Η μορφή της Γκιουλ Μπαχάρ (ή Γκιουλμπαχάρ), μητέρας του σουλτάνου Σελίμ Α’, συνδέθηκε βαθιά με την ιστορική μνήμη των Ελλήνων του Πόντου. Στην ελληνική ποντιακή παράδοση εμφανίζεται ως Μαρία από τη Λιβερά της Ματσούκας, κόρη χριστιανικής οικογένειας –σε ορισμένες εκδοχές κόρη ιερέα– η οποία εισήλθε στην οθωμανική δυναστεία και έγινε μητέρα του μετέπειτα Γιαβούζ Σουλτάν Σελίμ.
Την παράδοση αυτή κατέγραψε συστηματικά ο Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης-Κάνις στο έργο του Το Εαρινόν Ρόδον, ήτοι Ιστορία της Βασιλίσσης Μαρίας Γκιουλ-Παχάρ της Λιβεραίας, που εκδόθηκε στην Τραπεζούντα το 1913.
Ο ίδιος ο Κανδηλάπτης αναφέρει στον πρόλογό του ότι είχε μελετήσει την «άγραφον και γραπτήν ιστορίαν» του τόπου και ότι η μελέτη του για τη Μαρία Γκιουλ Μπαχάρ είχε δημοσιευθεί προηγουμένως σε συνέχειες στην εφημερίδα Φάρος της Ανατολής.

Η μαρτυρία αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική για τη μελέτη της ιστορικής μνήμης του ποντιακού ελληνισμού. Είναι όμως διαφορετικό πράγμα η καταγραφή μιας ισχυρής τοπικής παράδοσης και διαφορετικό η απόδειξη ενός γεγονότος του 15ου αιώνα. Κι εδώ ακριβώς αρχίζουν τα προβλήματα.
Τι λένε οι παλαιότερες οθωμανικές μαρτυρίες
Μία από τις πρώτες οθωμανικές έντυπες πηγές που ασχολήθηκαν με το θέμα είναι η Trabzon Tarihi του Şakir Şevket, που εκδόθηκε το 1877. Ο Şakir Şevket γνώριζε ήδη την παράδοση σύμφωνα με την οποία η μητέρα του Σελίμ ήταν Ρωμιά από τη Λιβερά. Θεωρούσε μάλιστα ότι υπέρ αυτής της εκδοχής μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν δύο στοιχεία: η επιγραφή του τάφου της, όπου υπάρχει η φράση «Bânû-yı Rûm», και ένα προνόμιο που φερόταν να έχει δοθεί στους χριστιανούς κατοίκους της Λιβεράς. Αναφέρει επίσης την παράδοση ότι ο Μωάμεθ Β’ την πήρε από τη Λιβερά και την έδωσε ως σύζυγο στον γιο του, Βαγιαζήτ.
Αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: η παράδοση της Λιβεράς δεν δημιουργήθηκε από τον Κανδηλάπτη το 1913. Καταγράφεται σε οθωμανικό συγγραφέα ήδη από τον 19ο αιώνα και ο ίδιος δηλώνει ότι την αντλεί από ρωμαίικες αφηγήσεις.
Το 1921 όμως ο Mehmed Murad Uraz, σε άρθρο του με τίτλο «Gülbahar Sultan» στην τραπεζούντια εφημερίδα İstikbal, επιχείρησε να ανασκευάσει αυτή την παράδοση. Το άρθρο έχει διασωθεί και μεταγράφηκε ολόκληρο από τον Veysel Usta σε επιστημονική δημοσίευση του 2019. Ο Murad γνώριζε την εκδοχή της «κόρης του παπά της Λιβεράς» και μάλιστα αναφέρει ότι αυτή υπήρχε σε ελληνικό ιστορικό έργο.
Η βασική ένστασή του αφορούσε τη φράση «Bânû-yı Rûm». Κατά τον Murad, το Rûm δεν σήμαινε εδώ «Ελληνίδα», αλλά παρέπεμπε στη γεωγραφική έννοια της Ρωμ/Ανατολίας, όπως χρησιμοποιούνταν επί αιώνες στην ισλαμική και οθωμανική ορολογία. Η ερμηνεία αυτή υιοθετήθηκε και από μεταγενέστερους Τούρκους ιστορικούς.

Πράγματι, η επιγραφή του μαυσωλείου αποκαλεί τη νεκρή «Bânû-yı Rûm», έκφραση που σήμερα αποδίδεται συνήθως ως «η κυρία/αρχόντισσα της χώρας του Ρουμ», δηλαδή της Ανατολίας. Επομένως η συγκεκριμένη φράση δεν μπορεί από μόνη της να αποδείξει ελληνική καταγωγή.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όλες οι αντιρρήσεις του Murad έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη.
