του πλευρά», μας λέει.
«Στον Πέδρο Καζά, αυτό που θα μπορούσε να αιφνιδιάσει περισσότερο τον αναγνώστη είναι η συνομιλία του με την παγκόσμια λογοτεχνία της θάλασσας, η ωμή υπαρξιακή αγωνία και ο ριζοσπαστικός σκεπτικισμός απέναντι στην αποικιοκρατική περιπέτεια».

Ένα βιβλίο με παρισινή διεύθυνση
Σ’ ένα παλιό βιογραφικό του σημείωμα ο Κόντογλου τοποθετεί την ιδέα για τον Πέδρο Καζάς στην Ισπανία, το ξεκίνημα της γραφής στο Παρίσι και το τέλος της στο Αϊβαλί, όπου γύρισε μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στο Παρίσι, θυμόταν αργότερα, είχε γνωρίσει Ισπανούς από τους οποίους δανείστηκε ονόματα για τα πρόσωπα του βιβλίου. Ανάμεσά τους και το όνομα του κουρσάρου.
Στο εξώφυλλο της πρώτης, αχρονολόγητης έκδοσης, ο τίτλος Pedro Cazas ήταν με λατινικούς χαρακτήρες και η διεύθυνση ήταν παρισινή. Η οδός Νταβί ήταν, κατά τον ίδιο τον συγγραφέα, ο δρόμος όπου είχε μείνει.
Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, στηριζόμενος στη μαρτυρία του Στρατή Δούκα, τοποθετεί την πρώτη έκδοση στο Αϊβαλί, το 1920. Το βιβλίο τυπώθηκε στο τυπογραφείο του «Αιολικού Αστέρα», σε 250 αντίτυπα, με έξοδα του Δούκα, παλιού συμμαθητή του Κόντογλου.
Η διεύθυνση του υποτιθέμενου χειρογράφου ήταν πάλι άλλη. «Ιστορία απίστευτη, βγαλμένη από κάποιο χειρόγραφο που βρέθηκε στο Οπόρτο» διαβάζουμε στον υπότιτλο της έκδοσης του 1944, την οποία εικονογράφησε ο ίδιος ο Κόντογλου.
Στον αναγνώστη συστήνεται ως ο άνθρωπος που τύπωσε και ζωγράφισε την ιστορία. Ο Βάκα Γκάβρο υπογράφει την αφήγηση.

«Η “μάσκα” αυτή επιτρέπει στον Κόντογλου να μιλήσει πίσω από μια ξένη φωνή, απελευθερώνοντάς τον από τον τοπικό ή εθνικό περίγυρο, και προσκαλώντας τον αναγνώστη να αναρωτηθεί πάνω στα όρια μεταξύ μυθοπλασίας και ιστορικής αλήθειας», εξηγεί ο Ιντέιας.
Έσκαψαν για νερό
Ο Γκάβρο είναι Πορτογάλος, γεννημένος στην Γκόα της Ινδίας, από οικογένεια θαλασσινών. Ύστερα από χρόνια περιπλάνησης, θέλει να περάσει την υπόλοιπη ζωή του στο νησάκι Ζάτο μαζί με τον Όσο, έναν λιγομίλητο άντρα με κάτι από αρκούδα στο παρουσιαστικό του και ηλικία που κανείς δεν μπορεί να μαντέψει.
Στην αρχή η απομόνωση έχει την ησυχία που γύρευαν. Ώσπου ανοίγουν πηγάδι για νερό και βρίσκουν έναν σκελετό. Ο Ισπανός κουρσάρος Πέδρο Καζάς, μια μορφή από το μακρινό παρελθόν της οικογένειας του αφηγητή, πλησιάζει επικίνδυνα το παρόν του.
«Η σκηνή της απομόνωσης του ήρωα στα πέρατα του ωκεανού συμπυκνώνει αυτή την αίσθηση της ματαιότητας και της αναζήτησης του απόλυτου», μας απαντά ο Ιντέιας όταν τον ρωτάμε ποια στιγμή της νουβέλας θα ξεχώριζε.

