Στη συνοικία Σόουκ-Σου (Soğuksu) της Τραπεζούντας, σε υψόμετρο περίπου 250 μέτρων πάνω από την πόλη, δεσπόζει σήμερα η Βίλα Καπαγιαννίδη που σήμερα αναφέρεται ως Αρχοντικό του Ατατούρκ (Atatürk Köşkü), ένα από τα χαρακτηριστικότερα ιστορικά κτήρια της περιοχής. Η κατοικία ανεγέρθηκε ως θερινή έπαυλη του Κωνσταντίνου Καπαγιαννίδη, ενός από τους πλουσιότερους Έλληνες εμπόρους της Τραπεζούντας εκείνη την εποχή και αποτελεί ένα από τα σπάνια δείγματα αρ νουβό στην περιοχή.
Η ιστορία του κτηρίου συνδέεται άμεσα με την πολυπληθή και οικονομικά δραστήρια ελληνική κοινότητα της Τραπεζούντας κατά τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο Καπαγιαννίδης ανήκε στις σημαντικές εμπορικές οικογένειες της πόλης και δραστηριοποιήθηκε στο διεθνές εμπόριο, στον τραπεζικό κλάδο και γενικότερα στην οικονομική ανάπτυξη της Τραπεζούντας.

Από τη ρωμαίικη οικογένεια Καπαγιαννίδη στη θερινή έπαυλη
Σύμφωνα με τα αρχειακά στοιχεία που επικαλείται ο κατάλογος της Karadeniz Teknik Üniversitesi (Τεχνικό Πανεπιστήμιο Μαύρης Θάλασσας, που είναι και ένα από τα παλαιότερα πανεπιστήμια της Τουρκίας εκτός Κωνσταντινούπολης και Άγκυρας), η γη πάνω στην οποία ανεγέρθηκε το κτήριο αγοράστηκε το 1905, ενώ το 1906 δόθηκε η επίσημη άδεια από τις οθωμανικές Αρχές για την έναρξη των εργασιών.
Η ολοκλήρωση της κατασκευής τοποθετείται γύρω στο 1910, χρονολόγηση που, σύμφωνα με την ίδια πηγή, επιβεβαιώνεται και από παλαιές φωτογραφίες.
Η κατοικία βρίσκεται στη συνοικία Σόουκ-Σου, περιοχή που αποτελούσε τότε τόπο παραθερισμού για εύπορες οικογένειες της Τραπεζούντας. Ο ιδιοκτήτης της, Κωνσταντίνος Καπαγιαννίδης, αναφέρεται στις τουρκικές πηγές ως Rum, δηλαδή Ρωμιός, και παρουσιάζεται ως ένας από τους σημαντικούς εμπόρους της πόλης.
Η επιλογή της θέσης και η ίδια η αρχιτεκτονική του κτηρίου αποτυπώνουν τον πλούτο και τις διεθνείς διασυνδέσεις της οικογένειας. Ο Καπαγιαννίδης είχε αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με το εξωτερικό και, σύμφωνα με τις πηγές, η δραστηριότητά του στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο επέτρεπε την προμήθεια ποιοτικών οικοδομικών υλικών από διαφορετικές χώρες.

Ο εύπορος Τραπεζούντιος ιδιοκτήτης
Ο Κωνσταντίνος Καπαγιαννίδης, γνωστός στις τουρκικές πηγές και ως Κωνσταντίν Καμπαγιαννίδης ή Κωνσταντίν Καπαγιαννίδης, γεννήθηκε στην Τραπεζούντα το 1868. Ήταν γιος του Έλληνα εμπόρου Γρηγορίου Καπαγιαννίδη και της Δόμνας Αμοιρόγλη και το δεύτερο παιδί της οικογένειας.
Ο πατέρας του είχε μετατρέψει ένα μικρό χονδρεμπορικό κατάστημα σε σημαντική εμπορική επιχείρηση. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Κωνσταντίνος ανέλαβε τη διοίκηση της οικογενειακής επιχείρησης και το 1904, μαζί με τον πατέρα και τον αδελφό του, συμμετείχε στην ίδρυση της Τράπεζας Καπαγιαννίδη, η οποία στεγαζόταν στο κτήριο που είναι σήμερα γνωστό ως παλαιό ταχυδρομείο της Τραπεζούντας.