Ορισμένα επιχειρήματά του είναι εμφανώς επηρεασμένα από την εποχή του. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι προτείνει ο ίδιος ως πιθανή καταγωγή της Γκιουλ Μπαχάρ μια μουσουλμανική οικογένεια από την Κριμαία ή τη Ρούμελη, κόρη κάποιου Osman Ağa· ο Temel Öztürk επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη πληροφορία δεν απαντά σε καμία άλλη πηγή.
Άρα ο Murad έχει σημασία επειδή μας διασώζει και συζητά τις παλιότερες παραδόσεις, όχι επειδή έλυσε οριστικά το ζήτημα.
Τα ισχυρότερα στοιχεία της νεότερης τουρκικής έρευνας
Η συζήτηση αλλάζει όταν περάσουμε από τις τοπικές παραδόσεις στις παλαιότερες οθωμανικές ιστοριογραφικές και αρχειακές πηγές.
Ο Cenâbî Mustafa Efendi, ιστορικός του 16ου αιώνα, γράφει ότι η μητέρα του Σελίμ ονομαζόταν Ayşe Hatun και προερχόταν από οικογένεια Τουρκομάνων εμίρηδων της περιοχής της Αμάσειας. Πρόκειται για πηγή πολύ πλησιέστερη χρονικά στα γεγονότα από τις ποντιακές αφηγήσεις που καταγράφηκαν τον 19ο και τον 20ό αιώνα.
Ακόμη πιο συγκεκριμένος είναι ο Bostanzâde Yahyâ Efendi, ο οποίος στο Târîh-i Sâf χαρακτηρίζει τη μητέρα του Σελίμ Ayşe Hatun, κόρη του εμίρη Alâüddevle, δηλαδή του ηγεμόνα των Δουλκαδιριδών, και σύζυγο του Βαγιαζήτ Β’.
Και εδώ έρχεται το σημαντικότερο ίσως στοιχείο. Ο Temel Öztürk, σε πρόσφατη συγκριτική μελέτη που εξετάζει συστηματικά χρονικά και οθωμανικά αρχεία, διαπιστώνει ότι σε αρχειακές εγγραφές έως τον 19ο αιώνα η μητέρα του Σελίμ εμφανίζεται ως Ayşe Hatun ή ως Ayşe/Gülbahar. Σε κατάστιχο του Αρχείου του Τοπ Καπί, για παράδειγμα, μνημονεύεται ρητά βακούφι της «Ayşe Sultan, μητέρας του Sultan Selim Han».
Η σημερινή κυρίαρχη άποψη στην τουρκική οθωμανολογική έρευνα είναι επομένως ότι η μητέρα του Σελίμ ήταν κόρη του Δουλκαδιρίδη Alâüddevle Bozkurt Bey, ότι παντρεύτηκε τον πρίγκιπα Βαγιαζήτ στην Αμάσεια και ότι πιθανότατα ονομαζόταν αρχικά Ayşe, ενώ το όνομα Gülbahar χρησιμοποιήθηκε αργότερα. Ωστόσο, ακόμη και εδώ παραμένουν διαφωνίες ως προς το ακριβές έτος γάμου, το έτος γέννησης του Σελίμ και τη σχέση των δύο ονομάτων. Ο ίδιος ο Öztürk το υπογραμμίζει: ούτε οι οθωμανικές πηγές παρουσιάζουν μια απολύτως καθαρή και ομοιόμορφη εικόνα.

Και ο Κανδηλάπτης;
Εδώ χρειάζεται δικαιοσύνη απέναντι στον Κανδηλάπτη.
Το Εαρινόν Ρόδον δεν πρέπει να απορριφθεί επειδή η νεότερη ιστορική έρευνα δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για την ταύτιση της Γκιουλ Μπαχάρ με τη Μαρία της Λιβεράς. Ο Κανδηλάπτης ήταν από τους ανθρώπους που κατέγραψαν συστηματικά έναν κόσμο που λίγο αργότερα θα χανόταν. Δήλωνε ο ίδιος ότι εργαζόταν τόσο πάνω στη γραπτή όσο και στην άγραφη ιστορία, επομένως το βιβλίο του αποτελεί σημαντικό τεκμήριο της ποντιακής ιστορικής παράδοσης στις αρχές του 20ού αιώνα.
Το κενό του βρίσκεται αλλού: ανάμεσα στην παράδοση που καταγράφει και στον 15ο αιώνα υπάρχει ένα μεγάλο τεκμηριωτικό χάσμα.