Ο Κόντογλου έχει φροντίσει να δώσει σε αυτόν τον κόσμο την ακρίβεια ενός χάρτη. Παρεμβάλλει σημειώσεις με την ιστορία και τις γεωγραφικές συντεταγμένες του γειτονικού νησιού Φαργκούα. Στον έναν πρόλογο μιλά ο ίδιος, στον άλλο ο Γκάβρο, του οποίου διαβάζουμε και αποσπάσματα από το ημερολόγιο.
Τη στιγμή που η αφήγηση φαίνεται πιο σχολαστική για το πού συνέβησαν τα πράγματα, γίνεται όλο και πιο αβέβαιη για το τι συνέβη. Το βιβλίο αφήνει τον αναγνώστη να δει πώς φτιάχνεται η μαρτυρία που του ζητά να πιστέψει.
Ο Κόντογλου δήλωνε στον πρόλογο την αγάπη του για τον Ροβινσώνα Κρούσο. Είχε διαβάσει τον Ντάνιελ Ντεφόου από νέος στο Αϊβαλί. Χρόνια αργότερα, για να περιγράψει πώς έζησε με λιγοστούς φίλους κοντά στην πλατεία Πιγάλ, έφερνε στον νου το νησί του Ροβινσώνα.
Στον Ντεφόου το ναυάγιο αναγκάζει τον Ροβινσώνα να οργανώσει από την αρχή τη ζωή του. Στο νησί του Γκάβρο, η υπόσχεση μιας καινούργιας αρχής σκοντάφτει σε μια ιστορία που είχε ξεκινήσει πολύ πριν γεννηθεί ο ίδιος.
Η άλλη όψη των Ανακαλύψεων
«Η ουσιαστικότερη σύνδεση με τον ιβηρικό κόσμο έγκειται στην πρόσληψη της μεγάλης ισπανικής και πορτογαλικής θαλασσινής γραμματείας, καθώς και στην υιοθέτηση του ύφους των χρονικών των ανακαλύψεων», εξηγεί ο Ιντέιας.
Η γενεαλογία των θαλασσινών, τα ονόματα των τόπων και οι διαδρομές ανάμεσα στα νησιά έχουν κάτι από εκείνα τα χρονικά.
«Στα χέρια του Κόντογλου, ο μύθος της θαλασσινής περιπέτειας απομυθοποιείται· η υπόσχεση της ανακάλυψης και της κατάκτησης μετατρέπεται σε μια εσωτερική οδύσσεια και σε φυγή από την πνευματική φτώχεια του σύγχρονου πολιτισμού», προσθέτει.
Για τον Πορτογάλο νεοελληνιστή, ο Κόντογλου είναι «ένας βαθύς Ευρωπαίος μοντερνιστής που συνομιλούσε με τα παγκόσμια ρεύματα».
Ο Ιντέιας φέρνει στη συζήτηση και τον Φερνάντο Πεσσόα. Στο ποίημα «Mar Português», που περιλαμβάνεται στο Μήνυμα του 1934, ο Πεσσόα μετρά το αλάτι της θάλασσας με τα δάκρυα όσων έμειναν πίσω. Οι μανάδες κλαίνε, τα παιδιά προσεύχονται μάταια, οι νύφες μένουν ανύπαντρες. Η πίστη στο μεγαλείο του απόπλου χωρά εκεί στην ίδια σελίδα με το πένθος για το τίμημά του.