Η οικονομική του δραστηριότητα δεν περιοριζόταν στην πόλη. Είχε συμμετοχή στο διεθνές θαλάσσιο εμπόριο και, σύμφωνα με τις πηγές, συνέβαλε σε διάφορες οικοδομικές και αναπτυξιακές δραστηριότητες στην Τραπεζούντα. Η κατοχή ρωσικής υπηκοότητας παράλληλα με τη ελληνική ταυτότητά του διευκόλυνε, όπως αναφέρει η τουρκική πηγή, τις εμπορικές του συναλλαγές με το εξωτερικό. Ο Καπαγιαννίδης πέθανε το 1915, μέσα στα ταραγμένα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ένα αρχοντικό σε αρ νουβό ρυθμό
Η αρχιτεκτονική του κτηρίου είναι από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του. Πρόκειται για τριώροφο οικοδόμημα πάνω από υπόγειο, με έντονα στοιχεία αρ νουβό, ενός καλλιτεχνικού ρεύματος που είχε εξαπλωθεί στις ευρωπαϊκές πόλεις και επηρέασε και την αρχιτεκτονική των μεγάλων αστικών κέντρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το κτήριο ακολουθεί τη μορφή της κατοικίας με κεντρικό σαλόνι, ενώ η βεράντα και η ανατολική είσοδος χαρακτηρίζονται από καμπύλες και έντονες προεξοχές. Η αρ νουβό αισθητική γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στις όψεις, όπου συνδυάζονται ελλειπτικές και καμπύλες μορφές, διαδοχικά επίπεδα, κυρτές και κοίλες επιφάνειες, καθώς και αντιθέσεις ανάμεσα στις οριζόντιες και τις κατακόρυφες γραμμές.
Η βόρεια όψη, η οποία λειτουργεί ως η κύρια πρόσοψη, είναι ίσως το χαρακτηριστικότερο τμήμα του οικοδομήματος. Η ελλειπτική κλίμακα αγκαλιάζει τη βεράντα, ενώ η προεξέχουσα κατασκευή, τα επίπεδα της βεράντας και οι έντονες καμπύλες δημιουργούν μια σύνθεση στην οποία συναντώνται στοιχεία της αρ νουβό με αναφορές στη νεογοτθική αρχιτεκτονική.
Τα βασικά υλικά είναι η λαξευτή και ακατέργαστη πέτρα, το συμπαγές τούβλο και το ξύλο. Η κατασκευή βασίζεται στην παραδοσιακή τοιχοποιία. Κατά τις εργασίες αποκατάστασης διαπιστώθηκε ότι στο ασβεστοκονίαμα είχαν χρησιμοποιηθεί λεπτόκοκκη μαύρη άμμος και ίνες λιναριού.
Στο εσωτερικό, τα δάπεδα διαθέτουν ψηφιδωτά πλακίδια, οι χώροι με υγρασία έχουν κεραμικές επενδύσεις, ενώ στις οροφές και τα ξύλινα στοιχεία συναντά διακοσμητικά από γύψο και ξύλο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα βιτρό, στα οποία χρησιμοποιήθηκε τεχνική επιφανειακής κατεργασίας του γυαλιού.
Όπως είχε αποκαλύψει στη Γεωργία Βορύλλα τον περασμένο Απρίλιο ο εγγονός του Κωστάκη Καπαγιαννίδη, Θέμης Καπαγιαννίδης, μιλώντας για την ιστορική Βίλα Καπαγιαννίδη της οικογένειάς του: «Το σπίτι είναι εκπληκτικό και αρχιτεκτονικά, και κατασκευαστικά. Σκεφτείτε ότι έχει κεντρική θέρμανση με καλοριφέρ· ο λέβητας λειτουργεί με ξύλα. Και δεν ξέρω αν έχετε δει σε φωτογραφίες που δείχνουν στην τραπεζαρία, υπάρχει στο σώμα του καλοριφέρ ένα μεγάλο άνοιγμα με πορτάκι, στο οποίο έβαζαν μέσα τα πιάτα για να παραμένουν ζεστά τα φαγητά μέχρι να φάνε. Είχε και αίθουσα μπιλιάρδου».

