Η Κλειώ έκλαιγε μόνη της. Δεν ήθελε να τη βλέπουν τα παιδιά και οι απόγονοί της. Έτσι κράτησε την επιθυμία του άντρα της, του Αλέξανδρου Ακριτίδη, που από τη φυλακή της Αμάσειας την παρακαλούσε να προστατεύσει την οικογένεια από την απελπισία. Αυτή την εικόνα διασώζει η μαρτυρία της δισέγγονής του.
Τον Σεπτέμβριο του 1921 ο επιφανής έμπορος της Τραπεζούντας οδηγήθηκε στην αγχόνη. Το όνομά του προστέθηκε σε εκείνα των ανθρώπων που αφανίστηκαν από τα κεμαλικά «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας», μαζί με τον Ματθαίο Κωφίδη, τον Νίκο Καπετανίδη και άλλους Έλληνες του Πόντου.
Τα αποχαιρετιστήρια λόγια και η οικογενειακή μνήμη επιτρέπουν να δούμε τις φροντίδες ενός πατέρα και το βάρος που πέρασε στη γυναίκα του.

Όπως καταγράφει η Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, ο Ακριτίδης καταγόταν από τη συνοικία Λυκάστ’ της Κρώμνης και υπήρξε κοινοτικός παράγοντας, μέλος της «Επιτροπής Περιθάλψεως Προσφύγων» της Τραπεζούντας.
Η σύλληψη, η παραπομπή στην Αμάσεια και η θανατική καταδίκη έκοψαν αυτή τη διαδρομή. Ένας άνθρωπος που συμμετείχε στην περίθαλψη των ξεριζωμένων βρέθηκε να ζητά από την οικογένειά του να αντέξει τη δική του απώλεια.
Πριν το όνομά του συνδεθεί με την Αμάσεια, είχε περάσει από τα θρανία του Φροντιστηρίου και ασχολούνταν με την οικογενειακή ποτοποιία. Η έδρα της ήταν ένα τριώροφο ακίνητο της οικογένειας, στη Σεμερτζιλέρ της Τραπεζούντας. Είχε παντρευτεί την Κλειώ, κόρη του Παναγιώτη Λυπηρίδη, δασκάλου με καταγωγή από το Παρτίν. Αυτά τα βιογραφικά στοιχεία φωτίζουν την καθημερινή ζωή πίσω από το όνομα των μαρτυρολογίων.
Το μήνυμα της εκτέλεσης έφτασε και στον Φίλωνα Κτενίδη. Στην Ποντιακή Εστία, τον Μάιο του 1950, εκείνος θυμόταν ότι βρισκόταν κοντά στο Εσκί Σεχίρ, αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, όταν έμαθε τον Οκτώβριο του 1921: «Κρέμασαν τον Κωφίδη, τον Ακριτίδη και τον Καπετανίδη…».
Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, η ανάμνηση εξακολουθούσε να του προκαλεί τον ίδιο πόνο. Το κείμενό του διασώζει και την απόσταση ανάμεσα στο έγκλημα και στην είδησή του: αλλού έπεφταν οι άνθρωποι, αλλού έφτανε το μαύρο μήνυμα.
Στα αποχαιρετιστήρια λόγια προς την Κλειώ, που έχει δημοσιεύσει το pontosnews.gr από το αρχείο της Αδελφότητας Κρωμναίων Καλαμαριάς, ο Ακριτίδης μιλά για τη λειτουργία και τη μετάληψη των κρατουμένων, γνωρίζοντας πως έχει αποφασιστεί ο θάνατός τους. Κι έπειτα στρέφεται στο σπίτι του: «Τα παιδιά ας παίξουν και ας χορέψουν».
Ακολουθούν συγκεκριμένες οδηγίες. Ο Θεόδωρος να αναλάβει πατρικά καθήκοντα χωρίς να αδικήσει κανένα παιδί. Ο Γιώργος να ολοκληρώσει το σχολείο, ο Γιάννης να μπει στη δουλειά. Ο μικρός Παναγιώτης να μορφωθεί και η Βαλεντίνη να μάθει ραπτική. Η Κλειώ καλείται να κανονίσει όσα εκείνος δεν θα προλάβει.
Μέχρι το τέλος, η σκέψη του φτάνει και έξω από την οικογένεια: ζητά να δοθούν από πέντε λίρες στη Φιλόπτωχο, στη Μέριμνα και στο σχολείο του Λυκάστ’. Η κοινοτική προσφορά παραμένει μέσα στις τελευταίες του επιθυμίες. Δίπλα στην αγχόνη χωρούν ακόμα το σχολείο, η εργασία, η δικαιοσύνη ανάμεσα στα αδέλφια. Όλα όσα χρειάζονται οι ζωντανοί για να συνεχίσουν.

Η δισέγγονή του, Παρύσατις Παπαδοπούλου-Συμεωνίδου, περιέγραψε στο pontosnews.gr το 2015 την Κλειώ ως τη δύναμη του σπιτιού.
Η οικογένεια γνώρισε και άλλες απώλειες: ο γιος της, Παναγιώτης, σκοτώθηκε στον Πόντο στα 26 του. Η σύζυγός του, Φωφώ, το γένος Κοντοζή, χήρεψε στα 22 και ήρθε στην Ελλάδα με τα παιδιά και την πεθερά της. Ο δε Θεόδωρος, που πήρε τα ηνία από τον πατριάρχη, πέθανε εξόριστος στο Ερζερούμ το 1922. Η χήρα του Λευκοθέα, με τον γιο τους Δημήτρη, ήρθαν στη Θεσσαλονίκη – εκείνη πέθανε το 1925 και εκείνος το 2003.
Τρεις χήρες, δύο γενιές, η ίδια οικογένεια. Η μνήμη της διαδρομής τους πέρασε στη Θεσσαλονίκη και αργότερα στο βιβλίο της δισέγγονης, Τραπεζούς – 1921: Το ανέσπερο έτος. Η Κλειώ είχε κρατήσει την επιθυμία του Αλέξανδρου. Στο σπίτι η ζωή συνεχιζόταν.

