Δεν έχει μέχρι σήμερα εντοπιστεί σύγχρονο προς τα γεγονότα έγγραφο που να ονομάζει τη μητέρα του Σελίμ Μαρία, να την χαρακτηρίζει κόρη ιερέα ή κατοίκου της Λιβεράς ή να συνδέει ρητά τα προνόμια του χωριού με τη δική της καταγωγή. Αντίθετα, οι παλαιότερες οθωμανικές ιστοριογραφικές μαρτυρίες που έχουν εντοπιστεί την ονομάζουν Ayşe και τη συνδέουν με Τουρκομάνους ηγεμόνες, ενώ μεταγενέστερα αρχεία διασώζουν επίσης το όνομα Ayşe.
Ακόμη και το περίφημο προνόμιο της Λιβεράς δεν λύνει το πρόβλημα. Η ύπαρξη ιδιαίτερων προνομίων ενός χωριού δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι εκεί γεννήθηκε η μητέρα ενός σουλτάνου· τέτοιες φορολογικές ή διοικητικές απαλλαγές μπορούσαν να παραχωρούνται και για υπηρεσίες δρόμων, περασμάτων ή άλλες υποχρεώσεις. Αυτό ακριβώς επισημαίνουν και οι οθωμανικές δικαστικές μαρτυρίες που επικαλείται η νεότερη έρευνα.
Υπάρχει μάλιστα ακόμη μία πηγή που δείχνει πόσο παλιότερη και ευρύτερη ήταν η ελληνική παράδοση από τον Κανδηλάπτη. Ο ιστορικός Θ.Ε. Κυριακίδης, στην ιστορία της Μονής Σουμελά που εξέδωσε στην Αθήνα το 1898, είχε ήδη καταγράψει σχετικές ποντιακές παραδόσεις στις σελίδες 79-90. Ο Anthony Bryer χρησιμοποίησε αργότερα αυτή την ελληνική παράδοση όταν αναφέρθηκε στην πιθανότητα η μητέρα του Σελίμ να ήταν η Μαρία, κόρη ιερέα από τη Λιβερά.

Επομένως, δεν έχουμε απέναντί μας ένα απλό δίλημμα «Έλληνες λένε Μαρία – Τούρκοι λένε Ayşe». Έχουμε δύο διαφορετικές αλυσίδες μνήμης και τεκμηρίων: από τη μια, μια ισχυρή τοπική ποντιακή παράδοση, καταγεγραμμένη τουλάχιστον από τον 19ο αιώνα και κορυφωμένη στο έργο του Κανδηλάπτη· από την άλλη, οθωμανικά χρονικά και αρχειακές εγγραφές που οδηγούν προς την Ayşe Hatun και τη δυναστεία των Δουλκαδιριδών.
Τι μπορούμε τελικά να πούμε;
Με τα σημερινά δεδομένα, δεν διαθέτουμε επαρκή τεκμηρίωση για να παρουσιάσουμε ως ιστορικά βέβαιο ότι η Γκιουλ Μπαχάρ ήταν η Ελληνίδα Μαρία της Λιβεράς. Η νεότερη έρευνα διαθέτει ισχυρότερες, παλαιότερες και αρχειακά εγγύτερες μαρτυρίες υπέρ της Ayşe Hatun, κόρης του Alâüddevle.
Από την άλλη πλευρά, θα ήταν εξίσου πρόχειρο να διαγράψουμε τη Μαρία της Λιβεράς ως μια απλή «επινόηση του Κανδηλάπτη». Η παράδοση προϋπήρχε του Κανδηλάπτη, ήταν γνωστή ακόμη και σε Οθωμανούς λογίους, συνδεόταν με τη Λιβερά, με την επιγραφή «Bânû-yı Rûm» και με το τοπικό προνόμιο και αποτελούσε ήδη τμήμα της συλλογικής μνήμης των Ρωμιών της Ματσούκας.
Ίσως λοιπόν η πιο έντιμη ιστορική διατύπωση σήμερα είναι η εξής: Η «Μαρία Γκιουλ Μπαχάρ της Λιβεράς» είναι μια παλιά και ισχυρή ποντιακή ιστορική παράδοση, την οποία ο Κανδηλάπτης διέσωσε με μοναδικό τρόπο· όμως η ταύτισή της με τη μητέρα του Σελίμ Α’ δεν έχει μέχρι σήμερα επιβεβαιωθεί από σύγχρονο προς τα γεγονότα τεκμήριο και έρχεται σε αντίθεση με σημαντικές οθωμανικές πηγές που την ταυτίζουν με την Ayşe Hatun των Δουλκαδιριδών.

