Πώς άλλαξε χέρια
Η μεταγενέστερη ιστορία της κατοικίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις μεγάλες πολιτικές και δημογραφικές ανατροπές που ακολούθησαν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λοζάνης και στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για την ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών, το ακίνητο πέρασε στην περιουσία του τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με τουρκικές ιστορικές πηγές. Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται στη γενικότερη μεταβίβαση περιουσιών που ακολούθησε τις δραματικές αλλαγές στην περιοχή και τον κατατρεγμό των χριστιανικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο.
Η σύνδεση με τον Μουσταφά Κεμάλ
Ο Μουσταφά Κεμάλ επισκέφθηκε την Τραπεζούντα το 1924, το 1930 και το 1937, και κατά τις επισκέψεις του βρέθηκε και στο αρχοντικό. Σύμφωνα με τουρκικές πηγές, κατά την πρώτη επίσκεψή του στο κτήριο, το 1924, εντυπωσιάστηκε πολύ από αυτό. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση, κάτοικοι της Τραπεζούντας αποφάσισαν το 1926 να του το προσφέρουν ως δώρο, διαδικασία που ολοκληρώθηκε αργότερα, το 1931.
Η κατοικία πέρασε στη συνέχεια στην αδελφή του, Μακμπουλέ Μποϊσάν. Το 1943, ο δήμος της Τραπεζούντας την αγόρασε και τη μετέτρεψε τελικά σε μουσείο.
Οι ίδιες πηγές για το κτήριο αναφέρουν επίσης ότι ο Μουσταφά Κεμάλ συνέταξε εκεί μία από τις διαθήκες του. Το στοιχείο αυτό μπορεί να αναφερθεί ως μέρος της ιστορίας του αρχοντικού, χωρίς να επισκιάζει την πολύ παλαιότερη ιστορία του ως κατοικίας μιας ελληνικής οικογένειας της Τραπεζούντας.

Η οικογένεια Καπαγιαννίδη και οι Κωστάκηδες
Η ιστορία του Καπαγιαννίδη συνδέεται και με ακόμη μία γνωστή οικογένεια της Τραπεζούντας, τους Κωστάκηδες, στους οποίους ανήκε το περίφημο αρχοντικό που στεγάζει σήμερα το Μουσείο της Τραπεζούντας. Οι δύο οικογένειες παρουσιάζονται στις τοπικές πηγές ως συγγενείς αλλά και ανταγωνιστές. Τα αρχοντικά τους βρίσκονταν στη Σόουκ-Σου, σε μικρή απόσταση το ένα από το άλλο. Μάλιστα, σύμφωνα με την τοπική αφήγηση, οι Κωστάκηδες είχαν ανοίξει δρόμο που οδηγούσε στην κατοικία τους και ο Καπαγιαννίδης θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον ίδιο δρόμο με μια μικρή επέκταση. Επέλεξε όμως να κατασκευάσει διαφορετική, μακρύτερη διαδρομή από τα δυτικά.
Η λεπτομέρεια αυτή, πέρα από το τοπικό της ενδιαφέρον, αποτυπώνει για κάποιους και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εύπορων οικογενειών της ελληνικής κοινότητας της Τραπεζούντας, οι οποίες στις τελευταίες δεκαετίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν αποκτήσει σημαντική οικονομική και κοινωνική παρουσία.
Η αποκατάσταση
Το Αρχοντικό του Ατατούρκ υπέστη επεμβάσεις αποκατάστασης το 1955, το 1963 και το 2005 καθώς υπήρχαν σημαντικές αλλοιώσεις τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό του κτιρίου, λόγω της παλαιότητάς του. Το 2023 πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη αποκατάσταση, με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων και την αποκατάσταση της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του κτηρίου.
Σήμερα το αρχοντικό αποτελεί μουσείο και ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ιστορικά κτήρια της Τραπεζούντας.
Στους χώρους του εκτίθενται έπιπλα, χαλιά, πορσελάνες και αντικείμενα καθημερινής χρήσης από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα ενώ υπάρχουν δωμάτια διαμορφωμένα όπως ακριβώς ήταν όταν έμενε εκεί ο Μουσταφά Κεμάλ (υπνοδωμάτιο, τραπεζαρία, γραφείο) καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τις επισκέψεις του στην πόλη.

