Στον Κόντογλου, η εποχή των Ανακαλύψεων φτάνει στον Γκάβρο ως οικογενειακή ιστορία. Στη διήγηση που κληρονομεί, ο κουρσάρος είχε σκοτώσει έναν πρόγονό του. Στο Ζάτο η παλιά έχθρα Ισπανών και Πορτογάλων χωρά σε δύο ανθρώπους. Ο ένας θέλει να αφήσει πίσω του τον κόσμο και ο άλλος φέρνει στο νησί τρεις αιώνες απ’ αυτόν.
Το Αϊβαλί μέσα στη φωνή
«Το Αϊβαλί είναι πανταχού παρόν υπόγεια», λέει ο Ιντέιας. «Εντοπίζεται στη ρυθμική, αισθησιακή γλώσσα, στη μοναδική πλαστικότητα των φυσικών εικόνων και στον τρόπο με τον οποίο ο Κόντογλου βλέπει τη θάλασσα όχι ως τουριστικό θέαμα, αλλά ως ζωντανό, απειλητικό και λυτρωτικό στοιχείο. Η μικρασιατική αφετηρία του διαπερνά την ίδια την αίσθηση του “ξένου” και της απώλειας».
Ο Πορτογάλος Γκάβρο έχει στα ελληνικά τη φωνή που του δάνεισε ένας Αϊβαλιώτης. Στον τρόπο που κοιτάζει το νερό και τα νησιά μπορεί κανείς να αναγνωρίσει μια εμπειρία του Αιγαίου, ακόμη κι όταν ο χάρτης δείχνει πολύ ανατολικότερα.

Ο Κόντογλου είχε γράψει τη νουβέλα πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το 1923, την επόμενη χρονιά από το πέρασμά του στη Λέσβο, ταξιδεύει για πρώτη φορά στο Άγιον Όρος και μελετά τη βυζαντινή ζωγραφική. Όταν θα έγραφε πια για τη χαμένη του πατρίδα, θα διάλεγε μια θαλασσινή εικόνα για να πει πώς είναι να ξεριζώνεσαι.
Στον «Θρηνητικό πρόλογο» του βιβλίου Το Αϊβαλί η πατρίδα μου, που εκδόθηκε το 1962, παρομοιάζει τον εαυτό του με «το πουλί το θαλασσοδαρμένο». Ο βράχος όπου ξαποσταίνει το πουλί είναι τα χώματα όπου βρέθηκε ο πρόσφυγας. Για τη ζωή ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλούν τη γλώσσα του και έχουν άλλα συνήθια, διαλέγει τη λέξη «ξενιτειά».
Στον ίδιο πρόλογο ακούγονται οι βιβλικοί θρήνοι για την Ιερουσαλήμ. Η πίστη δίνει στον ξεριζωμό μια γλώσσα παλιότερη από τη δική του ιστορία.
«Δοξάζω τον Θεό που δώρησε στον άνθρωπο τα γράμματα, για να γράφει στο χαρτί τον αναστεναγμό του», σημειώνει. Και θυμάται πως κάποιες φορές έγραφε με τις μπογιές που χρησιμοποιούσε για τα εικονίσματα.
Το ίδιο χρώμα μπορούσε να γίνει εικόνα αγίου ή να κρατήσει στη σελίδα μια λέξη για το Αϊβαλί.
Στη γλώσσα του χειρόγραφου
«Ένας Πορτογάλος μελετητής μπορεί να δει στον Πέδρο Καζά μια μοναδική ελληνική ματιά πάνω στην ιβηρική ναυτική μυθολογία, την οποία ένας Έλληνας αναγνώστης ενδεχομένως προσπερνά εστιάζοντας μόνο στα τοπικά γνωρίσματα του συγγραφέα», λέει ο Ιντέιας.
Η μετάφραση έχει λοιπόν μια παράξενη απαίτηση. Ο Γκάβρο χρειάζεται να ακούγεται σαν Πορτογάλος που γράφει στη γλώσσα του, ενώ οι λέξεις του έχουν φτιαχτεί με τον ρυθμό της ελληνικής του Κόντογλου.
Τα πορτογαλικά ήταν η φανταστική αφετηρία του χειρόγραφου· τώρα είναι ο προορισμός του.

















